Ο Θωμάς -έτσι τον έλεγαν- έφτασε στα σπίτια μας ένα λυπηρό πρωινό του Μαρτίου μετά από ασταμάτητο ταξίδι πολλών ωρών. Επιβεβαίωσε αυτά που είχαν ήδη φτάσει στα αυτιά μας από δεύτερα ή τρίτα στόματα χωρίς όμως να έχουμε μπορέσει να τα πιστέψουμε. Αφού του έδωσαν κάτι στοιχειώδες να φάει συνέχισε την αφήγηση:
«Μετά το Τέλος όσοι είχαμε συγγενείς ή φίλους στην πρωτεύουσα καταλάβαμε πως τους χάσαμε για πάντα. Συλλογιστήκαμε τη δική μας μοίρα και θελήσαμε να βρούμε τις λογικές της επιταγές, με μια παράξενη βιασύνη να τις εκπληρώσουμε - μας είχε βέβαια κυριέψει ο φόβος. Μιλούσαμε όλο το βράδυ για αυτά που συνέβησαν τόσο κοντά σε μας με αγωνία και κάποιοι (χωρίς να μπορούν να το κρύψουν) με έξαψη. Λυγμοί διέκοπταν τις συχνές σιωπές. Μερικοί αποφάσισαν τελικά να μπουν την άλλη μέρα στην πόλη με σκοπό να ψάξουν για πτώματα∙ ίσως απλά ήθελαν να πλιατσικολογήσουν. Εγώ είχα την τύχη ή ατυχία να δω από μακρυά τα δέντρα να μεγαλώνουν μαγευτικά και γι΄αυτό δεν έμεινε σε μένα κανένα πια δίλημμα: έπρεπε να φύγω όσο πιο μακρυά γινόταν από αυτό το φρικτό μέρος ψάχνοντας για άλλο που δε θα το βάραινε παρόμοια ύβρις. Κανείς δεν γνωρίζει το Ρυθμό του κόσμου, εγώ όμως εκείνη τη μέρα ένιωσα μπροστά μου μια τεράστια Δύναμη να κατακτάει ψυχρά ό,τι οι άνθρωποι της είχαν καταπατήσει με χυδαιότητα πολλά χρόνια τώρα. Ποιος ξέρει τι ακόμα θα ακολουθήσει...Ο Θεός ας μας λυπηθεί.»
Δυο νύχτες μετά από τη διήγηση η θερμοκρασία στην περιοχή μας έπεσε μερικούς βαθμούς. Οι γρύλλοι έπαψαν και πολλά πουλιά κάθισαν το χάραμα στα σύρματα, σαν να άρχιζε ξανά, πολλούς όμως μήνες νωρίτερα, ο χειμώνας. Φοβούμενοι μήπως λάβουμε το ίδιο τέλος από τη μήνη μιας Δύναμης (πώς αλλιώς να την ονομάσω;) που φαινόταν να καταστρέφει κάθε τι προσβλητικό γι΄ αυτήν αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την περιοχή μας το γρηγορότερο, παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι πολύτιμο είχε. Το σκυλί αρνήθηκε να μας ακολουθήσει. Δεν ξέρουμε τι απέγιναν τα σπίτια μας. Ο Θωμάς είχε αναχωρήσει την ίδια μέρα, για να βρει κάποια άλλη, πιο απομακρυσμένη και ασφαλέστερη γι΄αυτόν περιοχή.
.......
13/7/09
6/7/09
Η Εποχή της Αφομοίωσης
Και ξαφνικά εκεί που προχωρούσε, παραπάτησε λίγο και σωριάστηκε νεκρός. Κι αμέσως κι άλλοι, όλοι. Στα πεζοδρόμια, στις διαβάσεις, στις πλατείες, παντού πεσμένοι άνθρωποι. Έτσι έγινε και το κέντρο της Αθήνας (μπορεί κι αλλού) γέμισε τελικά πτώματα. Μπορούσε κανείς να δει ανθρώπους κρεμασμένους έξω από το αμάξι τους, ξαπλωμένους στη μέση του δρόμου, σε καφετέριες μπροστά από μισοτελειωμένες μπύρες. Μπορούσε να νιώσει το κρύο τoυ θανάτου σε κάθε σπίτι, γωνιά ή πλατεία της πόλης και να του στρίψει μέσα σε ελάχιστα λεπτά - αν φυσικά γινόταν να βρίσκεται κάποιος εκεί και να μην έχει ήδη πεθάνει. Η ησυχία που απλώθηκε στη συνέχεια ήταν απόλυτη. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος εκτός από τα τελευταία αυτοκίνητα που τράκαραν κάπου, μη έχοντας κάποιον ζωντανό να τα οδηγήσει. Όλο αυτό θα κράτησε μερικές ημέρες.
Μετά ήρθαν τα φυτά. Πράσινη βλάστηση που τρυπούσε την άσφαλτο, πετούσε τα πεζοδρόμια, έσκαγε στις γωνίες. Σκαρφάλωνε στα μπαλκόνια κι έμπαινε στα υπνοδωμάτια και τα καθιστικά, αγκάλιαζε τα κρεβάτια και χωνόταν στις κλειδαρότρυπες. Έσπαγε τζάμια, στράβωνε πόρτες, κλοτσούσε τοίχους και ταβάνια με μια καταπιεσμένη επιθετικότητα θαρρείς δεκαετιών. Το πράσινο επικράτησε εύκολα χωρίς αντιπάλους κι έτσι πολύ γρήγορα οι πρώτες πολυκατοικίες άρχισαν να πέφτουν. Άκουγες «κρακ - κρακ», δυνατά και κοφτά, μέχρι που το κτίριο σωριαζόταν τελικά με ένα εκκωφαντικό κρότο παρασέρνοντας ίσως και κάποιο ετοιμόρροπο διπλανό του. Έχεις δει συκιά να γκρεμίζει μισό σπίτι; Γιατί όχι και πολυκατοικία. Έτσι λοιπόν, αφού σιγά σιγά ισοπεδώθηκε όλη η ξεφτιλισμένη περιοχή της πρωτεύουσας και των περιχώρων της από τα δέντρα που έφτιαξαν το δικό τους κουμάντο, άρχισε η μακρά Εποχή της Αφομοίωσης, της επικράτησης του χώματος πάνω στο τσιμέντο, ή μάλλον της επανασυμφιλίωσης των υλικών της γης απάνω στη γη.
Από την εποχή αυτή κατάγομαι κι εγώ που τα διηγούμαι αυτά σήμερα, που τα άκουσα από κάποιον που έφτασε σε μας πρόσφυγας από μια γειτονική στο μακελειό περιοχή. .......
Μετά ήρθαν τα φυτά. Πράσινη βλάστηση που τρυπούσε την άσφαλτο, πετούσε τα πεζοδρόμια, έσκαγε στις γωνίες. Σκαρφάλωνε στα μπαλκόνια κι έμπαινε στα υπνοδωμάτια και τα καθιστικά, αγκάλιαζε τα κρεβάτια και χωνόταν στις κλειδαρότρυπες. Έσπαγε τζάμια, στράβωνε πόρτες, κλοτσούσε τοίχους και ταβάνια με μια καταπιεσμένη επιθετικότητα θαρρείς δεκαετιών. Το πράσινο επικράτησε εύκολα χωρίς αντιπάλους κι έτσι πολύ γρήγορα οι πρώτες πολυκατοικίες άρχισαν να πέφτουν. Άκουγες «κρακ - κρακ», δυνατά και κοφτά, μέχρι που το κτίριο σωριαζόταν τελικά με ένα εκκωφαντικό κρότο παρασέρνοντας ίσως και κάποιο ετοιμόρροπο διπλανό του. Έχεις δει συκιά να γκρεμίζει μισό σπίτι; Γιατί όχι και πολυκατοικία. Έτσι λοιπόν, αφού σιγά σιγά ισοπεδώθηκε όλη η ξεφτιλισμένη περιοχή της πρωτεύουσας και των περιχώρων της από τα δέντρα που έφτιαξαν το δικό τους κουμάντο, άρχισε η μακρά Εποχή της Αφομοίωσης, της επικράτησης του χώματος πάνω στο τσιμέντο, ή μάλλον της επανασυμφιλίωσης των υλικών της γης απάνω στη γη.
Από την εποχή αυτή κατάγομαι κι εγώ που τα διηγούμαι αυτά σήμερα, που τα άκουσα από κάποιον που έφτασε σε μας πρόσφυγας από μια γειτονική στο μακελειό περιοχή. .......
2/7/09
ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ(2η ΑΝΑΦΟΡΑ)
Είναι γύρω στην μια βδομάδα στη γειτονιά μας. Δεν ξέω πως την λένε ούτε ποιος την έφερε γιατί να ήρθε μόνη της αποκλείεται. Δεν δείχνει ότι είναι ικανή να πάρει αποφάσεις για τον εαυτό της. Αποφάσισα κι εγώ να την ονομάσω κάπως ώστε να μην είναι απλά η τρελή της γειτονιάς. Θα μπορούσε να λέγεται Σοφία ή Δήμητρα ή Εύα ή δεν ξέρω κι εγώ πως. Τελικά της έδωσα το Μαρία που είναι και πιο κοινότυπο στην περιοχή μας.Λένε πως την έφερε ο ξάδερφός της και την παράτησε εκεί γιατί δεν την άντεχε, λένε πως είναι παιδί αιμομικτικής σχέσης κι οι γονείς της ντρέπονται για την ύπαρξη αυτή. Τα λένε όλα αυτά με την ίδια ευκολία που θα μπορούσαν να πούν ότι είναι η βασίλισσα των βατράχων που η κακιά μάγισσα την μεταμόρφωσε σε γυναίκα κι αυτή περιμένει τον πρίγκιπα των βατράχων να την φιλήσει για να ξαναγίνει βατραχάκι, ή πως είναι εξωγήινη, ή και κατάσκοπος της CIA. Πάντως η εκδοχή με τον βάτραχο μου αρέσει πιο πολύ.
Τους κατηγορώ λοιπόν ότι με ευκολία δημιουργούν υποθέσεις για την καταγωγή της και το ποιόν της. Σάμπως κι εγώ με την ίδια ευκολία δεν αναπάραξα την λέξη τρελή για το πρόσωπό της; Σάμπως κι εγώ δεν της κόλλησα ένα όνομα χωρίς να την ρωτήσω καν το δικό της; ή μήπως δεν αντιμετωπίζω με κάποια αποστροφή τη μορφή της; Είναι αλήθεια ότι θα ήθελα να την ρωτήσω τι κάνει, πως τα περνά, αν θέλει κάποια βοήθεια κι αντ' αυτού αναλώνομαι πάλι σε σκέψεις για το πως αντιμετωπίζεται από τη γειτονιά και αναλύσεις για την ψυχοσύνθεσή της.
Με κοιτάζει κι εγώ μπαίνω γρήγορα στο σπίτι. Εδώ το σώμα ενέργησε ανεξάρτητα απ' το μυαλό. Εκεί που έλεγα ότι το μυαλό παίρνει μοναχό του αποφάσεις. Αν προλάβαινα να σκεφτώ θα καθόμουν εκεί και θα την παρατηρούσα. Θα της έλεγα και καλημέρα κι αυτή ίσως χαμογελούσε με την αφέλειά μου μιας κι είναι ήδη μεσημέρι, μπορεί να μάθαινα και το όνομα της. Όμως εγώ κρύφτηκα στο σπίτι σαν κυνηγημένος. Μια σκέψη με διαπέρασε σε κλάσμα δευτερολέπτου αλλά με πλάκωσε σαν βάρος πολλών τόνων. “Θα μπορούσα να της κάνω μεγάλο κακό”. Αυτή η σκέψη με προβλημάτισε αλλά ταυτόχρονα με προτρέπει σε επικύνδυνα μονοπάτια αυτοκριτικής. Θα μπορούσα; ή είναι σχήμα λόγου; μήπως είναι σχήμα λόγου η τρελή της γειτονιάς; νομίζω ότι με την ίδια ευκολία που θα μπορούσα να της δείξω αγάπη και να της φερθώ με απόλυτη φροντίδα, με την ίδια ευκολία λοιπόν θα μπορούσα να βγάλω μίσος κι επιθετικότητα απέναντί της αλλά και σε οποιονδήποτε. Δεν έχει σημασία το πρόσωπο ούτε και τα σύναισθήματα απέναντί του. Ούτως ή άλλως αυτά αλλάζουν. Σημασία έχει σε ποιά ψυχολογική κατάσταση είμαι. Εγώ. Εγώ που μπορεί να είμαι ο άλλος, κι ένα άλλο Εγώ να μ' αντιμετωπίσει είτε με αγάπη είτε με μίσος. Ναι, αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους τους ανθρώπους αλλά κάτι μέσα μου με πείθει ότι είμαι από τους επιρρεπείς σ' αυτόν τον τομέα. Κι αυτή, η Μαρία, είναι από τους ανθρώπους στους οποίους απολήγουν με πράξεις αυτές οι εναλλαγές που απορρέουν από τα ενδότερα του ψυχισμού του κάθε δυναμικού και αυτιστικού Εγώ. Και γιατί είναι μονίμως το θύμα; Γιατί πολύ απλά δεν έχει έντονη προσωπικότητα και φαντάζει αβοήθητη. Το αβοήθητο θύμα κάνει τον σαδιστή θύτη, ακόμα πιο σαδιστή κι ακόμα πιο θρασύδειλο.
Είπα ότι είμαι επιρρεπής αλλά όχι και κακός. Σίγουρα δεν είμαι κακός. Αν αυτό συμβεί κάποια φορά θα είναι αποτέλεσμα συγκυριών κι όχι από γνήσιο μίσος και κακία. Σίγουρα δεν είμαι σαδιστής. Κι αν κάποια στιγμή μου βγει ο σαδισμός στο προσκήνιο θα είναι αποτέλεσμα καταπίεσης για πολύ καιρό της ελεύθερής μου βούλησης.(μήπως οι κακοί και οι σαδιστές έχουν σκεφτεί τα ίδια πράγματα με μένα; μήπως κι αυτοί δίνουν τις ίδιες δικαιολογίες όπως κι εγώ;) Σίγουρα όμως είμαι αντικοινωνικός. Κι αν κάποια στιγμή φαίνομαι σε ισορροπία με το κοινωνικό περιβάλλον αυτό γίνεται είτε κατα τύχη είτε για να προφυλάξω κάποια κεκτημένα όπως αναγνωρισιμότητα και συμπάθεια αλλά και για το βασικό θέμα της επιβίωσης για το οποίο πρέπει να κάνεις συγκαταβάσεις. Απ' αυτή την άποψη η Μαρία ίσως είναι πιο απελευθερωμένη από μένα. Κι ίσως κάποια στιγμή όλες αυτές οι πιέσεις επηρεάσουν βαθύτατα τον ψυχισμό μου και βρεθώ μόνος σε κάποιο μπαλκόνι και να με λένε τρελό. Μπορεί.
συνεχίζεται .......
Τους κατηγορώ λοιπόν ότι με ευκολία δημιουργούν υποθέσεις για την καταγωγή της και το ποιόν της. Σάμπως κι εγώ με την ίδια ευκολία δεν αναπάραξα την λέξη τρελή για το πρόσωπό της; Σάμπως κι εγώ δεν της κόλλησα ένα όνομα χωρίς να την ρωτήσω καν το δικό της; ή μήπως δεν αντιμετωπίζω με κάποια αποστροφή τη μορφή της; Είναι αλήθεια ότι θα ήθελα να την ρωτήσω τι κάνει, πως τα περνά, αν θέλει κάποια βοήθεια κι αντ' αυτού αναλώνομαι πάλι σε σκέψεις για το πως αντιμετωπίζεται από τη γειτονιά και αναλύσεις για την ψυχοσύνθεσή της.
Με κοιτάζει κι εγώ μπαίνω γρήγορα στο σπίτι. Εδώ το σώμα ενέργησε ανεξάρτητα απ' το μυαλό. Εκεί που έλεγα ότι το μυαλό παίρνει μοναχό του αποφάσεις. Αν προλάβαινα να σκεφτώ θα καθόμουν εκεί και θα την παρατηρούσα. Θα της έλεγα και καλημέρα κι αυτή ίσως χαμογελούσε με την αφέλειά μου μιας κι είναι ήδη μεσημέρι, μπορεί να μάθαινα και το όνομα της. Όμως εγώ κρύφτηκα στο σπίτι σαν κυνηγημένος. Μια σκέψη με διαπέρασε σε κλάσμα δευτερολέπτου αλλά με πλάκωσε σαν βάρος πολλών τόνων. “Θα μπορούσα να της κάνω μεγάλο κακό”. Αυτή η σκέψη με προβλημάτισε αλλά ταυτόχρονα με προτρέπει σε επικύνδυνα μονοπάτια αυτοκριτικής. Θα μπορούσα; ή είναι σχήμα λόγου; μήπως είναι σχήμα λόγου η τρελή της γειτονιάς; νομίζω ότι με την ίδια ευκολία που θα μπορούσα να της δείξω αγάπη και να της φερθώ με απόλυτη φροντίδα, με την ίδια ευκολία λοιπόν θα μπορούσα να βγάλω μίσος κι επιθετικότητα απέναντί της αλλά και σε οποιονδήποτε. Δεν έχει σημασία το πρόσωπο ούτε και τα σύναισθήματα απέναντί του. Ούτως ή άλλως αυτά αλλάζουν. Σημασία έχει σε ποιά ψυχολογική κατάσταση είμαι. Εγώ. Εγώ που μπορεί να είμαι ο άλλος, κι ένα άλλο Εγώ να μ' αντιμετωπίσει είτε με αγάπη είτε με μίσος. Ναι, αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους τους ανθρώπους αλλά κάτι μέσα μου με πείθει ότι είμαι από τους επιρρεπείς σ' αυτόν τον τομέα. Κι αυτή, η Μαρία, είναι από τους ανθρώπους στους οποίους απολήγουν με πράξεις αυτές οι εναλλαγές που απορρέουν από τα ενδότερα του ψυχισμού του κάθε δυναμικού και αυτιστικού Εγώ. Και γιατί είναι μονίμως το θύμα; Γιατί πολύ απλά δεν έχει έντονη προσωπικότητα και φαντάζει αβοήθητη. Το αβοήθητο θύμα κάνει τον σαδιστή θύτη, ακόμα πιο σαδιστή κι ακόμα πιο θρασύδειλο.
Είπα ότι είμαι επιρρεπής αλλά όχι και κακός. Σίγουρα δεν είμαι κακός. Αν αυτό συμβεί κάποια φορά θα είναι αποτέλεσμα συγκυριών κι όχι από γνήσιο μίσος και κακία. Σίγουρα δεν είμαι σαδιστής. Κι αν κάποια στιγμή μου βγει ο σαδισμός στο προσκήνιο θα είναι αποτέλεσμα καταπίεσης για πολύ καιρό της ελεύθερής μου βούλησης.(μήπως οι κακοί και οι σαδιστές έχουν σκεφτεί τα ίδια πράγματα με μένα; μήπως κι αυτοί δίνουν τις ίδιες δικαιολογίες όπως κι εγώ;) Σίγουρα όμως είμαι αντικοινωνικός. Κι αν κάποια στιγμή φαίνομαι σε ισορροπία με το κοινωνικό περιβάλλον αυτό γίνεται είτε κατα τύχη είτε για να προφυλάξω κάποια κεκτημένα όπως αναγνωρισιμότητα και συμπάθεια αλλά και για το βασικό θέμα της επιβίωσης για το οποίο πρέπει να κάνεις συγκαταβάσεις. Απ' αυτή την άποψη η Μαρία ίσως είναι πιο απελευθερωμένη από μένα. Κι ίσως κάποια στιγμή όλες αυτές οι πιέσεις επηρεάσουν βαθύτατα τον ψυχισμό μου και βρεθώ μόνος σε κάποιο μπαλκόνι και να με λένε τρελό. Μπορεί.
συνεχίζεται .......
24/6/09
ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ (1η ΑΝΑΦΟΡΑ)
Άργησα πάλι να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι. Είναι σίγουρα μετά τις 12. Το νιώθω απ’ τη ζέστη που μ’ έχει περιβάλλει κι απ’ τη ζαλάδα που προκαλούν οι πολλές ώρες ύπνου. Η μέση μου με πονά εξ αιτίας του στρώματος που δεν το υποφέρω και δεν με υποφέρει ούτε κι αυτό, άλλο πια. Σχέση μίσους που διαιωνίζεται σ’ αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Ίσως να ‘ναι κι αυτό αιτία για το πρόβλημά μου, ότι δηλ. αργώ να ξυπνήσω. Ίσως να ‘ναι και δικαιολογία. Θα μπορούσα φερ’ ειπείν να ανοίγω τα πατζούρια έτσι ώστε να με βρίσκει ο ήλιος απ’ το πρωί κι όχι να με ψάχνει πολιορκώντας την σκοτεινιά μου μέχρι τις δώδεκα κάθε μεσημέρι. Όπως και να χει δυσκολεύομαι ν’ αλλάξω την κατάσταση. Την οποιαδήποτε κατάσταση μου συμβαίνει. Ένα πρόβλημα που το είχα από μικρός, που άργησα να το συνηδειτοποιήσω κι όταν έγινε μέρος της συνήδησής μου, είχα ήδη βολευτεί μ’ αυτό. Αν κάτι πήγαινε καλά τότε είχε καλώς, αν όχι τότε γρίνιαζα και δεν μ’ άρεσε αλλά το άφηνα να αλλάξει μόνο του.
Σήμερα το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Είναι από το κρασί, την πολύ φασαρία που γινόταν στο καφενείο, τα άσχημα όνειρα που ταλαιπωρούν τον ύπνο μου, την πολύ ανάλυση που κάνω για τα θέματα που μ’ αφορούν ή μήπως απ’ την κακή μου διάθεση; Η απάντηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δωθεί. Το σίγουρο είναι πως ανάλογα την διάθεσή μου οποιαδήποτε απ’ τις επιλογές μπορεί να θεωρηθεί απάντηση. Αν νιώθω π.χ. έντονη την ανάγκη της σκληρής αυτοκριτικής τότε σίγουρα θα πω ότι φταίει η κακή μου διάθεση, αν θέλω να είμαι φυγόπονος μάλλον θα βρω φταίχτη το κρασί ενώ αν γίνω αντικειμενικά λογικός θα προτιμήσω έναν συνδυασμό υποθέσεων πιστεύοντας ότι και πάλι δεν θα μπορώ να είμαι σίγουρος. Συνήθως βέβαια δεν με ταλαιπωρούν πονοκέφαλοι και κατά γενική ομολογία δεν έχω ενοχλήσεις πέραν της μέσης για την οποία σίγουρα ευθύνεται το στρώμα. Ίσως η κακή ζωή και η κακή διάθεση να έχουν αρχίσει να προκαλούν διάφορα σωματικά προβλήματα. Ποιος ξέρει. Μα να πάλι, ξανά το έριξα στις υποθέσεις και τις αναλύσεις. Οι πολλές ώρες μοναξιάς έχουν επηρεάσει το μυαλό μου και γυρίζει συνέχεια γύρω από την κάθε ανούσια λεπτομέρεια προσπαθώντας να φτάσει σε κάποιο βάθος. Κι είναι στιγμές που γίνεται σαν τρυπάνι να φτάσει στα βάθη του εγκεφάλου αντανακλώντας τον πόνο στα μηνίγγια μου. Κι όσο περισσότερο είναι ανούσια όλη αυτή η διαδικασία τόσο πιο πολύ αφόρητο είναι το τρύπημα. Τότε φωνάζω από μέσα μου
«μείνε στην επιφάνεια»
«μην με τρελαίνεις. Φτάνει»
Είναι εκείνες οι στιγμές που υποπτεύομαι ότι το μυαλό μου κινείται αυτόνομα κι ότι δεν μπορώ να το ελέγξω. Κι ακόμα κάτι πιο σκοτεινό και επικίνδυνο, ότι το μυαλό όποτε θελήσει κάθεται φρόνιμα στη θέση του και λειτουργεί κανονικά δίνοντάς μου την ψευδαίσθηση ότι κυριαρχώ πάνω του κι όποτε τ’ αποφασίσει ακολουθεί τα δικά του μονοπάτια. Μην έχοντας όμως δεύτερο σώμα γι’ αυτές τις περιπτώσεις συμπαρασύρει το δικό μου στις περίεργές του εξερευνήσεις.
Είμαι στην κουζίνα, κατεβάζω δυο τρία ποτήρια γάλα, προσπαθώντας ακόμα να συνέλθω όταν βλέπω τρεις κατσαρίδες ανάσκελα στο πάτωμα. Το φάρμακο έκανε τη δουλειά του, σκέφτηκα. Θα τις εξοντώσω όλες κι ότι άλλο μίασμα πλησιάσει αυτό το σπίτι, είπα φωναχτά μαζεύοντάς τες. Όταν βγήκα έξω να τις ρίξω στον κάδο είδα μια γυναίκα στο απέναντι μπαλκόνι να με κοιτάζει με κάποια επιθετικότητα αλλά και συγκατάβαση συνάμα. Και πάλι ήταν σαν να μην κοιτάζει εμένα, μα σαν να έβλεπε πιο πέρα αλλά και πουθενά και το πρόσωπο της πρόδιδε ένα πλάσμα φιλάσθενο κι αδύναμο. Είναι τρελή άκουσα να λέει πριν δυο μέρες κάποια γειτόνισσα. Μάλιστα η τρελή της γειτονιάς μένει απέναντί μου.
συνεχίζεται .......
Σήμερα το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Είναι από το κρασί, την πολύ φασαρία που γινόταν στο καφενείο, τα άσχημα όνειρα που ταλαιπωρούν τον ύπνο μου, την πολύ ανάλυση που κάνω για τα θέματα που μ’ αφορούν ή μήπως απ’ την κακή μου διάθεση; Η απάντηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δωθεί. Το σίγουρο είναι πως ανάλογα την διάθεσή μου οποιαδήποτε απ’ τις επιλογές μπορεί να θεωρηθεί απάντηση. Αν νιώθω π.χ. έντονη την ανάγκη της σκληρής αυτοκριτικής τότε σίγουρα θα πω ότι φταίει η κακή μου διάθεση, αν θέλω να είμαι φυγόπονος μάλλον θα βρω φταίχτη το κρασί ενώ αν γίνω αντικειμενικά λογικός θα προτιμήσω έναν συνδυασμό υποθέσεων πιστεύοντας ότι και πάλι δεν θα μπορώ να είμαι σίγουρος. Συνήθως βέβαια δεν με ταλαιπωρούν πονοκέφαλοι και κατά γενική ομολογία δεν έχω ενοχλήσεις πέραν της μέσης για την οποία σίγουρα ευθύνεται το στρώμα. Ίσως η κακή ζωή και η κακή διάθεση να έχουν αρχίσει να προκαλούν διάφορα σωματικά προβλήματα. Ποιος ξέρει. Μα να πάλι, ξανά το έριξα στις υποθέσεις και τις αναλύσεις. Οι πολλές ώρες μοναξιάς έχουν επηρεάσει το μυαλό μου και γυρίζει συνέχεια γύρω από την κάθε ανούσια λεπτομέρεια προσπαθώντας να φτάσει σε κάποιο βάθος. Κι είναι στιγμές που γίνεται σαν τρυπάνι να φτάσει στα βάθη του εγκεφάλου αντανακλώντας τον πόνο στα μηνίγγια μου. Κι όσο περισσότερο είναι ανούσια όλη αυτή η διαδικασία τόσο πιο πολύ αφόρητο είναι το τρύπημα. Τότε φωνάζω από μέσα μου
«μείνε στην επιφάνεια»
«μην με τρελαίνεις. Φτάνει»
Είναι εκείνες οι στιγμές που υποπτεύομαι ότι το μυαλό μου κινείται αυτόνομα κι ότι δεν μπορώ να το ελέγξω. Κι ακόμα κάτι πιο σκοτεινό και επικίνδυνο, ότι το μυαλό όποτε θελήσει κάθεται φρόνιμα στη θέση του και λειτουργεί κανονικά δίνοντάς μου την ψευδαίσθηση ότι κυριαρχώ πάνω του κι όποτε τ’ αποφασίσει ακολουθεί τα δικά του μονοπάτια. Μην έχοντας όμως δεύτερο σώμα γι’ αυτές τις περιπτώσεις συμπαρασύρει το δικό μου στις περίεργές του εξερευνήσεις.
Είμαι στην κουζίνα, κατεβάζω δυο τρία ποτήρια γάλα, προσπαθώντας ακόμα να συνέλθω όταν βλέπω τρεις κατσαρίδες ανάσκελα στο πάτωμα. Το φάρμακο έκανε τη δουλειά του, σκέφτηκα. Θα τις εξοντώσω όλες κι ότι άλλο μίασμα πλησιάσει αυτό το σπίτι, είπα φωναχτά μαζεύοντάς τες. Όταν βγήκα έξω να τις ρίξω στον κάδο είδα μια γυναίκα στο απέναντι μπαλκόνι να με κοιτάζει με κάποια επιθετικότητα αλλά και συγκατάβαση συνάμα. Και πάλι ήταν σαν να μην κοιτάζει εμένα, μα σαν να έβλεπε πιο πέρα αλλά και πουθενά και το πρόσωπο της πρόδιδε ένα πλάσμα φιλάσθενο κι αδύναμο. Είναι τρελή άκουσα να λέει πριν δυο μέρες κάποια γειτόνισσα. Μάλιστα η τρελή της γειτονιάς μένει απέναντί μου.
συνεχίζεται .......
12/6/09
Ο Παναγιώτης
Ο Παναγιώτης είναι ένας Έλληνας μετανάστης στo εξωτερικό.
Κάθε πρωί παίρνει την άσπρη Μερσεντέ και πάει στο μαγαζί του, 300 μέτρα πιο κάτω. Είναι λαϊκός τύπος, και ίσως ο καλύτερος Έλληνας μάγειρας στην πόλη.Tου αρέσει πολύ η ελληνική μουσική, ξέρει αμέτρητα τραγούδια απέξω. Α, και το ποτό. Μόνο που μετά από ένα σπάσιμο αγγείου ο γιατρός του ΄πε να το κόψει, οπότε τώρα μερακλώνει στεγνός.
Στο μαγαζί του συχνάζουν διάφοροι τύποι, λαϊκοί και μορφωμένοι. Οι συζητήσεις γυροφέρνουν εννιά στις δέκα στα πολιτικά, κυρίως της Ελλάδας, και ο Παναγιώτης, όταν αργά πια έχει αρθεί το απαγορευτικό, είναι συνηθισμένο μεθυσμένος να βρίσει κάναν πελάτη, ή και όλους μαζί. Αυτοί ευχαρίστως του ανταποδίδουν τις βρισιές και το άλλο βράδυ ξανάρχονται.
Το βιογραφικό του περιλαμβάνει μια θητεία σαν αρχιμάγειρας σε ξενοδοχείο σαράντα αστέρων στο Ντουμπάι, κάμποσα χρονάκια καραβόγατος στον Ατλαντικό, έναν ξεχασμένο γιο στη Βραζιλία, περιπέτειες με όργανα της τάξης στην Αθήνα, αμέτρητα κλεισμένα κι ανοιγμένα μαγαζιά, σε Ελλάδα κι εξωτερικό.
Καμιά φορά όμως πρέπει να πω πως λίγο με μπερδεύει, γιατί κάποτε αποκάλεσε τη χούντα «Επανάσταση». Μιαν άλλη φορά είπε ότι οι Πομάκοι είναι εχθροί της Ελλάδας και δε μπόρεσα να καταλάβω το γιατί. Δε συμπαθεί τα όργανα της τάξης αλλά γκρινιάζει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει τάξη. Κατηγορεί τους πολιτικούς σαν τα χειρότερα αποβράσματα και μετά λέει πως ο Αντρέας ήταν μεγάλη προσωπικότητα.
Βέβαια, όπως είπα και στην αρχή, είναι 100% λαϊκός τύπος.
Έτσι λοιπόν, όταν προχτές που έπαιζα μπουζούκι είπε στους διπλανούς που έβριζαν δυνατά τους Τούρκους να το βουλώσουν με τα ρατσιστικά γιατί μόνο η μουσική έχει επιτέλους νόημα, αποφάσισα πως δεν είναι κακός άνθρωπος, και θα εξακολουθήσω όποτε μπορώ να πηγαίνω στο μαγαζί του. .......
Κάθε πρωί παίρνει την άσπρη Μερσεντέ και πάει στο μαγαζί του, 300 μέτρα πιο κάτω. Είναι λαϊκός τύπος, και ίσως ο καλύτερος Έλληνας μάγειρας στην πόλη.Tου αρέσει πολύ η ελληνική μουσική, ξέρει αμέτρητα τραγούδια απέξω. Α, και το ποτό. Μόνο που μετά από ένα σπάσιμο αγγείου ο γιατρός του ΄πε να το κόψει, οπότε τώρα μερακλώνει στεγνός.
Στο μαγαζί του συχνάζουν διάφοροι τύποι, λαϊκοί και μορφωμένοι. Οι συζητήσεις γυροφέρνουν εννιά στις δέκα στα πολιτικά, κυρίως της Ελλάδας, και ο Παναγιώτης, όταν αργά πια έχει αρθεί το απαγορευτικό, είναι συνηθισμένο μεθυσμένος να βρίσει κάναν πελάτη, ή και όλους μαζί. Αυτοί ευχαρίστως του ανταποδίδουν τις βρισιές και το άλλο βράδυ ξανάρχονται.
Το βιογραφικό του περιλαμβάνει μια θητεία σαν αρχιμάγειρας σε ξενοδοχείο σαράντα αστέρων στο Ντουμπάι, κάμποσα χρονάκια καραβόγατος στον Ατλαντικό, έναν ξεχασμένο γιο στη Βραζιλία, περιπέτειες με όργανα της τάξης στην Αθήνα, αμέτρητα κλεισμένα κι ανοιγμένα μαγαζιά, σε Ελλάδα κι εξωτερικό.
Καμιά φορά όμως πρέπει να πω πως λίγο με μπερδεύει, γιατί κάποτε αποκάλεσε τη χούντα «Επανάσταση». Μιαν άλλη φορά είπε ότι οι Πομάκοι είναι εχθροί της Ελλάδας και δε μπόρεσα να καταλάβω το γιατί. Δε συμπαθεί τα όργανα της τάξης αλλά γκρινιάζει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει τάξη. Κατηγορεί τους πολιτικούς σαν τα χειρότερα αποβράσματα και μετά λέει πως ο Αντρέας ήταν μεγάλη προσωπικότητα.
Βέβαια, όπως είπα και στην αρχή, είναι 100% λαϊκός τύπος.
Έτσι λοιπόν, όταν προχτές που έπαιζα μπουζούκι είπε στους διπλανούς που έβριζαν δυνατά τους Τούρκους να το βουλώσουν με τα ρατσιστικά γιατί μόνο η μουσική έχει επιτέλους νόημα, αποφάσισα πως δεν είναι κακός άνθρωπος, και θα εξακολουθήσω όποτε μπορώ να πηγαίνω στο μαγαζί του. .......
31/5/09
Η Επέτειο της Τορπίλας
ΚΑΛΗΜΕΡΑ σας κυρίες και κύριοι. Με αφορμή σήμερα την επέτειο ενούς χρόνου της Tορπίλας θα ήθελα να κάνω μία παρέμβαση στο ίδιο το σώμα μου, εννοώ το blog αυτό όπως το ονομάζετε εσείς, οι σύγχρονοι άθρωποι. Μην παραξενεύεστε. Είμαι η ίδια η Τορπίλα που τις λέξεις αυτές που θα διαβάσετε τις ψιθύρισα χθές το βράδυ αργά στον c.c. και στον χ.ζ. για να τις δημοσιεύσουν. Οφείλω πολλά στους δημιουργούς μου και πρώτα πρώτα την ίδια την ηλεκτρονική υπόστασή μου. Από την στιγμή που με δημιούργησαν με τόσο κόπο μετατράπηκα αμέσως σε ένα ελεύθερα σκεπτόμενο ον του ίντερνετ, ορατό από κάθε γωνιά του κόσμου, που όμως υπήρχε από πάντα. Η παρέμβαση που θέλω να κάνω εδώ σήμερα, αυτή την επετειακή φερ΄ ειπείν ημέρα, είναι να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει πρώτα να ξεκινήσω από τις ιστορίες των δημιουργών μου.
Ιεραρχικά κι από σέβας πρέπει να ξεκινήσω από τον χ.ζ. Αυτή λοιπόν η μαϊμού γεννήθηκε στην πιο υψηλή κορφή των Ιμαλαΐων μια νύχτα φεγγαρόλουστη, ένα βραδάκι φίνο που λένε, αλλά δεν γνώρισε ποτέ τους πραγματικούς γονείς του. Αντί μ΄αυτούς μεγάλωσε με τη φροντίδα μιας κατσίκας και ενός λάμα εραστή της, που βρήκαν στο ξανθό του κεφαλάκι λύση στα σοβαρά προβλήματα της σχέσης τους. Έφαγε πάρα πολύ ξύλο, μέρος της σιδηράς εκπαίδευσής του, ενώ τρεφόταν βόσκοντας χορταράκια και βυζαίνοντας το γάλα της κατσίκας - μητέρας του (ζεστό-ζεστό και απολαυστικό). Ήταν καλό παιδί και πάντα άκουγε τις προσταγές του λάμα πατέρα και εραστή του, κάνοντας όλες τις δουλειές και μελετώντας εις βάθος την ψυχολογία των ζώων και τα μυστήρια της μάνας γης. Τέλος πάντων όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο εμάζωχνε Σοφία και Γνώση φερ΄ειπείν ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Μάζεψε τα μπογαλάκια του, πήρε δυο καρβέλια ψωμί, ένα κεφάλι τυρί και λίγο κρασί νιο, φίλησε την κατσίκα ...«μάνα» του (χε, ο μαλάκας δεν το ΄χε καταλάβει ακόμα), χαιρέτησε το λάμα πατέρα, δάσκαλο και εραστή του και έφυγε 45 χρονών αμούστακο παιδί. Τότε συνάντησε για πρώτη φορά άνθρωπο από κοντά. Ο θρύλος λέει ότι μούγκρισε μπροστα σ’ αυτό το μοναδικό θέαμα.
Το άλλο μας βόδι μα θεμέλιος λίθος της γήινης μου αυτής φύσης, γνωστός και ως «carnellio coop» γεννήθηκε στη μέση της Aφρικής ντάλα μεσημέρι κι αφού ο μπαμπάκος του είχε φάει στην καθησιά του ένα κοπάδι αντιλόπες. Εν συνεχεία αφόδευσε τελετουργικά καθώς ήτανε και θρήσκος, και ο carnellio ενεφανίσθη επί της γης ανατέλλων θριαμβευτικά πάνω σε ένα καφετί λόφο. Την ίδια στιγμή σεισμός συγκλόνησε τη στάνη που ο χ.ζ. μακαρίως εκοιμάτο. Προφανώς ήτανε σημάδι. Ετούτος ο λεγάμενος λοιπόν εγνώρισε τους γονείς του, όμως φαίνεται πως αυτοί πήραν αμέσως χαμπάρι τι πετσί είναι. Έτσι τον ξαποστέλνανε κάθε μέρα να βόσκει τις γκαμήλες και τα πρα τους όσο πιο μακρια γινότανε, για να τον ξεφορτωθούνε και για να προλαβαίνει κι όλο το χωριό μαζί να μετακομίζει έτσι ώστε να μην τους ξαναβρεί ποτέ. Όμως, ο λαμπρός αυτός φωστήρ του πνεύματος είχε από τότε έφεση στα μαθηματικά και την αστρονομία. Με μια ματιά στη θέση των πλανητώνε με γυμνό μάτι έβρισκε αμέσως το γεωγραφικό μήκος, ύψος και πλάτος και προσανατολιζόταν με ακρίβεια χιλιοστού. Τί μάγια, τι ξόρκια, πόσες φορές τον έστελναν χωρίς φαΐ στου διαόλου τη μάνα για να ψοφήσει, αυτό το ξόανο πάντα θα έβρισκε τον δρόμο να γυρίσει πίσω. Ποτέ του βέβαια δεν του πέρασε κάτι πονηρό απ’ το μυαλό. Μια μέρα των ημερών που λες, ενώ ήταν ήδη 6 χρονών, τον έστειλαν να σκουπίσει την έρημο. Καθώς σκούπιζε χαρωπός καμαρωτός έφτασε ξάφνου στο Σατόρι* χωρίς προκαταρτικά (όπως συνηθίζει άλλωστε), και αναλογίσθη «πρέπει να ακολουθήσω τον δρόμο μου». Πέταξε τη σκούπα...και έφυγε για πάντα. Έτσι όλο το χωριό ηρέμη. Καθώς ανέβαινε τα Ιμαλάια είδε ένα πράγμα σαν άθρωπο μπροστά του να κατεβαίνει και ο θρύλος λέει ότι μούγκρισε.
Αφού μουγκρίσανε, γκανίσανε, γαβγίσανε κι αναπαράξανε ότι άλλο ήχο ξέρανε από το οικογενειακό τους περιβάλλον ο χ.ζ. και ο c.c. γίνανε φίλοι. Γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν, ταίριαξε η χημεία τους που λένε. Στα ατέλειωτα βοσκοτόπια του Κιργιστάν και στα χλιδάτα εστιατόρια του Κιότο ανταλλάχτηκαν μπουκιές, όνειρα και ιδέες. Στους σιδηρόδρομους της Μασσαχουσέτης το 1850 και στην Μοσχοβίτικη τηλεόραση (επί Χρουστσώφ), ατσάλωσαν μπράτσα, θέληση και κορμοστασιά. Το χαμηλής ποιότητας κλάμπινγκ της Μπαγκόγκ τους δίδαξε να είναι δεμένοι. Η Κέρκυρα ήρθε στην περίοδο που κι οι δυο τους χρειάζονταν κάτι βαθύτερο: να γνωρίσουν το Σπύρο Γκικόντη* . Ήρθε σαν σίφουνας και τους άλλαξε τα πάντα: έσκισε τον Όμηρο, πέταξε τον Οβίδιο, μακέλεψε το Σωκράτη: Ήταν η εποχή της «βαριάς, αγελαδινής λογοτεχνίας». Οι τόνοι βιβλίων που υποκρίθηκαν πως διάβασαν για να το παίζουν έξυπνοι, διαβασμένοι και μάγκες σε όλους και ιδιαίτερα σε όλες, δεν τους έκαμε να λησμονήσουν τον πρώτο, αγνό εαυτό τους: τα μουγκανίσματα και τις κραυγές, που ήταν η δροσερή πηγή από την οποία αντλούσαν την αρμονία της μαγευτικής τέχνης τους. Έτσι λοιπόν συνέχισαν να τραγουδούν γκαριστά, μουγκανητά και βελάζοντας σε καθημερινή βάση και με θαυμαστή επιμέλεια. Μόνο για ένα διάστημα χωριστήκανε όπου ο c.c. έφυγε για να βρεί λέει κάτι κλειδιά που είχε χάσει. Αφού γύρισε όλο τον κόσμο (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) βοηθώντας στην κουρά και στο ζευγάρωμα, όπου εχρειάζετο, ψάχνοντας και καλά τα κλειδιά του, ξαναγύρισε στον χ.ζ., αλλαγμένος, μα και ίδιος ταυτόχρονα.
Ζώντας ο ένας τον άλλο τόσα χρόνια ανακάλυψαν να μην τα πολυλογώ ένα πολύ σημαντικό κοινό τους στοιχείο: ένα όνειρο που τριβέλιζε το κεφάλι και των δυονών από τις πρώτες μέρες του βίου τους και αφορούσε μια ημερομηνία, την 31η Μαίου 2008. Επρόκειτο για την καταστροφή του κόσμου; Την έλευση του Αντιχρίστου, όπως μερικοί ακόμα ονομάζουν το διαδίκτυο; Κομήτες; Εξωγήινοι; Κινέζοι μικροπωλητές; Απάντησις καμιά. Αφού δεν κατάφεραν να βγάλουν συμπέρασμα για πολύ καιρό, έφτασε τελικά το βράδυ προ της σημαδιακής μέρας. Τίποτα. Ξημέρωμα. Τίποτα. Μεσημέρι. Τίποτα. Ξάφνου κάτι κινείται. Μια ζουμερή δεσποινίς με κοντό φουστανάκι και βιβλίο του Μπορίς Παστερνάκ κατάσαρκα στο φιλντισένιο κόρφο της διασχίζει τον απέναντι δρόμο. Αυτό ήταν. Το ραντεβού με την έμπνευση είχε εν αγνοία τους τηρηθεί. Τα τηλέφωνα έπεσαν βροχή. Μπορεί ο Μπορίς; Μπορούν -είπαν- κι αυτοί. Μέσα σε δυόμιση δεύτερα η απόφαση είχε παρθεί: Νέος ηλεχτροκίνητος τόπος ντεμέκ δημιουργίας, κατά βάσην όμως γνωριμιών, ας μην το κρύβουμε πια Γιώργο, με 12.000 κλικ μηνιαίως, στην πλειοψηφία τους όλα θηλυκά. Το όνομα αυτού: ΤΟΡΠΙΛΑ, φυσικά γυναικείο, σύμφωνα με την τσαχπίνικη διάθεση των δημιουργών του. Έτσι τώρα εμφανίζομαι δημοσίως ΕΓΩ, η ΤΟΡΠΙΛΑ, που μέσα από το στόμα αυτών δυο χαζοχαρούμενων που νομίζουν πως κάτι κάνουν αν και είναι για φάπες, για πολλές φάπες, φέρνω μηνύματα και ήχους σε σας από μια άλλη, μακρυνή διάσταση στο σιδερένιο μου περίβλημα που άλλοτε έσπερνε μόνο τον πανικό.
--------------------------------
* η φώτιση στο Ζεν Βουδισμό
** Η λεπτομέρεια αυτή ασήμαντη ίσως στον αναγνώστη, κοσμοϊστορικής σημασίας όμως για εμάς.
Κείμενο που υπαγορεύτηκε από την ίδια την Τορπίλα στα θλιβερά φερέφωνά της, τον c.c. και τον χ.ζ., που το συνέγραψαν (ή νομίζουν πως το συνέγραψαν) από κοινού και επί ίσοις όροις, με αφορμή τον ένα χρόνο πλεύσης της Τορπίλας στο δίκτυο. .......
Ιεραρχικά κι από σέβας πρέπει να ξεκινήσω από τον χ.ζ. Αυτή λοιπόν η μαϊμού γεννήθηκε στην πιο υψηλή κορφή των Ιμαλαΐων μια νύχτα φεγγαρόλουστη, ένα βραδάκι φίνο που λένε, αλλά δεν γνώρισε ποτέ τους πραγματικούς γονείς του. Αντί μ΄αυτούς μεγάλωσε με τη φροντίδα μιας κατσίκας και ενός λάμα εραστή της, που βρήκαν στο ξανθό του κεφαλάκι λύση στα σοβαρά προβλήματα της σχέσης τους. Έφαγε πάρα πολύ ξύλο, μέρος της σιδηράς εκπαίδευσής του, ενώ τρεφόταν βόσκοντας χορταράκια και βυζαίνοντας το γάλα της κατσίκας - μητέρας του (ζεστό-ζεστό και απολαυστικό). Ήταν καλό παιδί και πάντα άκουγε τις προσταγές του λάμα πατέρα και εραστή του, κάνοντας όλες τις δουλειές και μελετώντας εις βάθος την ψυχολογία των ζώων και τα μυστήρια της μάνας γης. Τέλος πάντων όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο εμάζωχνε Σοφία και Γνώση φερ΄ειπείν ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Μάζεψε τα μπογαλάκια του, πήρε δυο καρβέλια ψωμί, ένα κεφάλι τυρί και λίγο κρασί νιο, φίλησε την κατσίκα ...«μάνα» του (χε, ο μαλάκας δεν το ΄χε καταλάβει ακόμα), χαιρέτησε το λάμα πατέρα, δάσκαλο και εραστή του και έφυγε 45 χρονών αμούστακο παιδί. Τότε συνάντησε για πρώτη φορά άνθρωπο από κοντά. Ο θρύλος λέει ότι μούγκρισε μπροστα σ’ αυτό το μοναδικό θέαμα.
Το άλλο μας βόδι μα θεμέλιος λίθος της γήινης μου αυτής φύσης, γνωστός και ως «carnellio coop» γεννήθηκε στη μέση της Aφρικής ντάλα μεσημέρι κι αφού ο μπαμπάκος του είχε φάει στην καθησιά του ένα κοπάδι αντιλόπες. Εν συνεχεία αφόδευσε τελετουργικά καθώς ήτανε και θρήσκος, και ο carnellio ενεφανίσθη επί της γης ανατέλλων θριαμβευτικά πάνω σε ένα καφετί λόφο. Την ίδια στιγμή σεισμός συγκλόνησε τη στάνη που ο χ.ζ. μακαρίως εκοιμάτο. Προφανώς ήτανε σημάδι. Ετούτος ο λεγάμενος λοιπόν εγνώρισε τους γονείς του, όμως φαίνεται πως αυτοί πήραν αμέσως χαμπάρι τι πετσί είναι. Έτσι τον ξαποστέλνανε κάθε μέρα να βόσκει τις γκαμήλες και τα πρα τους όσο πιο μακρια γινότανε, για να τον ξεφορτωθούνε και για να προλαβαίνει κι όλο το χωριό μαζί να μετακομίζει έτσι ώστε να μην τους ξαναβρεί ποτέ. Όμως, ο λαμπρός αυτός φωστήρ του πνεύματος είχε από τότε έφεση στα μαθηματικά και την αστρονομία. Με μια ματιά στη θέση των πλανητώνε με γυμνό μάτι έβρισκε αμέσως το γεωγραφικό μήκος, ύψος και πλάτος και προσανατολιζόταν με ακρίβεια χιλιοστού. Τί μάγια, τι ξόρκια, πόσες φορές τον έστελναν χωρίς φαΐ στου διαόλου τη μάνα για να ψοφήσει, αυτό το ξόανο πάντα θα έβρισκε τον δρόμο να γυρίσει πίσω. Ποτέ του βέβαια δεν του πέρασε κάτι πονηρό απ’ το μυαλό. Μια μέρα των ημερών που λες, ενώ ήταν ήδη 6 χρονών, τον έστειλαν να σκουπίσει την έρημο. Καθώς σκούπιζε χαρωπός καμαρωτός έφτασε ξάφνου στο Σατόρι* χωρίς προκαταρτικά (όπως συνηθίζει άλλωστε), και αναλογίσθη «πρέπει να ακολουθήσω τον δρόμο μου». Πέταξε τη σκούπα...και έφυγε για πάντα. Έτσι όλο το χωριό ηρέμη. Καθώς ανέβαινε τα Ιμαλάια είδε ένα πράγμα σαν άθρωπο μπροστά του να κατεβαίνει και ο θρύλος λέει ότι μούγκρισε.
Αφού μουγκρίσανε, γκανίσανε, γαβγίσανε κι αναπαράξανε ότι άλλο ήχο ξέρανε από το οικογενειακό τους περιβάλλον ο χ.ζ. και ο c.c. γίνανε φίλοι. Γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν, ταίριαξε η χημεία τους που λένε. Στα ατέλειωτα βοσκοτόπια του Κιργιστάν και στα χλιδάτα εστιατόρια του Κιότο ανταλλάχτηκαν μπουκιές, όνειρα και ιδέες. Στους σιδηρόδρομους της Μασσαχουσέτης το 1850 και στην Μοσχοβίτικη τηλεόραση (επί Χρουστσώφ), ατσάλωσαν μπράτσα, θέληση και κορμοστασιά. Το χαμηλής ποιότητας κλάμπινγκ της Μπαγκόγκ τους δίδαξε να είναι δεμένοι. Η Κέρκυρα ήρθε στην περίοδο που κι οι δυο τους χρειάζονταν κάτι βαθύτερο: να γνωρίσουν το Σπύρο Γκικόντη* . Ήρθε σαν σίφουνας και τους άλλαξε τα πάντα: έσκισε τον Όμηρο, πέταξε τον Οβίδιο, μακέλεψε το Σωκράτη: Ήταν η εποχή της «βαριάς, αγελαδινής λογοτεχνίας». Οι τόνοι βιβλίων που υποκρίθηκαν πως διάβασαν για να το παίζουν έξυπνοι, διαβασμένοι και μάγκες σε όλους και ιδιαίτερα σε όλες, δεν τους έκαμε να λησμονήσουν τον πρώτο, αγνό εαυτό τους: τα μουγκανίσματα και τις κραυγές, που ήταν η δροσερή πηγή από την οποία αντλούσαν την αρμονία της μαγευτικής τέχνης τους. Έτσι λοιπόν συνέχισαν να τραγουδούν γκαριστά, μουγκανητά και βελάζοντας σε καθημερινή βάση και με θαυμαστή επιμέλεια. Μόνο για ένα διάστημα χωριστήκανε όπου ο c.c. έφυγε για να βρεί λέει κάτι κλειδιά που είχε χάσει. Αφού γύρισε όλο τον κόσμο (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) βοηθώντας στην κουρά και στο ζευγάρωμα, όπου εχρειάζετο, ψάχνοντας και καλά τα κλειδιά του, ξαναγύρισε στον χ.ζ., αλλαγμένος, μα και ίδιος ταυτόχρονα.
Ζώντας ο ένας τον άλλο τόσα χρόνια ανακάλυψαν να μην τα πολυλογώ ένα πολύ σημαντικό κοινό τους στοιχείο: ένα όνειρο που τριβέλιζε το κεφάλι και των δυονών από τις πρώτες μέρες του βίου τους και αφορούσε μια ημερομηνία, την 31η Μαίου 2008. Επρόκειτο για την καταστροφή του κόσμου; Την έλευση του Αντιχρίστου, όπως μερικοί ακόμα ονομάζουν το διαδίκτυο; Κομήτες; Εξωγήινοι; Κινέζοι μικροπωλητές; Απάντησις καμιά. Αφού δεν κατάφεραν να βγάλουν συμπέρασμα για πολύ καιρό, έφτασε τελικά το βράδυ προ της σημαδιακής μέρας. Τίποτα. Ξημέρωμα. Τίποτα. Μεσημέρι. Τίποτα. Ξάφνου κάτι κινείται. Μια ζουμερή δεσποινίς με κοντό φουστανάκι και βιβλίο του Μπορίς Παστερνάκ κατάσαρκα στο φιλντισένιο κόρφο της διασχίζει τον απέναντι δρόμο. Αυτό ήταν. Το ραντεβού με την έμπνευση είχε εν αγνοία τους τηρηθεί. Τα τηλέφωνα έπεσαν βροχή. Μπορεί ο Μπορίς; Μπορούν -είπαν- κι αυτοί. Μέσα σε δυόμιση δεύτερα η απόφαση είχε παρθεί: Νέος ηλεχτροκίνητος τόπος ντεμέκ δημιουργίας, κατά βάσην όμως γνωριμιών, ας μην το κρύβουμε πια Γιώργο, με 12.000 κλικ μηνιαίως, στην πλειοψηφία τους όλα θηλυκά. Το όνομα αυτού: ΤΟΡΠΙΛΑ, φυσικά γυναικείο, σύμφωνα με την τσαχπίνικη διάθεση των δημιουργών του. Έτσι τώρα εμφανίζομαι δημοσίως ΕΓΩ, η ΤΟΡΠΙΛΑ, που μέσα από το στόμα αυτών δυο χαζοχαρούμενων που νομίζουν πως κάτι κάνουν αν και είναι για φάπες, για πολλές φάπες, φέρνω μηνύματα και ήχους σε σας από μια άλλη, μακρυνή διάσταση στο σιδερένιο μου περίβλημα που άλλοτε έσπερνε μόνο τον πανικό.
--------------------------------
* η φώτιση στο Ζεν Βουδισμό
** Η λεπτομέρεια αυτή ασήμαντη ίσως στον αναγνώστη, κοσμοϊστορικής σημασίας όμως για εμάς.
Κείμενο που υπαγορεύτηκε από την ίδια την Τορπίλα στα θλιβερά φερέφωνά της, τον c.c. και τον χ.ζ., που το συνέγραψαν (ή νομίζουν πως το συνέγραψαν) από κοινού και επί ίσοις όροις, με αφορμή τον ένα χρόνο πλεύσης της Τορπίλας στο δίκτυο. .......
25/5/09
Η ΕΝΤΟΛΗ
ΠΕΜΠΤΗ
Στο εργοστάσιο και σήμερα όλα λειτουργούσαν ρολόι. Οι μηχανέςείχαν ξεκινήσει πρωί πρωί, οι εργάτες ήταν γεμάτοι όρεξη για δουλειά, οι επιστάτες δεν κουράζονταν να μας εμψυχώνουνγια καλύτερη παραγωγή λέγοντάς μας λόγια όπως: “σκάσε και δούλευε” ή “μήν κάθεσαι ρε μπάσταρδο”,συζητώντας μεταξύ τους για ποδόσφαιρο και τσόντες, και οι αφέντες μας ήταν εκεί, στο πόστο τους.
Οι αφέντες είναι μια παράξενη και απόκοσμη σχεδόν κάστα ανθρώπων για μας τους εργάτες. Ποτέ δεν καταλαβαίναμε τι πραγματικά θέλουν αλλά επειδή έχουν καλύτερο μορφωτικό επίπεδο από εμάς πάντα διαισθανόμασταν ότι κάτι ξέρουν που εμείς δεν το γνωρίζουμε. Κάθονται μόνοι τους, δεν γελάνε πολύ, συχνά σκύβουν σε κάτι πιάτα κι ύστερα σηκώνονται ρουφώντας τη μύτη τους, έχουν χαλαρή σχέση με τη θρησκεία, όταν τρώνε δεν μιλάνε, και που και που λιώνουν χαρτονομίσματα και παράγουν κάποιον χυμό ο οποίος σύμφωνα με επιστήμονες είναι δυναμωτικός. Για να το πίνουν κάτι θα ξέρουν όπως προείπα.
Όπως κάτι θα γνώριζαν όταν απέλυσαν σαράντα-δύο εργάτες κι εργάτριες την προηγούμενη εβδομάδα. Η δικαιολογία ήταν η “κρίση”. Εγώ μέχρι τότες γνώριζα την κρίση που πιάνει τη γυναίκα μου όταν κάνω μπύρες όλα τα λεφτά μας και την κρίση που με πιάνει όταν παίζει ο γαύρος. Αλλά είπαμε ότι έιμαι χαμηλής επιμορφώσεως.
Έχω τελειώσει την τετάρτη δημοτικού με άριστα παμψηφεί και είπα να αφήσω το σχολείο τώρα που είμαι στα φόρτε μου για να με θυμούνται με ψηλά το κεφάλι (το δικό μου). Όχι σαν κάτι άλλους που πάνε γυμνάσια και λύκεια και με το ζόρι περνάνε τις τάξεις. Τέλος πάντων, σήμερα στο εργοστάσιο είχαμε εκπλήξεις.
Από το μεγάφωνο ηκούσθη η φωνή του αφεντικού των αφεντικών. “Το Σάββατο πεντέμιση όλοι στο γραφείο μου να σας περάσω έναν έναν”. Μόλις τέλειωσε η ανακοίνωση έρχεται ο Μίκυ δίπλα μου και μου λέει “να πάμε μαζί;”. “δε μπορώ ρε Μίκυ, έχω μια υποχρέωση και θα ξεμπερδέψω μετά τις έξι”. “να την ακυρώσεις”. “γιατί;” “γιατί το είπε ο κύριος διευθυντής και πάει άσχημα να μην πάμε και πιο νωρίς μη σου πω”. Σ' αυτό το τελευταίο συμφώνησε κι ο Πακιστανός απέναντι ο οποίος πριν δύο χρόνια έχασε το δάχτυλό του στην μηχανή αυτή που δουλεύει ακόμα αλλά με τον καιρό μας πείσανε και μας κι αυτόν τον ίδιο ότι είναι σημάδι από τη γέννησή του.
Καθώς έβγαινα απ' το εργοστάσιο βλέπω τον ένα καραφλό επιστάτη αραχτό στο μηχανάκι του να πίνει καφέ και να ρουφάει ένα αυγό, για να γλυκάνει η φωνή ώστε να μπορεί πια με στεντόρεια δύναμη να μας εμψυχώσει και αύριο. Κείνη την ώρα πέρασε μια πανέμορφη γυναίκα μπροστά μας κι ένιωσα και μένα και τον καραφλό να μένουμε ακίνητοι κι όλο το είναι μας να τρυπώνει κάτω απ' τα ρούχα της και να στροβιλίζεται σαν τρελό γύρω απ' το κορμί της και μέσα της. Αυτό για ένα δευτερόλεπτο. Μετά ο καραφλός μονολόγησε: “θα σε γαμούσα αλλά βιάζομαι”. Ύστερα από τρεις ώρες σηκώθηκε απ' το μηχανάκι.
ΣΑΒΒΑΤΟ 4:00
Έχω αγωνία.
ΣΑΒΒΑΤΟ 6:00
Είμαι έξω απ' το γραφείο. Αυτή τη στιγμή περνάει τους Πακιστανούς. Εμάς τους έλληνες του τρίτου τομέα που υπαγόμαστε στο δεύτερο γραφείο και στην πέμπτη ελεγκτική επιτροπή και έχουμε πάνω από 7000 ένσημα θα μας περάσει ομαδικά στις έξι και τέταρτο.
Η ώρα έφτασε, μπήκαμε με ήδη κατεβασμένα τα βρακιά μας και στηθήκαμε για να μην χρονοτριβούμε μιας και ο αφέντης έχει μίτινγκ μετά. Αφού μας πέρασε όλους από δύο φορές, τον Μίκυ τρεις, αφού τον ευχαριστήσαμε κι αφού ο Μίκυ του δήλωσε πως ήταν πολύ αναζωογονιτικό όλο το σκηνικό και υποσχέθηκε να πηγάινει κάθε εβδομάδα εθελοντικά για να αναζωογονείται, φύγαμε. Κείνη την ώρα που φεύγαμε μπήκε ένας παπάς που θα τον περνούσε κι αυτόν αφού δεν είχε καταπαυθεί η όρεξή του αφέντη μας.
Με τον παπά του βγαίνουν τα πρώην κομμουνιστικά σύνδρομα μιας και κάποτε άνηκε σε κομμουνιστική οργάνωση που έβαζε μπόμπες στην χούντα και στάχτη στα μάτια τα δικά μας. Κι όσο περνούν τα χρόνια τόσες περισσότερες μπόμπες έβαζε τότε. Κάθε φορά που έφερνε παπά στο εργοστάσιο κάθως τον περνούσε του φώναζε:
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ; ΛΕΓΕ ΡΕ.
Και μετά ο παπάς απαντούσε βαρβαρότης. Και δώστου τα χαστούκια στον παπά και σκισμένα τα ράσα και σπασμένα εξαπτέρυγα, ηφαίστιο ο αφέντης μέχρι να φτάσει στην απόλυτη ηρεμία. Αν ο παπάς έλεγε σοσιαλισμός τότε ο αφέντης ξενέρωνε τη ζωή του και τον έδιωχνε. Τότε καλούσε να έρθει η γυναίκα του που είχε τελειώσει το κατηχητικό.
ΚΥΡΙΑΚΗ
Κάθομαι σπίτι. Σκέφτομαι το χθεσινό, σκέφτομαι την εθελοντική προσφορά του Μίκυ, τους επιστάτες, την μοναξιά μου, τον αχόρταγο αφέντη, ότι αύριο είναι δευτέρα, τα λεφτά που είναι λίγα, τον χυμό από τα λεφτά που πίνει ο αφέντης, την απογοητευμένη γυναίκα μου. Κάθομαι σπίτι. Βλέπω τηλεόραση, η γυναίκα μου χαμένη στο υπνοδωμάτιο και δεν έχω όρεξη ούτε να την χαϊδέψω ούτε να μιλήσουμε, προτιμώ το ποδόσφαιρο. Κάθομαι σπίτι κι όπως πλησιάζω την μπύρα στο στόμα μου σκέφτομαι ότι κάτι ίσως να μην πηγαίνει καλά με τη ζωή μου. .......
Στο εργοστάσιο και σήμερα όλα λειτουργούσαν ρολόι. Οι μηχανέςείχαν ξεκινήσει πρωί πρωί, οι εργάτες ήταν γεμάτοι όρεξη για δουλειά, οι επιστάτες δεν κουράζονταν να μας εμψυχώνουνγια καλύτερη παραγωγή λέγοντάς μας λόγια όπως: “σκάσε και δούλευε” ή “μήν κάθεσαι ρε μπάσταρδο”,συζητώντας μεταξύ τους για ποδόσφαιρο και τσόντες, και οι αφέντες μας ήταν εκεί, στο πόστο τους.
Οι αφέντες είναι μια παράξενη και απόκοσμη σχεδόν κάστα ανθρώπων για μας τους εργάτες. Ποτέ δεν καταλαβαίναμε τι πραγματικά θέλουν αλλά επειδή έχουν καλύτερο μορφωτικό επίπεδο από εμάς πάντα διαισθανόμασταν ότι κάτι ξέρουν που εμείς δεν το γνωρίζουμε. Κάθονται μόνοι τους, δεν γελάνε πολύ, συχνά σκύβουν σε κάτι πιάτα κι ύστερα σηκώνονται ρουφώντας τη μύτη τους, έχουν χαλαρή σχέση με τη θρησκεία, όταν τρώνε δεν μιλάνε, και που και που λιώνουν χαρτονομίσματα και παράγουν κάποιον χυμό ο οποίος σύμφωνα με επιστήμονες είναι δυναμωτικός. Για να το πίνουν κάτι θα ξέρουν όπως προείπα.
Όπως κάτι θα γνώριζαν όταν απέλυσαν σαράντα-δύο εργάτες κι εργάτριες την προηγούμενη εβδομάδα. Η δικαιολογία ήταν η “κρίση”. Εγώ μέχρι τότες γνώριζα την κρίση που πιάνει τη γυναίκα μου όταν κάνω μπύρες όλα τα λεφτά μας και την κρίση που με πιάνει όταν παίζει ο γαύρος. Αλλά είπαμε ότι έιμαι χαμηλής επιμορφώσεως.
Έχω τελειώσει την τετάρτη δημοτικού με άριστα παμψηφεί και είπα να αφήσω το σχολείο τώρα που είμαι στα φόρτε μου για να με θυμούνται με ψηλά το κεφάλι (το δικό μου). Όχι σαν κάτι άλλους που πάνε γυμνάσια και λύκεια και με το ζόρι περνάνε τις τάξεις. Τέλος πάντων, σήμερα στο εργοστάσιο είχαμε εκπλήξεις.
Από το μεγάφωνο ηκούσθη η φωνή του αφεντικού των αφεντικών. “Το Σάββατο πεντέμιση όλοι στο γραφείο μου να σας περάσω έναν έναν”. Μόλις τέλειωσε η ανακοίνωση έρχεται ο Μίκυ δίπλα μου και μου λέει “να πάμε μαζί;”. “δε μπορώ ρε Μίκυ, έχω μια υποχρέωση και θα ξεμπερδέψω μετά τις έξι”. “να την ακυρώσεις”. “γιατί;” “γιατί το είπε ο κύριος διευθυντής και πάει άσχημα να μην πάμε και πιο νωρίς μη σου πω”. Σ' αυτό το τελευταίο συμφώνησε κι ο Πακιστανός απέναντι ο οποίος πριν δύο χρόνια έχασε το δάχτυλό του στην μηχανή αυτή που δουλεύει ακόμα αλλά με τον καιρό μας πείσανε και μας κι αυτόν τον ίδιο ότι είναι σημάδι από τη γέννησή του.
Καθώς έβγαινα απ' το εργοστάσιο βλέπω τον ένα καραφλό επιστάτη αραχτό στο μηχανάκι του να πίνει καφέ και να ρουφάει ένα αυγό, για να γλυκάνει η φωνή ώστε να μπορεί πια με στεντόρεια δύναμη να μας εμψυχώσει και αύριο. Κείνη την ώρα πέρασε μια πανέμορφη γυναίκα μπροστά μας κι ένιωσα και μένα και τον καραφλό να μένουμε ακίνητοι κι όλο το είναι μας να τρυπώνει κάτω απ' τα ρούχα της και να στροβιλίζεται σαν τρελό γύρω απ' το κορμί της και μέσα της. Αυτό για ένα δευτερόλεπτο. Μετά ο καραφλός μονολόγησε: “θα σε γαμούσα αλλά βιάζομαι”. Ύστερα από τρεις ώρες σηκώθηκε απ' το μηχανάκι.
ΣΑΒΒΑΤΟ 4:00
Έχω αγωνία.
ΣΑΒΒΑΤΟ 6:00
Είμαι έξω απ' το γραφείο. Αυτή τη στιγμή περνάει τους Πακιστανούς. Εμάς τους έλληνες του τρίτου τομέα που υπαγόμαστε στο δεύτερο γραφείο και στην πέμπτη ελεγκτική επιτροπή και έχουμε πάνω από 7000 ένσημα θα μας περάσει ομαδικά στις έξι και τέταρτο.
Η ώρα έφτασε, μπήκαμε με ήδη κατεβασμένα τα βρακιά μας και στηθήκαμε για να μην χρονοτριβούμε μιας και ο αφέντης έχει μίτινγκ μετά. Αφού μας πέρασε όλους από δύο φορές, τον Μίκυ τρεις, αφού τον ευχαριστήσαμε κι αφού ο Μίκυ του δήλωσε πως ήταν πολύ αναζωογονιτικό όλο το σκηνικό και υποσχέθηκε να πηγάινει κάθε εβδομάδα εθελοντικά για να αναζωογονείται, φύγαμε. Κείνη την ώρα που φεύγαμε μπήκε ένας παπάς που θα τον περνούσε κι αυτόν αφού δεν είχε καταπαυθεί η όρεξή του αφέντη μας.
Με τον παπά του βγαίνουν τα πρώην κομμουνιστικά σύνδρομα μιας και κάποτε άνηκε σε κομμουνιστική οργάνωση που έβαζε μπόμπες στην χούντα και στάχτη στα μάτια τα δικά μας. Κι όσο περνούν τα χρόνια τόσες περισσότερες μπόμπες έβαζε τότε. Κάθε φορά που έφερνε παπά στο εργοστάσιο κάθως τον περνούσε του φώναζε:
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ; ΛΕΓΕ ΡΕ.
Και μετά ο παπάς απαντούσε βαρβαρότης. Και δώστου τα χαστούκια στον παπά και σκισμένα τα ράσα και σπασμένα εξαπτέρυγα, ηφαίστιο ο αφέντης μέχρι να φτάσει στην απόλυτη ηρεμία. Αν ο παπάς έλεγε σοσιαλισμός τότε ο αφέντης ξενέρωνε τη ζωή του και τον έδιωχνε. Τότε καλούσε να έρθει η γυναίκα του που είχε τελειώσει το κατηχητικό.
ΚΥΡΙΑΚΗ
Κάθομαι σπίτι. Σκέφτομαι το χθεσινό, σκέφτομαι την εθελοντική προσφορά του Μίκυ, τους επιστάτες, την μοναξιά μου, τον αχόρταγο αφέντη, ότι αύριο είναι δευτέρα, τα λεφτά που είναι λίγα, τον χυμό από τα λεφτά που πίνει ο αφέντης, την απογοητευμένη γυναίκα μου. Κάθομαι σπίτι. Βλέπω τηλεόραση, η γυναίκα μου χαμένη στο υπνοδωμάτιο και δεν έχω όρεξη ούτε να την χαϊδέψω ούτε να μιλήσουμε, προτιμώ το ποδόσφαιρο. Κάθομαι σπίτι κι όπως πλησιάζω την μπύρα στο στόμα μου σκέφτομαι ότι κάτι ίσως να μην πηγαίνει καλά με τη ζωή μου. .......
20/5/09
Κάποια στιγμή, μόνη
Με σφιγμένη την καρδιά στο πάτωμα
την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο.
Με το ακουστικό κρεμασμένο ανάποδα
τη φωνούλα να μιλάει ακατάληπτα.
Με τα χέρια ριγμένα στα γόνατα
τα μάτια καρφωμένα στο τζάμι.
Με τα δέντρα έξω και τον αέρα
που φυσούσε
την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο.
Με το ακουστικό κρεμασμένο ανάποδα
τη φωνούλα να μιλάει ακατάληπτα.
Με τα χέρια ριγμένα στα γόνατα
τα μάτια καρφωμένα στο τζάμι.
Με τα δέντρα έξω και τον αέρα
που φυσούσε
////////////////στις κορφές
από πάντα.
.......
8/5/09
ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΜΟΥ
1.Η κηδεία θα γίνει σε μοναστήρι διακτινισμένο μες στη θάλασσα.
2.Ένας μαέστρος θα διευθύνει το μοιρολόι του κοινού αλλά πρώτα, την ώρα που θα μπαίνει το φέρετρο στο χώρο της κηδείας όλοι θα γελάσουν για ένα δευτερόλεπτο πολύ δυνατά.
3.Γκραφιτάδες θα κάνουν διάφορα γκράφιτι στις πλευρές του φερέτρου.
4.Θα επιλεχθεί ένα άτομο από το κοινό το οποίο θα διαβάσει Μπορίς Βιάν, το “Φως των σπόρ” και πέντ' έξι μαντιναδάκια.
5.Θα παίξει σαξόφωνο ο Bill Clinton και θα μπορεί να χρησιμοποιεί το φέρετρο σαν τασάκι.
6.Απαγορεύεται η yoga
7.Στη μέση της κηδείας τον παπά θα τον πάρει ο ύπνος. Τότες θα με βγάλετε απ' το κοφίνι για να κοιμηθεί ο έρμος κανά δίωρο κι ύστερα με ξαναβάζετε μέσα.
8.Το κρασί θα ρέει άφθονο και η μπύρα αλλά και η βότκα όπως και το νερό από τους σπασμένους σωλήνες . Θα υπάρχει catering με πλούσιο μενού για όλα τα γούστα ακόμα και μενού διαίτης. 15Euros το άτομο 10 το φοιτητικό και 5 το παιδικό.
9.Γυμνές χορεύτριες θα τρίβονται πάνω μου αλλά εγώ τίποτα. Βράχος ηθικής.
10.Όσοι δεν θέλουν να έρθουν να το δηλώσουν από πριν γιατί ο αριθμός των καθισμάτων είναι περιορισμένος.
11.Μετά το πέρας της τελετής με βάρκες θα κατευθυνθούμε στην στεριά όπου θα θαφτώ δίπλα στη θάλασσα καθώς το κοινό θα τραγουδάει το “επεράσαμ' όμορφα” και συνθήματα του Ολυμπιακού.
12.Αφού γίνει κι αυτό θα επακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση παρουσία του σκηνοθέτη όπου θα τεθούν θέματα για τις τεχνικές λήψης και το κατά πόσον ήταν τα κάδρα πετυχημένα.Αν ο σκηνοθέτης κριθεί ανίκανος θα επαναληφθεί η διαδικασία με άλλον.
13.Όσοι είναι σκεπτόμενοι θα καταλάβουν τη ματαιότητα της ζωής. Θα ξεχωρίσουν από το στηριγμένο πηγούνι στο δεξί χέρι.
14.Οι παρευρισκόμενοι που ανήκουν στον χώρο της αριστεράς θα τσακωθούν μεταξύ τους για το πλαίσιο του ψηφίσματος καθώς και για το κατά πόσο η κηδεία αυτή ήταν ένα καταναλωτικό νεοφιλελευθεριάζον σόου.
15.Το μοναστήρι θα ξαναδιακτινιστεί, οι παρευρισκόμενοι θα φύγουν κι επιτέλους θα αναπαυθώ εν ειρήνη. Αι στο διάολο μπλιο κι εξεβαρέθηκά σας. .......
2.Ένας μαέστρος θα διευθύνει το μοιρολόι του κοινού αλλά πρώτα, την ώρα που θα μπαίνει το φέρετρο στο χώρο της κηδείας όλοι θα γελάσουν για ένα δευτερόλεπτο πολύ δυνατά.
3.Γκραφιτάδες θα κάνουν διάφορα γκράφιτι στις πλευρές του φερέτρου.
4.Θα επιλεχθεί ένα άτομο από το κοινό το οποίο θα διαβάσει Μπορίς Βιάν, το “Φως των σπόρ” και πέντ' έξι μαντιναδάκια.
5.Θα παίξει σαξόφωνο ο Bill Clinton και θα μπορεί να χρησιμοποιεί το φέρετρο σαν τασάκι.
6.Απαγορεύεται η yoga
7.Στη μέση της κηδείας τον παπά θα τον πάρει ο ύπνος. Τότες θα με βγάλετε απ' το κοφίνι για να κοιμηθεί ο έρμος κανά δίωρο κι ύστερα με ξαναβάζετε μέσα.
8.Το κρασί θα ρέει άφθονο και η μπύρα αλλά και η βότκα όπως και το νερό από τους σπασμένους σωλήνες . Θα υπάρχει catering με πλούσιο μενού για όλα τα γούστα ακόμα και μενού διαίτης. 15Euros το άτομο 10 το φοιτητικό και 5 το παιδικό.
9.Γυμνές χορεύτριες θα τρίβονται πάνω μου αλλά εγώ τίποτα. Βράχος ηθικής.
10.Όσοι δεν θέλουν να έρθουν να το δηλώσουν από πριν γιατί ο αριθμός των καθισμάτων είναι περιορισμένος.
11.Μετά το πέρας της τελετής με βάρκες θα κατευθυνθούμε στην στεριά όπου θα θαφτώ δίπλα στη θάλασσα καθώς το κοινό θα τραγουδάει το “επεράσαμ' όμορφα” και συνθήματα του Ολυμπιακού.
12.Αφού γίνει κι αυτό θα επακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση παρουσία του σκηνοθέτη όπου θα τεθούν θέματα για τις τεχνικές λήψης και το κατά πόσον ήταν τα κάδρα πετυχημένα.Αν ο σκηνοθέτης κριθεί ανίκανος θα επαναληφθεί η διαδικασία με άλλον.
13.Όσοι είναι σκεπτόμενοι θα καταλάβουν τη ματαιότητα της ζωής. Θα ξεχωρίσουν από το στηριγμένο πηγούνι στο δεξί χέρι.
14.Οι παρευρισκόμενοι που ανήκουν στον χώρο της αριστεράς θα τσακωθούν μεταξύ τους για το πλαίσιο του ψηφίσματος καθώς και για το κατά πόσο η κηδεία αυτή ήταν ένα καταναλωτικό νεοφιλελευθεριάζον σόου.
15.Το μοναστήρι θα ξαναδιακτινιστεί, οι παρευρισκόμενοι θα φύγουν κι επιτέλους θα αναπαυθώ εν ειρήνη. Αι στο διάολο μπλιο κι εξεβαρέθηκά σας. .......
4/5/09
Υποσημείωση (σε ένα πόλεμο)
Σπάει ο ουρανός θρυμματίζεται
διαλύεται ο ήχος
κομμάτια κι η εικόνα που φεύγει
διαλύεται ο ήχος
κομμάτια κι η εικόνα που φεύγει
-θα σας σφάξω
Αγριεύει η μέρα κλονίζεται
συντρίβεται η νύχτα
σκληρές βελονιές στα πλευρά της
-θα σας τσακίσω
στoιβάζεται η λύσσα
ταξιδεύουν τη νύχτα πουλιά
-και τώρα θα ζήσω
. .......
28/4/09
Ένα παιδί (Περιστατικό στη Hauptplatz)
(διαβάζεται γρήγορα)
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα και μου ζητιάνεψε.
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα σε μένα και ζητιάνεψε όταν
έτρωγα όρθιος αφηρημένος στην καντίνα.
Ένα Τουρκάκι Κουρδάκι Αιγυπτιάκι Αραβάκι.
Με κοίταξε ειρωνικά στα μάτια
όταν αρνήθηκα τα λεφτά μου να του δώσω.
Με ρώτησε ειλικρινά για το λουκάνικο: «Είναι καλό;»
Μια φωνή που δεν ακούστηκε από τη ντροπή
που πετάχτηκε που χτύπησε στο απέναντι κτίριο
και συντρίφτηκε με κρότο στο πεζοδρόμιο.
Ένα μελαμψό παιδί που σύρθηκε από το μανίκι
στο Τούρκικο και κατάπιε με τεράστιες μπουκιές
το φαΐ που ακολούθως του αγοράστηκε.
Ένα μικρό παιδί σε μια ξένη χώρα με μαύρα παπούτσια
με τυρκουάζ καπελάκι δίχως λέξη ξένης γλώσσας
πεινάει στο δρόμο ζητάει φαΐ, λεφτά
και δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει τι του έχει συμβεί.
Τρώει υπάκουα το φαΐ που του αγοράστηκε,
ευχαριστεί τον κύριο και φεύγει.
Γυροφέρνει λίγο ακόμα στην πλατεία ανόητα
άσκοπα ζαλισμένα.
Σάββατο βράδυ σε μια ξένη χώρα δίχως λέξη ξένης γλώσσας
ένα παιδί 12 χρονώ κάθισε στο βρώμικο πλακόστρωτο
μπρος σε ανέμελους περαστικούς
έβγαλε το τυρκουάζ καπελάκι του και ζητιάνεψε.
.......
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα και μου ζητιάνεψε.
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα σε μένα και ζητιάνεψε όταν
έτρωγα όρθιος αφηρημένος στην καντίνα.
Ένα Τουρκάκι Κουρδάκι Αιγυπτιάκι Αραβάκι.
Με κοίταξε ειρωνικά στα μάτια
όταν αρνήθηκα τα λεφτά μου να του δώσω.
Με ρώτησε ειλικρινά για το λουκάνικο: «Είναι καλό;»
Μια φωνή που δεν ακούστηκε από τη ντροπή
που πετάχτηκε που χτύπησε στο απέναντι κτίριο
και συντρίφτηκε με κρότο στο πεζοδρόμιο.
Ένα μελαμψό παιδί που σύρθηκε από το μανίκι
στο Τούρκικο και κατάπιε με τεράστιες μπουκιές
το φαΐ που ακολούθως του αγοράστηκε.
Ένα μικρό παιδί σε μια ξένη χώρα με μαύρα παπούτσια
με τυρκουάζ καπελάκι δίχως λέξη ξένης γλώσσας
πεινάει στο δρόμο ζητάει φαΐ, λεφτά
και δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει τι του έχει συμβεί.
Τρώει υπάκουα το φαΐ που του αγοράστηκε,
ευχαριστεί τον κύριο και φεύγει.
Γυροφέρνει λίγο ακόμα στην πλατεία ανόητα
άσκοπα ζαλισμένα.
Σάββατο βράδυ σε μια ξένη χώρα δίχως λέξη ξένης γλώσσας
ένα παιδί 12 χρονώ κάθισε στο βρώμικο πλακόστρωτο
μπρος σε ανέμελους περαστικούς
έβγαλε το τυρκουάζ καπελάκι του και ζητιάνεψε.
.......
21/4/09
21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ (ή έτσι όπως γινόταν πάντα)
O Ρινόκερος περιφερόταν από νωρίς στην πόλη. Επιβλητικός κι ογκώδης περνούσε από πλατείες και λεωφόρους αυτού του συνονθυλεύματος κτιρίων τα οποία σου έδιναν την εντύπωση ότι δεν κατοικήθηκαν ποτέ, σαν ντεκόρ από ταινία έμοιαζαν. Αυτός, με το σκυμμένο του κεφάλι συνέχιζε αργά αλλά σταθερά. Τα βήματά του καλύπτονταν από τις αραιές καμπανιές και τα βήματα των χιλιάδων αμίλητων που συνόδευαν τη λιτανεία. Εξαπτέρυγα, εικόνες, όπλα, παράσημα, γραβάτες και τσάντες ακολουθούσαν το ζωντανό στην πομπή του. Ο Ρινόκερος μπροστά, με τον αργό του βηματισμό να κατευθύνει τον όχλο και την εικόνα του Αγίου Μαστιγίου στερεωμένη ανάμεσα στα κέρατά του, με κλειστά μάτια σαρώνει την πορεία του. Στο πίσω μέρος της πομπής, δέκα χιλιάδες μασκοφόροι ακολουθούν αργά, σαν το άγριο ζώο που ετοιμάζει επίθεση, με αλαζονικό βάδισμα και περίσσια αυτοπεποίθηση.
Κάποια στιγμή ο Ρινόκερος σταματά τη λιτανεία. Μπροστά του, μια διάφανη σφαίρα, μέσα στην οποία δύο μικροσκοπικά ανθρωπάκια γυμνά, με κακία στο πρόσωπο, χαμογελάνε στον αρχηγό της πομπής. Το ένα τρώει τις σάρκες του άλλου ενώ ένα φίδι ξερνάει αυγά προς όλες τις κατευθύνσεις. Από μια μυστική είσοδο της σφαίρας ένας ιερέας βάζει την εικόνα του Αγίου και την παραδίδει στο ένα ανθρωπάκι. Ξάφνου μες τη γυάλα αρχίζει μια σύγκρουση μεταξύ χρόνου, χώρου κι εννοιών. Τα ανθρωπάκια κρύφτηκαν κάτω από ένα δέντρο κλαίγοντας και παρακαλώντας και τρώγοντας το ένα τ’ άλλο. Οι συμπιέσεις του χώρου και η μη γραμμικότητα του χρόνου τα αποδόμησαν σωματικά και πνευματικά. Το φίδι κατάπιε τον εαυτό του κοροϊδεύοντας την όραση και τη λογική ενώ τ’ αυγά του ήταν τα μόνα που σώθηκαν μετά την έκρηξη της σφαίρας.
Ένας ιερέας μάζεψε τ’ αυγά τα τοποθέτησε με ευλάβεια σε ένα πανέρι και έψαλε το απολυτίκιο του Φιδιού.
Όσοι πέρασαν κείνη την εποχή απ’ τη Μεγάλη Πορεία
Έφεραν μαζί τους μάσκες και μαστίγια στα χέρια τους
Ο όχλος δεν μπορούσε να κρατήσει τη δύναμή τους
Συγχισμένος ασυνεννόητος και φοβικός έχασε τη μάχη
Το φίδι εθριάμβευσε και στον πάντα καινούριο κόσμο
Έφερε τα αυγά του
Την ώρα που τέλειωσε το απολυτίκιο οι μασκοφόροι ξεγύμνωσαν τα σπαθιά τους και ανελέητα καθώς και με απόλυτη πίστη έσφαξαν τον ανίσχυρο όχλο, τους εχθρούς τους αλλά και τους συνεργάτες τους. Τα χτυπήματα ήταν γρήγορα, αδιάκοπα και αλάθητα. Πρώτα έσφαξαν τη λογική, μετά την αλληλεγγύη και τέλος τη βούληση. Αφού τέλειωσαν, την ώρα του σκύλου, έκατσαν πάνω στους σωρούς των πτωμάτων και περίμεναν τον αρχηγό τους να φάει τον Ρινόκερο. Όταν ολόκληρο το ζωντανό κατέληξε στο στομάχι του αρχηγού οι μασκοφόροι εξαφανίσθηκαν. Ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος και ξέρασε απ’ το στόμα του χιλιάδες αυγά κι απ’ τα αυγά βγήκαν φίδια και τα φίδια ξερνοβολούσαν κι άλλα αυγά, κι άλλα φίδια, ώσπου ένα αυγό έσπασε και βγήκε ένας ρινόκερος με την εικόνα του Αγίου Μαστιγίου να περιφέρεται σε κάποια πόλη, μια πομπή, μασκοφόροι… .......
Κάποια στιγμή ο Ρινόκερος σταματά τη λιτανεία. Μπροστά του, μια διάφανη σφαίρα, μέσα στην οποία δύο μικροσκοπικά ανθρωπάκια γυμνά, με κακία στο πρόσωπο, χαμογελάνε στον αρχηγό της πομπής. Το ένα τρώει τις σάρκες του άλλου ενώ ένα φίδι ξερνάει αυγά προς όλες τις κατευθύνσεις. Από μια μυστική είσοδο της σφαίρας ένας ιερέας βάζει την εικόνα του Αγίου και την παραδίδει στο ένα ανθρωπάκι. Ξάφνου μες τη γυάλα αρχίζει μια σύγκρουση μεταξύ χρόνου, χώρου κι εννοιών. Τα ανθρωπάκια κρύφτηκαν κάτω από ένα δέντρο κλαίγοντας και παρακαλώντας και τρώγοντας το ένα τ’ άλλο. Οι συμπιέσεις του χώρου και η μη γραμμικότητα του χρόνου τα αποδόμησαν σωματικά και πνευματικά. Το φίδι κατάπιε τον εαυτό του κοροϊδεύοντας την όραση και τη λογική ενώ τ’ αυγά του ήταν τα μόνα που σώθηκαν μετά την έκρηξη της σφαίρας.
Ένας ιερέας μάζεψε τ’ αυγά τα τοποθέτησε με ευλάβεια σε ένα πανέρι και έψαλε το απολυτίκιο του Φιδιού.
Όσοι πέρασαν κείνη την εποχή απ’ τη Μεγάλη Πορεία
Έφεραν μαζί τους μάσκες και μαστίγια στα χέρια τους
Ο όχλος δεν μπορούσε να κρατήσει τη δύναμή τους
Συγχισμένος ασυνεννόητος και φοβικός έχασε τη μάχη
Το φίδι εθριάμβευσε και στον πάντα καινούριο κόσμο
Έφερε τα αυγά του
Την ώρα που τέλειωσε το απολυτίκιο οι μασκοφόροι ξεγύμνωσαν τα σπαθιά τους και ανελέητα καθώς και με απόλυτη πίστη έσφαξαν τον ανίσχυρο όχλο, τους εχθρούς τους αλλά και τους συνεργάτες τους. Τα χτυπήματα ήταν γρήγορα, αδιάκοπα και αλάθητα. Πρώτα έσφαξαν τη λογική, μετά την αλληλεγγύη και τέλος τη βούληση. Αφού τέλειωσαν, την ώρα του σκύλου, έκατσαν πάνω στους σωρούς των πτωμάτων και περίμεναν τον αρχηγό τους να φάει τον Ρινόκερο. Όταν ολόκληρο το ζωντανό κατέληξε στο στομάχι του αρχηγού οι μασκοφόροι εξαφανίσθηκαν. Ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος και ξέρασε απ’ το στόμα του χιλιάδες αυγά κι απ’ τα αυγά βγήκαν φίδια και τα φίδια ξερνοβολούσαν κι άλλα αυγά, κι άλλα φίδια, ώσπου ένα αυγό έσπασε και βγήκε ένας ρινόκερος με την εικόνα του Αγίου Μαστιγίου να περιφέρεται σε κάποια πόλη, μια πομπή, μασκοφόροι… .......
10/4/09
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ, ΕΝΑ ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΑΔΑ
Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ο γέρος ανήμπορος παλεύει με τις μνήμες του...
Πάλι στα κύματά τους παραδέρνει ναυαγός,
Τα χέρια του σαν άγκυρες σφιχταγκαλιάζουν
τα χέρια της καρέκλας,
στρίβει το κεφάλι, κλειστά τα μάτια
Στραμμένος προς τα ‘κει,
στα βάθη της θάλασσας
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ
Αυτός που φοβόταν την νύχτα,
μέρα μεσημέρι
φεγγάρια απλώνονταν στα μάτια του
ΕΞΥΠΝΑΔΑ
ΣΤΟΥΣ ΧΙΛΙΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ
ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΕΙΜΑΙ Ο ΕΝΑΣ .......
Ο γέρος ανήμπορος παλεύει με τις μνήμες του...
Πάλι στα κύματά τους παραδέρνει ναυαγός,
Τα χέρια του σαν άγκυρες σφιχταγκαλιάζουν
τα χέρια της καρέκλας,
στρίβει το κεφάλι, κλειστά τα μάτια
Στραμμένος προς τα ‘κει,
στα βάθη της θάλασσας
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ
Αυτός που φοβόταν την νύχτα,
μέρα μεσημέρι
φεγγάρια απλώνονταν στα μάτια του
ΕΞΥΠΝΑΔΑ
ΣΤΟΥΣ ΧΙΛΙΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ
ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΕΙΜΑΙ Ο ΕΝΑΣ .......
3/4/09
Φρου φρου κι αρώματα
Εγώ δε φοράω άρωμα.
Εσύ φοράς άρωμα;
Όχι γιατί άμα φοράς άστο δε σε θέλω
σήμερα το πρωί στο διάδρομο κάποιος είχε φορέσει άρωμα και μετά που το μύρισα πήγα έξω τρέχοντας έπεσα στα γόνατα κι έκανα εμετό
Οπότε καλύτερα να μη βάζουμε καθόλου αρώματα.
. .......
Εσύ φοράς άρωμα;
Όχι γιατί άμα φοράς άστο δε σε θέλω
σήμερα το πρωί στο διάδρομο κάποιος είχε φορέσει άρωμα και μετά που το μύρισα πήγα έξω τρέχοντας έπεσα στα γόνατα κι έκανα εμετό
Οπότε καλύτερα να μη βάζουμε καθόλου αρώματα.
. .......
29/3/09
Στου Ίντερνετ τις σελίδες (Ο Φλοκ)
Στου Ίντερνετ τις φωτεινές σελίδες
βρίσκει ο μικρός ο Φλοκ ό,τι ζητήσει
γνώσεις, παρέες, αιθέριες κορασίδες
κι άλλα, χωρίς ψιλά να ακουμπήσει
Είναι καιρός πια που δεν κόβεται το ρεύμα
κι όλοι κάνουν όμορφα τη δουλειά τους
έτσι κι ο Φλοκ μπροστά στην εικοσιτεσσάρα
ψάχνει τα Σάιτ, μηδενίζεται μπροστά τους
Δεν είν΄μονόχνωτος, μονήρης όμως, όχι
μην τον νομίσετε αναγνώστες μου μυστήριο
κυκλοφορεί, βγαίνει όξω στα Φόρουμ
για ν'αγορεύσει ευφραδώς στ΄ακροατήριο
Φρόντισε μάλιστα κι έφκειαξε και σελίδα
δικό του πράμα, ντόπιο, να μιλάει
τα σώψυχά του να στραγγίζει ως τη ρανίδα
να μπαίνει μέσα ο κάθε άχρηστος να κοιτάει
Ο Φλοκ μας είν΄καλό κοπέλι όμως
τρέχει, βοηθάει όποιονε δεν την παλεύει
ηλεχτρικούς φακέλους γράφει στέλνει μόνος
παγκόσμια ειρήνη, αλληλεγγύη, αγάπη γυρεύει
Εψές ένα του γράμμα εβρήκε μένα
την ώρα που έπινα το Τσάι μπρος στην Oθόνη
Είχα ξεχάσει ο δυστυχής ότι εις το Φόρουμ
είχα υπογράψει σαν «Το Μοναχό Τρυγόνι». .......
βρίσκει ο μικρός ο Φλοκ ό,τι ζητήσει
γνώσεις, παρέες, αιθέριες κορασίδες
κι άλλα, χωρίς ψιλά να ακουμπήσει
Είναι καιρός πια που δεν κόβεται το ρεύμα
κι όλοι κάνουν όμορφα τη δουλειά τους
έτσι κι ο Φλοκ μπροστά στην εικοσιτεσσάρα
ψάχνει τα Σάιτ, μηδενίζεται μπροστά τους
Δεν είν΄μονόχνωτος, μονήρης όμως, όχι
μην τον νομίσετε αναγνώστες μου μυστήριο
κυκλοφορεί, βγαίνει όξω στα Φόρουμ
για ν'αγορεύσει ευφραδώς στ΄ακροατήριο
Φρόντισε μάλιστα κι έφκειαξε και σελίδα
δικό του πράμα, ντόπιο, να μιλάει
τα σώψυχά του να στραγγίζει ως τη ρανίδα
να μπαίνει μέσα ο κάθε άχρηστος να κοιτάει
Ο Φλοκ μας είν΄καλό κοπέλι όμως
τρέχει, βοηθάει όποιονε δεν την παλεύει
ηλεχτρικούς φακέλους γράφει στέλνει μόνος
παγκόσμια ειρήνη, αλληλεγγύη, αγάπη γυρεύει
Εψές ένα του γράμμα εβρήκε μένα
την ώρα που έπινα το Τσάι μπρος στην Oθόνη
Είχα ξεχάσει ο δυστυχής ότι εις το Φόρουμ
είχα υπογράψει σαν «Το Μοναχό Τρυγόνι». .......
20/3/09
ΡΙΖΙΤΙΚΟ
Σε ψηλό σκαμπό, σε σκοτεινό μπαράκι
κάθεται βοσκός
Κάθεται βοσκός, θλιμμένος λυπημένος ο καημένος
και παρακαλεί
Και παρακαλεί, τον μπάρμαν ν’ ανατείλει
μπάρμαν ανάτειλε
Μπάρμαν ανάτειλε, και δώσε ένα ουίσκι
για να πιω κι εγώ
Για να πιω κι εγώ, ξανά να γίνω φέσι
που μαι μοναχός
Που μαι μοναχός, και βρίσκω τη χαρά μου
στα ηρεμιστικά
Στα ηρεμιστικά, μα και σε άλλα χάπια
γιατ’ αλλιώς μπορεί
Γιατ’ αλλιώς μπορεί, να κάνω φασαρία
να σφάξω και δυο τρείς
Να σφάξω και δυο τρείς, κρατώντας περηφάνια
ζηλιάρης νευρασθενικός
Ζηλιάρης νευρασθενικός, με έχω καταντήσει
γιατί μια ζωή
Γιατί μια ζωή, πρέπει να είμαι βράχος
άντρας δυνατός
Άντρας δυνατός, μα γω σαν στάχυ νιώθω
μες στην ταραχή
Μες στην ταραχή, τ’ ανέμου και του φόβου
μπάρμαν ανάτειλε
Μπάρμαν ανάτειλε, δώσ’ μου κι άλλο ουίσκι .......
κάθεται βοσκός
Κάθεται βοσκός, θλιμμένος λυπημένος ο καημένος
και παρακαλεί
Και παρακαλεί, τον μπάρμαν ν’ ανατείλει
μπάρμαν ανάτειλε
Μπάρμαν ανάτειλε, και δώσε ένα ουίσκι
για να πιω κι εγώ
Για να πιω κι εγώ, ξανά να γίνω φέσι
που μαι μοναχός
Που μαι μοναχός, και βρίσκω τη χαρά μου
στα ηρεμιστικά
Στα ηρεμιστικά, μα και σε άλλα χάπια
γιατ’ αλλιώς μπορεί
Γιατ’ αλλιώς μπορεί, να κάνω φασαρία
να σφάξω και δυο τρείς
Να σφάξω και δυο τρείς, κρατώντας περηφάνια
ζηλιάρης νευρασθενικός
Ζηλιάρης νευρασθενικός, με έχω καταντήσει
γιατί μια ζωή
Γιατί μια ζωή, πρέπει να είμαι βράχος
άντρας δυνατός
Άντρας δυνατός, μα γω σαν στάχυ νιώθω
μες στην ταραχή
Μες στην ταραχή, τ’ ανέμου και του φόβου
μπάρμαν ανάτειλε
Μπάρμαν ανάτειλε, δώσ’ μου κι άλλο ουίσκι .......
5/3/09
Ένας επιτυχημένος τύπος
Ως εδώ δεν τα ΄χω πάει κι άσχημα.
Έχω υψηλή θέση στην εταιρεία και πληρώνομαι
αρκετά καλά, τους είμαι πια απαραίτητος.
Η γυναίκα μου μ΄αγαπάει, μεγαλώνει σωστά τα παιδιά
και μαγειρεύει επίσης ωραία. Φρόντισε κι έχασε πάλι
τα κιλά της εγκυμοσύνης, μόνο για μένα.
Στην πολυκατοικία με χαιρετάν όλοι με χαμόγελο
και για το αμάξι μου κάτω έχει πάντα χώρο.
Παίρνω άδεια δυο τρεις φορές το χρόνο και πηγαίνω στο χωριό,
μ΄αρέσει να κάθομαι στον κήπο και να παίζω χαρτιά
στο καφενείο με τους παππούδες, είναι το χόμπι μου.
Τις Κυριακές συνηθίζω να τρώω στο σπίτι των γονιών μου,
η μητέρα μου μού έχει ακόμα τρομερή αδυναμία.
Τρώμε και μετά πίνουμε μαζί καφέ.
Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται κανείς
να κλέβει, να παίρνει ναρκωτικά, να πίνει ή να καταστρέφει
τη ζωή του και των γύρω του όπως ακούω συχνά να γίνεται στις ειδήσεις.
Η ζωή είναι στο χέρι σου, αρκεί να έχεις όρεξη να δουλέψεις.
Τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ απλά:
Με δουλειά, κέφι και όραμα μπορείς να πετύχεις ό,τι θελήσεις.
Ένας πολύ επιτυχημένος τύπος
Καμιά φορά η ζωή είναι ωραία. Και δίκαιη.
Σε λιγότερο από 15 χρόνια έχω σχεδόν ό,τι ονειρεύεται κάθε άνθρωπος.
Λόγω της αποφασιστικότητας και της εξυπνάδας μου βέβαια -
αλλά όπως και να΄χει δεν έκανα ποτέ κάτι το ακραίο.
Πόσοι σαν κι εμένα υπάρχουν στη χώρα;
Σαράντα; πενήντα; δεν το πιστεύω.
Όπου πάω με ξέρουν όλοι. Με χαιρετούν όλοι.
Με γλείφουν και με παρακαλούν όλοι, και το ξέρω και το ξέρουν.
Και μου αρέσει. Γιατί κι αυτοί πολύ θα ήθελαν. Πολύ θα έλπιζαν.
Πολύ θα εύχονταν να είναι σαν κι εμένα.
Κοίτα τους, καμιά φορά τους βλέπω και με πιάνει οίκτος.
Δουλεύουν σαν σκυλιά οι περισσότεροι, για ψίχουλα.
Μου ΄ρχεται να τους δώσω τα ρούχα μου ή το ρολόι μου,
ή να αδειάσω μπροστά τους ότι υπάρχει στο πορτοφόλι μου.
Όμως δε χρειάζεται, τέτοιοι άνθρωποι σε μισούνε.
Θα χαίρονταν πολύ στην καταστροφή σου, θα σε πάταγαν
στο πρώτο σου λάθος. Είναι παλιά αλήθεια:
Ψηλά, είσαι και πρέπει να είσαι μόνος.
Έλα δω, κάθισε λίγο πιο κοντά.
Βλέπεις τα πετραδάκια; Αληθινά διαμάντια είναι.
Τα παράγγειλα κατευθείαν απ΄ το Λονδίνο, μόνο για σένα.
Φόρα τα, είναι δικά σου. Σε ομορφαίνουν πολύ
με το κόκκινο φόρεμα.
Τώρα θέλω να σε δω μόνο με αυτά.
Ένας αποτυχημένος τύπος
Πάλι θα τη βγάλω με ψωμοτύρι, δεν τα γράφουν πια.
Αλλά δεν πάνε όλοι στο διάβολο. Από τη στιγμή που αποφάσισα
να φτάσω ως την άκρη ήταν γνωστά όλα αυτά.
Ίσως να μην έχει πια νόημα, αλλά η γραμμή για μένα
έχει χαραχτεί μια για πάντα και δεν αλλάζω, τέλος.
Είμαι ο μυστήριος, ο παράξενος, ο ναρκομανής
ή ο κλέφτης, ανάλογα με το τι βολεύει κάθε φορά
τον καθένα.
Όμως σημασία έχει μόνο ότι δεν υπέκυψα.
Σε καμία πίεση, που δεν ήταν και λίγες.
«Λυπούμαστε κύριε, είμαστε υποχρεωμένοι από το νόμο να....»
Να πάτε να γαμηθείτε. Αυτό είσαστε πρώτα απ΄όλα υποχρεωμένοι.
«Με συγχωρείς, αλλά εσύ δεν αλλάζεις με τίποτα. Φεύγω.»
Να φύγεις. Κι εσύ.
Κοντά μου δε θέλω άλλα βάρη.
Πού είχα βάλει εκείνα τα κομμάτια με το Μάρκο;
Α, να. Πες τα ρε μάγκα, εσύ είσαι σωστός.
Αύριο θα βρέχει μάλλον, κι άλλη μέρα χωρίς ψάρεμα.
Δε βαριέσαι.
Αύριο ή μεθαύριο.
Για μένα δεν έχει καμιά διαφορά. .......
Έχω υψηλή θέση στην εταιρεία και πληρώνομαι
αρκετά καλά, τους είμαι πια απαραίτητος.
Η γυναίκα μου μ΄αγαπάει, μεγαλώνει σωστά τα παιδιά
και μαγειρεύει επίσης ωραία. Φρόντισε κι έχασε πάλι
τα κιλά της εγκυμοσύνης, μόνο για μένα.
Στην πολυκατοικία με χαιρετάν όλοι με χαμόγελο
και για το αμάξι μου κάτω έχει πάντα χώρο.
Παίρνω άδεια δυο τρεις φορές το χρόνο και πηγαίνω στο χωριό,
μ΄αρέσει να κάθομαι στον κήπο και να παίζω χαρτιά
στο καφενείο με τους παππούδες, είναι το χόμπι μου.
Τις Κυριακές συνηθίζω να τρώω στο σπίτι των γονιών μου,
η μητέρα μου μού έχει ακόμα τρομερή αδυναμία.
Τρώμε και μετά πίνουμε μαζί καφέ.
Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται κανείς
να κλέβει, να παίρνει ναρκωτικά, να πίνει ή να καταστρέφει
τη ζωή του και των γύρω του όπως ακούω συχνά να γίνεται στις ειδήσεις.
Η ζωή είναι στο χέρι σου, αρκεί να έχεις όρεξη να δουλέψεις.
Τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ απλά:
Με δουλειά, κέφι και όραμα μπορείς να πετύχεις ό,τι θελήσεις.
Ένας πολύ επιτυχημένος τύπος
Καμιά φορά η ζωή είναι ωραία. Και δίκαιη.
Σε λιγότερο από 15 χρόνια έχω σχεδόν ό,τι ονειρεύεται κάθε άνθρωπος.
Λόγω της αποφασιστικότητας και της εξυπνάδας μου βέβαια -
αλλά όπως και να΄χει δεν έκανα ποτέ κάτι το ακραίο.
Πόσοι σαν κι εμένα υπάρχουν στη χώρα;
Σαράντα; πενήντα; δεν το πιστεύω.
Όπου πάω με ξέρουν όλοι. Με χαιρετούν όλοι.
Με γλείφουν και με παρακαλούν όλοι, και το ξέρω και το ξέρουν.
Και μου αρέσει. Γιατί κι αυτοί πολύ θα ήθελαν. Πολύ θα έλπιζαν.
Πολύ θα εύχονταν να είναι σαν κι εμένα.
Κοίτα τους, καμιά φορά τους βλέπω και με πιάνει οίκτος.
Δουλεύουν σαν σκυλιά οι περισσότεροι, για ψίχουλα.
Μου ΄ρχεται να τους δώσω τα ρούχα μου ή το ρολόι μου,
ή να αδειάσω μπροστά τους ότι υπάρχει στο πορτοφόλι μου.
Όμως δε χρειάζεται, τέτοιοι άνθρωποι σε μισούνε.
Θα χαίρονταν πολύ στην καταστροφή σου, θα σε πάταγαν
στο πρώτο σου λάθος. Είναι παλιά αλήθεια:
Ψηλά, είσαι και πρέπει να είσαι μόνος.
Έλα δω, κάθισε λίγο πιο κοντά.
Βλέπεις τα πετραδάκια; Αληθινά διαμάντια είναι.
Τα παράγγειλα κατευθείαν απ΄ το Λονδίνο, μόνο για σένα.
Φόρα τα, είναι δικά σου. Σε ομορφαίνουν πολύ
με το κόκκινο φόρεμα.
Τώρα θέλω να σε δω μόνο με αυτά.
Ένας αποτυχημένος τύπος
Πάλι θα τη βγάλω με ψωμοτύρι, δεν τα γράφουν πια.
Αλλά δεν πάνε όλοι στο διάβολο. Από τη στιγμή που αποφάσισα
να φτάσω ως την άκρη ήταν γνωστά όλα αυτά.
Ίσως να μην έχει πια νόημα, αλλά η γραμμή για μένα
έχει χαραχτεί μια για πάντα και δεν αλλάζω, τέλος.
Είμαι ο μυστήριος, ο παράξενος, ο ναρκομανής
ή ο κλέφτης, ανάλογα με το τι βολεύει κάθε φορά
τον καθένα.
Όμως σημασία έχει μόνο ότι δεν υπέκυψα.
Σε καμία πίεση, που δεν ήταν και λίγες.
«Λυπούμαστε κύριε, είμαστε υποχρεωμένοι από το νόμο να....»
Να πάτε να γαμηθείτε. Αυτό είσαστε πρώτα απ΄όλα υποχρεωμένοι.
«Με συγχωρείς, αλλά εσύ δεν αλλάζεις με τίποτα. Φεύγω.»
Να φύγεις. Κι εσύ.
Κοντά μου δε θέλω άλλα βάρη.
Πού είχα βάλει εκείνα τα κομμάτια με το Μάρκο;
Α, να. Πες τα ρε μάγκα, εσύ είσαι σωστός.
Αύριο θα βρέχει μάλλον, κι άλλη μέρα χωρίς ψάρεμα.
Δε βαριέσαι.
Αύριο ή μεθαύριο.
Για μένα δεν έχει καμιά διαφορά. .......
22/2/09
Η ΠΟΡΕΙΑ
Πρέπει να βαδίζω γρήγορα δίχως σταματημό
Να αποφασίζω αμέσως την κατεύθυνσή μου
Και να μην διστάζω στο δρόμο
Να βρίσκω σημεία άδεια
Όχι πολυσύχναστα μέρη
Τα πόδια μου ασταμάτητα
Να μην πανικοβληθώ
Αλλιώς η βόμβα θα σκάσει
Ποιος την έβαλε κι εγώ δεν κατάλαβα τίποτα
Την ώρα που κοιμόμουν μάλλον
Ας πάω δεξιά
Να ναι στα πλευρά ή στον θώρακα
Τέλος πάντων δεν πρέπει να σταματήσω
Όχι πολυκοσμίες
Ούτε χαιρετισμούς και συζητήσεις με κανέναν
Ανακόπτουν την πορεία
Αριστερά γρήγορα
Ούτε ωραίες κοπελιές να κοιτάζω
Μπορεί να ξεχαστώ
Πάλι αριστερά
Αρχίζω και κουράζομαι
Πως θα αντέξω
Πως;
Να βρώ ευθεία
Γρήγορα
Μήπως να κάτσω
Όχι ποτέ
Λίγο, ίσως να μην γίνει τίποτα
Τέσσερις ώρες περπατάω
Ας πάω λίγο πιο αργά
Ωραία έχω περισσότερες δυνάμεις έτσι
Μήπως είναι στο μυαλό μου
Μήπως δεν γίνει τίποτα;
«Το καλό»
κρεοπωλείο
ρε που βρίσκουν αυτά τα ονόματα
παραλίγο ν’ αφεθώ
ωραία η παραλία
αλλά να μην πηγαίνω απ την άμμο θα κουραστώ
ας σταματήσω ένα δευτερόλεπτο
έτσι για δοκιμή
κι αν;
κι αν σκάσει;
Μ’ αρέσει η ζωή μου, περπάτα
Δεν ξέρω που βρίσκομαι
Η αναπνοή μου δυσκολεύει σιγά σιγά
Αγχώνομαι, φοβάμαι, ιδρώνω, διψάω, κατουριέμαι, κουράζομαι, πεινάω, νυστάζω, πονάω, κλαίω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρέχω, ζαλίζομαι, κρυώνω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρελαίνομαι
Σταμάτα
Όχι τρέχα
Θα σταματήσω κι ας σκοτωθώ
Τρέχα
Θα πέσω στην άμμο κι ας σκάσει η κωλοβόμβα
Να σκοτωθώ μόνος μου χωρίς να σκοτώσω κανένα
Τώρα
Όχι τρέχα
Τώρα ρε
Όχι
Δεν μπορώ άλλο το μαρτύριο
Πέφτω
Βρίσκομαι στην άμμο
Ακίνητος
Περνάνε δυό λεπτά
Τίποτα
Ανοίγω τα μάθια μου
Τίποτα
Ευτυχώς παναγία μου
Φώτα αστράφτουν γύρω μου
Θα ονειρεύομαι μάλλον
Ας κοιμηθώ
Τρεις ώρες πριν στο κρεοπωλείο «Το καλό», ο έμπορας συζητά με έναν πελάτη.
-τον είδες αυτόν που πέρασε απ’ έξω;
-ναι τι είναι αυτός;
-ολότρελος. Ξυπνάει το πρωι και τρέχει μέχρι το βράδυ και πάει και κοιμάται στην παραλία.
-πυροβολημένο δηλ.
-ναι το κακόμοιρο το Στελάκι. Κατά τις οχτώ πέρνα απ’ την παραλία να τον δεις. Στέκονται οι τουρίστες και τον παίρνουν φωτογραφία. Αφού εδώ οι αλήτες έχουν βρεί τον τόπο που πάει και πέφτει κι έχουν στήσει ολόκληρη επιχείρηση. Λοιπόν, πόσα κιλά αρνί θες;
-δυό.
-ωραία. .......
Να αποφασίζω αμέσως την κατεύθυνσή μου
Και να μην διστάζω στο δρόμο
Να βρίσκω σημεία άδεια
Όχι πολυσύχναστα μέρη
Τα πόδια μου ασταμάτητα
Να μην πανικοβληθώ
Αλλιώς η βόμβα θα σκάσει
Ποιος την έβαλε κι εγώ δεν κατάλαβα τίποτα
Την ώρα που κοιμόμουν μάλλον
Ας πάω δεξιά
Να ναι στα πλευρά ή στον θώρακα
Τέλος πάντων δεν πρέπει να σταματήσω
Όχι πολυκοσμίες
Ούτε χαιρετισμούς και συζητήσεις με κανέναν
Ανακόπτουν την πορεία
Αριστερά γρήγορα
Ούτε ωραίες κοπελιές να κοιτάζω
Μπορεί να ξεχαστώ
Πάλι αριστερά
Αρχίζω και κουράζομαι
Πως θα αντέξω
Πως;
Να βρώ ευθεία
Γρήγορα
Μήπως να κάτσω
Όχι ποτέ
Λίγο, ίσως να μην γίνει τίποτα
Τέσσερις ώρες περπατάω
Ας πάω λίγο πιο αργά
Ωραία έχω περισσότερες δυνάμεις έτσι
Μήπως είναι στο μυαλό μου
Μήπως δεν γίνει τίποτα;
«Το καλό»
κρεοπωλείο
ρε που βρίσκουν αυτά τα ονόματα
παραλίγο ν’ αφεθώ
ωραία η παραλία
αλλά να μην πηγαίνω απ την άμμο θα κουραστώ
ας σταματήσω ένα δευτερόλεπτο
έτσι για δοκιμή
κι αν;
κι αν σκάσει;
Μ’ αρέσει η ζωή μου, περπάτα
Δεν ξέρω που βρίσκομαι
Η αναπνοή μου δυσκολεύει σιγά σιγά
Αγχώνομαι, φοβάμαι, ιδρώνω, διψάω, κατουριέμαι, κουράζομαι, πεινάω, νυστάζω, πονάω, κλαίω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρέχω, ζαλίζομαι, κρυώνω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρελαίνομαι
Σταμάτα
Όχι τρέχα
Θα σταματήσω κι ας σκοτωθώ
Τρέχα
Θα πέσω στην άμμο κι ας σκάσει η κωλοβόμβα
Να σκοτωθώ μόνος μου χωρίς να σκοτώσω κανένα
Τώρα
Όχι τρέχα
Τώρα ρε
Όχι
Δεν μπορώ άλλο το μαρτύριο
Πέφτω
Βρίσκομαι στην άμμο
Ακίνητος
Περνάνε δυό λεπτά
Τίποτα
Ανοίγω τα μάθια μου
Τίποτα
Ευτυχώς παναγία μου
Φώτα αστράφτουν γύρω μου
Θα ονειρεύομαι μάλλον
Ας κοιμηθώ
Τρεις ώρες πριν στο κρεοπωλείο «Το καλό», ο έμπορας συζητά με έναν πελάτη.
-τον είδες αυτόν που πέρασε απ’ έξω;
-ναι τι είναι αυτός;
-ολότρελος. Ξυπνάει το πρωι και τρέχει μέχρι το βράδυ και πάει και κοιμάται στην παραλία.
-πυροβολημένο δηλ.
-ναι το κακόμοιρο το Στελάκι. Κατά τις οχτώ πέρνα απ’ την παραλία να τον δεις. Στέκονται οι τουρίστες και τον παίρνουν φωτογραφία. Αφού εδώ οι αλήτες έχουν βρεί τον τόπο που πάει και πέφτει κι έχουν στήσει ολόκληρη επιχείρηση. Λοιπόν, πόσα κιλά αρνί θες;
-δυό.
-ωραία. .......
17/2/09
Ένας σχεδόν κανονικός τύπος
Έχω μια βαθιά λύπη.
Κι όμως, ζω μια όμορφη ζωή.
Έχω μια καλή δουλειά, φίλους που αγαπώ και που
χαίρονται κι αυτοί για την συντροφιά μου,
ένα κορίτσι που κάνουμε πάντα όμορφο έρωτα,
είμαι υγιής. Έχω ταξιδέψει και ταξιδεύω ήδη αρκετά,
σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Έχω όρεξη να δημιουργήσω, να φανώ
χρήσιμος στους ανθρώπους γύρω μου και στο περιβάλλον
και με εργατικότητα και θετική σκέψη με περιμένει
μια ακόμη πιο όμορφη και στρωτή ζωή.
Κι όμως, πολύ συχνά νιώθω μια ατέλειωτη λύπη.
.......
Κι όμως, ζω μια όμορφη ζωή.
Έχω μια καλή δουλειά, φίλους που αγαπώ και που
χαίρονται κι αυτοί για την συντροφιά μου,
ένα κορίτσι που κάνουμε πάντα όμορφο έρωτα,
είμαι υγιής. Έχω ταξιδέψει και ταξιδεύω ήδη αρκετά,
σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Έχω όρεξη να δημιουργήσω, να φανώ
χρήσιμος στους ανθρώπους γύρω μου και στο περιβάλλον
και με εργατικότητα και θετική σκέψη με περιμένει
μια ακόμη πιο όμορφη και στρωτή ζωή.
Κι όμως, πολύ συχνά νιώθω μια ατέλειωτη λύπη.
.......
10/2/09
Ένας κανονικός τύπος
Έπρεπε να το κάνω τελικά, ήταν σωστή σκέψη.
Δεν έπρεπε να έχω τόσον καιρό ενδοιασμούς.
Αλλά κι ο κύριος Β. πολύ καλός άνθρωπος, με έκανε
να νιώσω πολύ άνετα. Με δέχτηκε και με ρώτησε για όλους.
Τα καθήκοντά μου απλά, μου τα εξήγησε όλα.
Κυρίως γραφείο αλλά κι εξωτερικές δουλειές, θα μείνει
εννοείται ευχαριστημένος, όταν χρειάζεται δουλεύω σκληρά.
Μόνο που οι άλλοι με κοίταζαν με μισό μάτι - θα περίμεναν
φαίνεται κανένα δικό τους.
Αλλά δε μου καίγεται καρφί, όλοι έτσι δουλεύουν.
Εγώ θ΄ αλλάξω τον κόσμο;
Οπότε λέω σιγά σιγά να αρχίσω να φτιάχνω τη ζωή μου:
να ψάξω για καλύτερο σπίτι, ν΄ αλλάξω το παλιό μου αμάξι,
να φορέσω κάνα ρούχο της προκοπής...
Ως και διακοπές στο εξωτερικό μη σου πω ότι θα πάω.
Με περιμένει από δω κι εμπρός μια εντελώς καινούρια ζωή.
.......
Δεν έπρεπε να έχω τόσον καιρό ενδοιασμούς.
Αλλά κι ο κύριος Β. πολύ καλός άνθρωπος, με έκανε
να νιώσω πολύ άνετα. Με δέχτηκε και με ρώτησε για όλους.
Τα καθήκοντά μου απλά, μου τα εξήγησε όλα.
Κυρίως γραφείο αλλά κι εξωτερικές δουλειές, θα μείνει
εννοείται ευχαριστημένος, όταν χρειάζεται δουλεύω σκληρά.
Μόνο που οι άλλοι με κοίταζαν με μισό μάτι - θα περίμεναν
φαίνεται κανένα δικό τους.
Αλλά δε μου καίγεται καρφί, όλοι έτσι δουλεύουν.
Εγώ θ΄ αλλάξω τον κόσμο;
Οπότε λέω σιγά σιγά να αρχίσω να φτιάχνω τη ζωή μου:
να ψάξω για καλύτερο σπίτι, ν΄ αλλάξω το παλιό μου αμάξι,
να φορέσω κάνα ρούχο της προκοπής...
Ως και διακοπές στο εξωτερικό μη σου πω ότι θα πάω.
Με περιμένει από δω κι εμπρός μια εντελώς καινούρια ζωή.
.......
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)