15/6/12

ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ

Ξημέρωσε. Η γυναίκα ανοίγει τα παράθυρα και το φως ξεχύνεται σαν σκύλος που μόλις έχει λυθεί απ’ τα στοργικά του αφεντικού του χέρια, στο δωμάτιο καλύπτοντας ολοκληρωτικά το τετράγωνό μου σώμα που το ανδρικό κορμί ακόμα βαραίνει. Εικοσιπέντε χρόνια στην ίδια θέση, εικοσιπέντε χρόνια μια μόνιμη σκιά από κάτω μου. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια πόσες φορές άραγε φιλοξένησα αυτά τα δύο κορμιά πάνω μου. Ούτε εγώ δεν μπορώ να υπολογίσω. Γνωρίζω τα πάντα γι αυτούς παρ’ όλο που δεν μπόρεσα ποτέ να αρθρώσω ούτε μια κουβέντα συμπόνιας, συμβουλής ή επίκρισης. Από τότε που αγαπιόντουσαν ως νεόνυμφοι μέχρι και τώρα γνωρίζω το απαλό σύρσιμο που προκαλεί ο παραμικρός ψίθυρος, έχω νιώσει την υγρασία που προκαλεί το κάθε δάκρυ πόνου ή χαράς, έχω νιώσει την ζέστη ενός βλέμματος πραγματικής αγάπης καθώς και την ψύχρα των ένοχων απ’ την απιστία κοιταγμάτων. Γνωρίζω τους ανθρώπους παρ’ όλο που μόνο ένα δείγμα από κάθε φύλλο έχω στο σώμα μου δεχθεί. Στην αρχή είναι ερωτευμένοι και το πάθος περισσεύει. Τα βογγητά τους συντονίζονται με τα τριξίματά μου, τα ιδρωμένα γέλια τους με τα ιδρωμένα σκεπάσματά μου. Αργότερα όταν το πάθος χαμηλώσει την έντασή του φαίνεται καθάρια αν μπορεί να έχει συνέχεια ή όχι, αν η αγάπη δηλ. στηρίζεται σε γερές βάσεις. Τότε οι αγκαλιές και τα φιλιά αποκτούν βάθος, γίνονται μέσο για μια καλύτερη γνώση του συντρόφου κι όχι αυτοσκοπός για την ικανοποίηση της ορμής. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν αντιδρώ όπως αντιδρούσα στην άγρια επίθεση των κορμιών τους απέναντι στο δικό μου σώμα όταν το πάθος τους βρισκόταν στην αρχή της φθοράς του. Αντίθετα η κίνησή τους με την δική μου γίνονται σε απόλυτο συντονισμό και αρμονία. Σ’ ένα τρίτο στάδιο όπου το ζευγάρι έχει ρουφήξει την αγάπη μέχρι το μεδούλι της, όπου ο ένας γνωρίζει απόλυτα τον άλλο, όπου οι πρώην ερωτευμένοι γίνονται αδέρφια τότε οι αγκαλιές ελαττώνονται, τα φιλιά γίνονται τυπικά και οι πλάτες βρίσκονται αντίκρυ υπό την πλήρη ακινησία μου. Μετά; Δεν γνωρίζω. Ίσως κοιμούνται διαφορετικά, ίσως χωρίζουνε, πάντως σίγουρα κάποια στιγμή πεθαίνουν κι εγώ μένω άδειο για πάντα. Όμως μια τέτοια στιγμή δεν πρόκειται να την ζήσω. Το προηγούμενο βράδυ σε μια από τις ελάχιστες συζητήσεις που γίνονται πια μεταξύ τους ο άντρας είπε «Αυτό το κρεβάτι πρέπει να πεταχτεί. Αύριο κιόλας θα αγοράσω ένα καινούριο. Τι λες κι εσύ;» Αυτή δεν απάντησε. Λίγο αργότερα ενώ αυτός ροχάλιζε ξεδιάντροπα ένα πνιχτό κλάμα τάραξε τον λαιμό της καθώς κι ένα μικρό μέρος του στρώματος, αρκετό όμως να συντονιστεί απ’ άκρη σ’ άκρη με το γερασμένο μου σώμα. Μεσημέρι. Ο άντρας έχει γυρίσει απ’ τη δουλειά του και διαβάζει ίσως την εφημερίδα του στο σαλόνι. Η γυναίκα πάνω μου με κρυμμένο το κεφάλι στο σεντόνι και τα χέρια της με δύναμη να το κρατάνε, σαν ορειβάτης που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί μάταια στον βράχο προσπαθώντας να αποφύγει την ντετερμινιστικά δεδομένη πτώση, κλαίει χωρίς ντροπή υγραίνοντας το στρώμα. Αν είχα χέρια θα σε αγκάλιαζα Ιφιγένειά μου, έκανα να της πω ξεχνώντας για μια στιγμή πως φωνή δεν έχω. Αν είχα στόμα θα σε φιλούσα και θα προσπαθούσα να σε κάνω να γελάσεις αλλά θα με συγχωρέσεις γιατί δεν είμαι παρά ένα κρεβάτι, έτσι θα συνέχιζα και θα έκλεινα την φράση μου. Οι εργάτες ήρθαν με τον αντικαταστάτη μου. Σε λίγο θα αρχίσουν να με ξηλώνουν κι η Ιφιγένεια λυπάται περισσότερο γιατί ο έρωτας που ζωντανός ήταν κάποτε, πάνω μου γεννήθηκε κι έσβησε μια για πάντα. Γιατί ξέρει πως το καινούριο κρεβάτι δεν σημαίνει αναγέννηση συναισθημάτων και μοιάζει με ειρωνεία η καθαρότητά του προς την σκονισμένη από την παλαίωση σχέση τους. Μην κλαίς Ιφιγένεια, υπάρχουν και απόλυτα μοναχικοί άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο κι άνθρωποι που τα πεζοδρόμια και τις χαρτόκουτες έχουν κρεβάτι κάνει. Χαίρεται ζεύγος, το βράδυ κατά πως φαίνεται δεν θα προλάβω να δω. .......

5/6/12

Ρέθεμνος

Ρέθυμνο πόλη όμορφη με τους πολλούς μπεκρήδες

με οπλαρχηγούς, με βιαστές, καμμένους, χασικλήδες

Ρέθεμνος σένα αγαπώ εσύ μου δίνεις θάρρος

κι απόξω από σένανε εγώ παντού είμαι βάρος

εσύ μου δίνεις δύναμη εσύ μόνο με θρέφεις

γιατί όπου αλλού και να βρεθώ, γυρνώ σκυφτός σαν κλέφτης

Εμείς εδώ γιορτάζουμε εμείς εδώ γλεντάμε

εμείς εδώ δεν ξέρουμε άλλο απ’ το να τα σπάμε

Μη λες κουβέντα φίλε μου μόνο άδειασε την κούπα

να μην ακούω τσιμουδιά μα πέσε με τα μούτρα

ουίσκι θέλεις, θέλεις τζιν, πάρε και λίγη κόκα

άντρα τρανό να σε θωρώ κι όχι σαν καμιά κότα

Έτσι μωρέ, κανόνιστη κι αυτήνε από δίπλα

για να μην ξέρει πού πατεί να ‘ναι σε λίγο πίτα

να μη θωρεί πού βρίσκεται και πούθε θα ξυπνήσει

να ναι στ’ αλήθεια αξέχαστη η βραδυά που θα ‘χει ζήσει

Ρέθυμνο ξακουσμένο μου σαπίζεις και πηγαίνεις

κατήφορος σε ρούφηξε βρωμίζεις κι ομορφαίνεις

έτσι κι εγώ σε θώρησα, μικρό ξεφτιλισμένο

να ‘σαι καλά μα εγώ σε σε δεν ξαναματαβαίνω.
.......