15/4/12

Ο δράκος


Το χαρτονένιο στυλό του δράκου Συμεών έγραφε, έγραφε, έγραφε...χωρίς σκοπό μα και χωρίς σταματημό. Δεν είχε πολύ κέφι αυτή τη νύχτα, που η δροσιά απλωνόταν σε κάθε γωνιά της αυλής και της πόλης του αλλοπρόσαλλου αυτού μέρους. Θέλησε να τραβηχτεί. Να τρίξουν όλα τα κόκκαλά του, από τα νύχια ως το σβέρκο. Κρακ!... Μόνο αυτό μπορούσε να κάνει στη μικρή σπηλιά του, στο λιλιπούτειο διαμέρισμά του. Η ουρά του κουλουριασμένη ως τη γωνία. Τα φτερά του μαζεμένα ελαφρώς πιασμένα. Έστριψε τσιγάρο σε δυόμισι δεύτερα και το άναψε σε ενάμισι, μην πάει και σταματήσει την ιστορία του, το γράψιμό του. Κάτι μέσα του μαζεύτηκε σε μια μπάλα και πάγωσε σαν κρύο μέταλλο. Δεν του άρεσαν τα λάθη. Δεν έχει σημασία τι θα έφτιαχνε, απλά δε σήκωνε λάθη. 

Η ώρα χτύπησε στον τοίχο αργά και μισή, και οι κοιλάδες και τα χωριά στα γραφτά του ακόμα ξεδιπλώνονταν, όμορφα, χρωματιστά και γαλήνια. Εικόνες μιας περασμένης εποχής, που σαν φαναράκι πού και πού έρχονταν κι έφεγγαν μέσα στα δωμάτια του μυαλού του. Κοιλάδες, γεφύρια...και πολλά κυπαρίσσια. Κι άλλα δέντρα, που το όνομά τους είχε πια ξεχαστεί. Ποιος ήξερε πια τη διαφορά μιας λεύκας από ένα πλατάνι, ενός ευκάλυπτου από μια φτελιά; Μιας καρυδιάς από μια σκαμνιά; Μιας μυρτιάς από ένα περνάρι; Μόνο εικόνες μαγευτικές, σχεδόν εξωτικές, σαν από άλλο ημισφαίριο. Δέντρα και δέντρα, σύννεφα και αέρας...Τα φτερά των δικών του τότε έτριζαν σαν σκοινιά αερόστατου, τα πόδια τους δροσίζονταν σαν πάπιες σε καταρράκτη. Εικόνες πάνω από κοπάδια λευκά, από σπιτάκια, από λόφους και βράχους. Μιας φανταστικής ευδαιμονίας. Μιας φανταστικής ζωής. Μιας ξεχασμένης, αλλοτινής, διαφορετικής αγωνίας. 
Αχ...Τα δωμάτια του μυαλού του, γιατί να είναι τόσο απέραντα...
.......

30/3/12

Η αέναη σκευωρία

Πεθαίνω
κάθε μέρα και πιο πολύ

Κουράζομαι
ν’ ανακαλύπτω νέους δρόμους
αναθαρρώ για λίγο
ώσπου έρχεται το επόμενο
κύμα
που θα με πνίξει

Η αέναη αρμονία των χιλιάδων στιγμών
ίσως φέρνει
σε αέναη σκευωρία

Νιώθω σαν να πεθαίνω
ανακαλύπτοντας νέους δρόμους
άχρηστους τελικά
όμορφους, γραφικούς
σκορπώντας συγκινήσεις
στους διψασμένους μύστες των αισθήσεων
ενώ η αύρα μου
η φωτεινή
θολώνει σαν το τζάμι από τα χνώτα

Είναι σκληρό
να φαντάζεσαι ανθρωπάκια
να σκαλίζεις μορφές
να ξυπνάς στη μέση της νύχτας

Η παραλία
που ξαπλώνεις χαρούμενος
με το κύμα να σου σβήνει τις έγνοιες
δεν υπάρχει.
.......

18/3/12

Αν κάποιος

Αν κάποιος θα σου πει το σ' αγαπώ
να περιμένει από με να τον σκοτώσω
το ξέρω ο στίχος μου είν΄ρομαντικός
μα σβέλτα τη δουλειά μου θα τελειώσω


Αν κάποτε παλιός σου εραστής
τολμήσει να σου ρίξει ένα βλέμμα
ειρωνικό ή ξανά ερωτικό
την ώρα που κρατιέσαι από μένα


Θυμάσαι που σκαλίζαμε ένα ξύλο
απάνω στη Φορτέτζα πριν καιρό
το σουγιαδάκι εκείνο θα τραβήξω
πέρα θα του χαράξω το λαιμό


Το ξέρω πως μιλάω σαν μοβόρος
και πως δεν ήμουν έτσι πιο παλιά
μα εσύ κορίτσι μου είσαι για μετάξι
κι όχι για καταγώγια, καπηλειά
.......

1/3/12

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΠΑΡΑΤΟΝΙΣΜΕΝΗ

Βρίσκεται σε κάποιο μπαρ, μεταμεσονύκτια ώρα. Δίπλα ακούγονται τραγούδια και φωνές ανακατεμένα με ζωντανή μουσικη. Σαν σφαίρα διέσχιζαν την απόσταση μέχρι το μπαρ όπου καθόταν αυτός και με αλλεπάλληλες πιέσεις στα μόρια του αέρα κατάφερναν να εισχωρήσουν στ’ αυτιά του. Αυτός όμως τίποτα. Καμιά αντίδραση. Ούτε τραγουδούσε ούτε φώναζε και στο μυαλό του είχε περισσότερο το stellar master elite των thorns παρά τη ρεμπέτικη πανδαισία η οποία φιλότιμα απειλούσε την αυτοσυγκέντρωσή του. Έβρεχε τα χείλη του στο ουίσκι και το ουίσκι έπεφτε σαν βροχή μες στο συκώτι του. Οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν σαν ακροβάτης σε σχοινί απ’ το στόμα του και έπεφταν με γδούπο στο πάτωμα προτού να φτάσουν στα συγκαταβατικά αυτιά των άλλων. Μόνο κάτι υπολλείμματα κρέμονταν απ’ τα πτερύγια με τρομερηηη δυσκολία αλλά αυτά δεν έφταναν έτσι ώστε να βγαίνει νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο και τα απορρημένα πρόσωπα των άλλων μπρος στο μακελειό αυτό. Απέναντί του κάθεται μια πόλη της Γαλλίας παρατονισμένη. Αυτός θα ήθελε να πλησιάσει και να δει τι γίνεται εκει μέσα αλλά τα τείχη είναι κλειστά. Και όπως του δήλωσε μια χοντροκομμένη κυνηγός ταλέντων και βουβαλιών στην αμερική, δεν πρόκειται αυτά τα τείχη ποτέ να τον δεχτουν «διότι οι πόλεις της Γαλλίας δεν συγχωρούν αυτούς που από αδυναμία εκπέσαν».
-Μα ποια είστε κυρία μου;
-Το όνομα μου είναι Ζαρατούστρα. Έφη Ζαρατούστρα. Πατέρα δεν γνώρισα ποτέ. Μπορείς να με φωνάζεις Έφη Ζαρατούστρα του Τάδε.
Τότε αυτός επανήλθε στο μπαρ διαλύοντας κάθε παραίσθηση από μπροστά του. Η πόλη στήνει τα τείχη. Τείχη αναμφισβήτητα και με μια έκφραση αλαζονείας και ξιπασιάς. Κι αυτός αναρωτιέται αν τα πρώτα τείχη ορθώθηκαν απ’ τον ίδιο μπρος σ’ αυτόν που φοβόταν πιο πολύ.Ε ναι λοιπόν τελικά έτσι ήταν. Θυμήθηκε ότι είχε πάρει Ηπειρώτες πετράδες στην δούλεψή του για την επίτευξη αυτού του ασύλληπτου τείχους όπου στο τέλος κατάφερε να κλείσει τον Μισητό απ’ έξω. Ο Μισητός άπλωνε την ψυχή του στα λιβάδια, στις κορφές, στις πλάτες των πουλιών, στις τρύπες των σκορπιών και στην επιφάνεια των τειχών. Ο άλλος, ο από μέσα, δήλωνε ευτυχής με το τείχος του και διαλαλούσε στο κενό: «ξεκουμπίστηκε επιτέλους ο Κακός από δίπλα μου» Κι η φωνή έφευγε ελεύθερη και χαρούμενη να ταξιδέψει αλλά γύριζε πάντα απογοητευμένη στον ίδιο, αφού πρώτα χτυπούσε με φοβερή δύναμη στα τείχη. Κάποια μέρα, η φωνή του, δεν έκανε αντίλαλο στο άδειο κάστρο του, αλλά δοκίμασε για ώρες εναγωνίως να βρει ένα άνοιγμα να βγει έξω. Απελπισμένη απ’ την μάταιη προσπάθεια προτίμησε να σβήσει στην ρίζα των τειχών παρά να γυρίσει στην πηγή της, απελπισμένη απ’ την αυτιστικά καθορισμένη διαδρομή της.Αυτός έμεινε άφωνος. «Έχω όμως τα κλειδιά είπε από μέσα του» και τότε ακούστηκε η απάντηση από τον Μισητό όπου διάβαζε την σκέψη του. Γιατί, ο Μισητός, δεν ήταν κανείς άλλος παρά ο εαυτός του κλεισμένου: «Ε βγες λοιπόν» φώναξε γελώντας ειρωνικά.
Τότε άνοιξε τα μάτια του είδε ξανά το μπαρ, την Γαλλική πόλη σε μόνιμη παρατονία και το βλέμμα του έπεσε στην πόρτα. Αυτή ανταπέδωσε, την πλησίασε και χωρίς να το πολυσκεφτεί την άνοιξε κι εξαφανίστηκε στη νύχτα. .
.......

10/2/12

στιγμα

Ενα στιγμα.
Ενα μικρο τιποτα στο γονατο της μερας μου.

Καιω τσιγαρα
φτιαχνω φωλιες και μετα τις γκρεμιζω
σκαλιζω μικρα αντικειμενα απο ξυλο

εσυ καπου
μαθαινεις νεα μου
απο την οθονη του υπολογιστη σου
.......

28/1/12

Δεν

Δε με νοιάζει φίλε μου καλέ
πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

Δε με νοιάζει φίλη μου αγαπημένη
το πώς καταντήσαμε έτσι.

Δε με νοιάζει, όπως κάθε φορά που
φτάνω κοντά στο τέρμα, τίποτα.
Ούτε το δίκιο ή τ΄ άδικο,
οι αλήθειες, οι στεναχώριες
και λοιπά.

Έχω ένα πράγμα γαμημένο μέσα μου,
που δε μ' αφήνει να ξοφλήσω.
Γι' αυτό δε γουστάρω τους πρεζάκηδες.
Γι' αυτό δε γουστάρω τους μεθύστακες.
Γι' αυτό δεν ψήνομαι μ' αυτούς που αυτοκτονούνε.

Την ήβρες τώρα την απάντηση;
Βρες την, γομάρι μου αγαπημένο.

Γι΄αυτό δε θέλω να κάνουμε άλλο παρέα.
.......

19/1/12

Εσύ κι εγώ

Εσύ κι εγώ,
κι ανάμεσά μας
μια θάλασσα ψέματα.
Κι ανάμεσά μας
μια πλημμύρα σκοτάδι.

Κι ανάμεσά μας,
και πάνω μας,
και μέσα μας,
ένας ατέλειωτος,
αχαλίνωτος ωκεανός αγάπης.

Θα ζήσω μέσα από σένα
θα ανασάνεις μέσα από μένα
θα σε αγγίξω στη μέση
θα μου χαϊδέψεις τον ώμο
θα ξαπλώσουμε στην ακρογιαλιά
και θα κολυμπήσουμε μαζί, γυμνοί
σ’αυτόν τον ζωογόνο,
οργιαστικό
ωκεανό αγάπης.
.......

9/1/12

Καφενείο «Ο Γιάννης»

Σε κεντρικό δρόμο των Χανίων
όχι πολύ μακρυά από την πλατεία
βρίσκεται το καφενείο
«ο Γιάννης»
με σιδερένια ταμπέλα, βαμμένη στο χέρι.

Εκεί πάει συχνά
ο Νίκος o Θερισσιανός
ο Τάσος με το μαύρο κουστούμι του
η ξανθή Ουκρανέζα με τον αγαπημένο της κουτσό
αγκαζέ
ο Αλβανός Αράλντο με το τζιν μπουφάν
που πίνει Άμστελ
ο Μίμης Δημητριανάκης με μαύρο γυαλί,
κι άλλοι κι άλλοι
για να παίξουν χαρτιά
να πιουν
να βριστούν
και καμιά φορά,
αν κάποιος απέξω
από τα δύο τραπεζάκια
το παρακάνει,
να δουν επιτέλους
να πέφτει
και καμιά σφαλιάρα.
.......

17/12/11

Δεν αλλάζω, το ξέρω καλά

Άλκης, Α' Δημοτικού, Θεσσαλονίκη
.......

6/12/11

Συνολικό χτύπημα (σε κρύο θάλαμο)

Μα

Εμπρός, τι,
κάτω απ’ το

Σαγόνι

Πλάγια
έρχεται η εισβολή
στo

στο από μέσα

ΔΕΝ

ενδιαφέρει ο πόνος
ΑΛΛΑ
ο εξευτελισμός

Λυπηρόν, το ξέρω
Οδυνηρόν, προφανώς

Όμως
συνέχισε τώρα
ΓΙΑΤΙ
αγνοείς τις αντοχές;

Αν ενδιαφέρεσαι
θα
εκπλαγείς, επαναλαμβάνω:

ΔΕΝ ενδιαφέρει ο πόνος
αλλά να σβήσεις
με τον τρόπο σου
αυτό που τυλίγεται - ξετυλίγεται

λίγο λίγο ακόμα πιο λίγο
και έχεις το αποτέλεσμα
το επιθυμητό

ΜΗ δειλιάζεις
ΜΕ ευθύτητα

Πρόσεξε
Αυτά δεν ακούγονται συχνά
πάρεξ εάν ενδιαφέρεσαι

για τη
φιλοσοφία
.......

21/11/11

ΠΟΙΟΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙ ΠΟΙΟΝ

Με μισόκλειστα τα μάτια και σκυμμένο το κεφάλι, μουδιασμένος αλλά ψύχραιμος, θολωμένος κι αποσβολωμένος από την πόση λίτρων αλκοόλ, τρεκλίζοντας ακολουθώ τον δρόμο που βρίσκεται μπροστά μου. Ακολουθώ, γιατί δεν επιλέγω. Ούτως ή άλλως όταν ξυπνήσω δεν θα θυμάμαι τίποτα. Σταματώ σε έναν στύλο σε μια απόμερη γωνιά, λες και το σώμα μου μες σ’ αυτό το χάλι κρατάει κάποια αξιοπρέπεια προφυλάσσοντάς με από τα αδιάκριτα μάτια των περαστικών, και κοιμάμαι όρθιος. Σταγόνες βροχής σκάνε πάνω μου χωρίς να καταφέρουν όμως να με ξυπνήσουν, ενώ κάποιες γριές που πηγαίνουν στην πρωινή λειτουργία με κοιτάνε και κουνάνε τα κεφάλια τους. Κάποια στιγμή ανοίγω τα μάτια μου κι επειδή είμαι ακόμα ανάμεσα στον ύπνο και στο να ξυπνήσω βλέπω μπροστά μου έναν τεράστιο σαμουράι τουλάχιστον οχτώ μέτρα στο ύψος να κρατά με το ένα χέρι το κατάνα του έτοιμο να ξεθηκαρωθεί. Φορά μια πολύ εντυπωσιακή στολή απ’ αυτές που έβαζαν οι σαμουράι όταν ήταν να πάνε σε πόλεμο, που τους έκαναν να μοιάζουν με σκαθάρια. Κοιτάζει μπροστά και προς τα πάνω χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Σκέφτηκα ότι αυτό που έβλεπα δεν ήταν αληθινό, ότι σαμουράι στην εποχή μας δεν υπάρχουν, και να υπάρχουν δεν θα ξεπερνάνε το ένα εξήντα. Αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Περίμενα να δω τι κίνηση θα κάνει, καθώς η βροχή με είχε κάνει ήδη μούσκεμα. Κάποια στιγμή ο Le Monte Young μαζί με τον Teri Rilley έπαιξαν σε ένα δευτερόλεπτο έναν εξηνταπεντάωρο αυτοσχεδιασμό και τετράγωνα διανθισμένα με κβάντα και αίμα περνούσαν κάτω από τα πόδια του σαμουράι ένα ένα(σημειώσατε Χ). Με ξαναπαίρνει ο ύπνος μετά απ’ αυτό το υπερθέαμα, ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει δυνατότερα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι συμμετέχω σε μια σουρεαλιστική ομάδα ποδοσφαίρου με την επωνυμία Άγγελος Σικελιανών η οποία την πρώτη αγωνιστική δεν συμπλήρωσε ενδεκάδα και την δεύτερη ήμασταν εκατόν τριάντα άτομα στον αγωνιστικό χώρο αλλά δεν είχαμε τερματοφύλακα. Τελικά πήραμε το πρωτάθλημα. Ξαφνικά νιώθω ένα άγγιγμα στον ώμο μου το οποίο ήταν αιτία να πάρω μεταγραφή από την ομάδα, να διαλυθεί το σύμπαν, να παίξω τάβλι με το βελγικό grindcore συγκρότημα Agathocles να πάω φαντάρος με τον Χριστό, όλ’ αυτά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, και εν τέλει να ξυπνήσω. Βλέπω μπροστά μου ή τρία ή έξι κορίτσια, χωρίς να είμαι σίγουρος για τον τελικό αριθμό, τα οποία προσφέρονται να με φιλοξενήσουν ευγενέστατα. Κι εκεί με πιάνει το φιλότιμο. Ε όχι κυρίες μου, λέω. «Είπαμε, είμαι κομμάτια, δεν ξέρω που βρίσκομαι, κοιμάμαι όρθιος στην μέση του δρόμου, μπορεί να έχω δει τετράγωνα να περπατάνε και σαμουράι οχτώ μέτρα, μπορεί να έχω γίνει μούσκεμα απ’ την βροχή και να μην το έχω πάρει χαμπάρι διότι εμείς οι ποδοσφαιρισταί παίζουμε παντός καιρού, αλλά δεν θα πέσω τόσο χαμηλά να δεχθώ την ομολογουμένως ευγενική σας φιλοξενία. Έχω και κάποια αξιοπρέπεια». Μετά απ’ αυτό το αλκοολικό λογύδριο από το οποίο μπορεί να μην ακούστηκε ούτε μία λέξη ολόκληρη οι κοπελιές συνέχισαν τον δρόμο τους ενώ εγώ συνέχιζα να βρέχομαι μ’ ένα πανηλίθιο χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα μου σκεφτόμενος ότι τους την είπα άσχημα και έδειξα χαρακτήρα. Μετά από δυο ώρες που σύρωνε η βροχή από κάθε μόριο του σώματός μου, αποφάσισα να πάω προς το σπίτι, ανίκανος να αντιληφθώ ποια ήταν πραγματικότητα, ποια η ψευδαίσθηση και ποιο το όνειρο, ακολουθώντας τον δρόμο με σκυμμένο το κεφάλι και μισόκλειστα τα μάτια. .......

12/11/11

Χωρίς να το αξίζουν

Φτιάχνω γκαφέ
ελληνικόν, παπαγάλον

εσύ ποδίτσα, βγάζεις λάτζα
(ναι μωρέ θα βοηθήσω κι εγώ)
οι άλλοι από μέσα σταθερά, καίγονται.

Εγώ - τι να κάνω -
έτσι τσίτα που είμαι, βαριέμαι το κάψιμο.
Εσύ χειρότερα.

Απλά παρέα θέλουμε εδώ,
κι έτσι ο ένας μένει κοντά στον άλλο,
παρά, παρά.

Προσπάθεια φίλε μου, αυτό χρειάζεται
χτύπημα στον τοίχο
αυτό, αυτό,
όχι για τον εαυτό σου, σιγά

απλά μην πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου,
αυτό μόνο
να το βουλώνεις,
να μην έχεις άποψη καμιά φορά

Γιατί ξέρω πολλούς χασικλήδες
που έθαψαν φίλους, γκόμενους
παιδιά
χωρίς οι μικροί να το αξίζουν.
.......

26/10/11

Σκισμένα μαλλιά

Γιατί κάποτε

θα καθίσω κοντά σας

με σκισμένα μαλλιά

με σκισμένα ξεσκισμένα ρούχα

με βλέμμα στραμμένο στην ώρα

που τσιρίζει

που τραβάει απ' τα ρούχα

απ' τα σωθικά

κι αν είσαι τρελός

κι αν είσαι κι εσύ προσεκτικός, με κανονισμένους

λογαριασμούς, με ρυθμισμένες υποθέσεις φίλε μου

μην την ακολουθήσεις

αν είσαι κι εσύ τρελός

φύλαξε τα ρούχα σου

φύλαξε τα μαλλιά σου

κράτα ακέραια τα σωθικά σου

θα χρειαστούν

κάποιος πρέπει να συνεχίσει

να παίζει μουσική

σε τούτο εδώ το πανηγύρι
.......

15/10/11

Χανιά - 38 C

Με βλέπει ο τύπος κάτω που είμαι μουσικός κι αρχίζει γρήγορα με το δοξάρι του για να του πετάξω κάνα κέρμα. Όμως τώρα βιάζομαι. Το ζευγαράκι απέναντι με καρφώνει η τύπισσα, κι ο άλλος της από δίπλα. Bαρεθήκατε ε παιδιά; Ηλίθιες συνωστίζονται στη Bershka να βρουν έκφραση και καθυστερημένοι πίνουν τον καφέ τους σε άσπρα σκαμπό στο πεζοδρόμιο για να είναι in. «Να 'στε καλά» από χαμηλά η Σέρβα ομόθρησκος με το εικονισματάκι. Να 'σαι καλά κι εσύ. Πολύς κόσμος, πολλή φασαρία, ζέστη, πάω στην ProBank να δω πόσα έχω γιατί του χρόνου παίζει να 'μαι άνεργος. Αδιάφορον όμως αγαπητέ. Όσο έχω το όργανο στην πλάτη μου θα μπορώ να φάω. Μια παχουλή με ποδήλατο στο δρόμο αγκομαχεί, ιδρώτας, μπράτσα. Αυτό είναι όμως μπούστο κύριοι. Μυστήριοι με κοιτάνε μυστήρια γιατί έχω όργανο μαζί μου, προσοχή παιδιά, κίνδυνος - θάνατος η μουσική. Άκου μια φορά μια ιστορία. Ήμασταν σε πάρτυ με τον Carnellio και βάραγε στο στενό ως τις 4 πολύ δυνατά, οι γείτονες κανένα πρόβλημα, όλα μια χαρά, κλείνουν κάποτε το μηχάνισμα, παιδιά λέει θα βγάλετε όργανα. Μα είναι πρωί, μα ξέρω γω, στις τρεις πρώτες νότες που παίζουμε που λες οι γείτονες ανοίγουν τα παράθυρα και θα φέρουν λέει τους μπάτσους. Κατάλαβες; Κίνδυνος η ζωντανή μουσική φίλε. Δημιoυργείς άρα. Εν πάσει περιπτώσει, πάω απέναντι στο περίπτερο να πάρω νερό γιατί κόλλησα. Πρέπει να προλάβω και το λεωφορείο. Θα λιώσω πάλι στη ζέστη αλλά στ' αρχίδια μου. Για τα πάντα. Και για μένα. Το βράδυ παίζω.
.......

1/10/11

Ένα για την Υπεροψία

Υπεροψία
Υπεροψία

είμαι ανώτερος εσού, αδελφέ

Δεν το βλέπεις γαμώ
το
θεό σου;

Eίσαι σκουλήκι
και βρώμικος και μιαρός και κατώτερος
Κι Εγώ είμαι
το φ ω ς
το φ ω ς, αδελφέ

Αγάπα με τώρα
απελπίσου
πες λόγια ανάγκης
κι εγώ από κοντά, θα σε φροντίσω
θα απαλύνω τον πόνο σου

Tο δικό σου τον πόνο, σκουλήκι
θα τον φορτωθώ εγώ,
ο
Τιτάνας
θα τον απλώσω στους ατσαλένιους ώμους μου
σαν μαρμελάδα

Έλα σκουληκάκι,
φίλα μου τα γόνατα,
κόλλησε πάνω στον ευεργέτη σου

ΣΕ ΣΩΖΩ ΤΩΡΑ ΚΤΗΝΟΣ

Θα σε γλιτώσω απ΄όλα, στο είπα
φτάνει μόνο
να είσαι εσύ εκεί
κι εγώ

για πάντα εδώ,

εδώ
.......

21/9/11

Ξυραφιά

Είδα / ένιωσα μια ξυραφιά
στον αέρα

Aμέσως έτρεξα σπίτι
να την μετατρέψω σε τομή
στο μπράτσο μου.

Δυστυχώς
το αυλάκι που άνοιξε το κόκκινο
ήταν πιο άγριο απ’ ότι
αρχικά φαινόταν.

Έμεινα να κοιτάω
το κόκκινο το σύννεφο
το κόκκινο ποτάμι
ν’ ανάβει το μυαλό μου
ν’ ανάβει το χέρι μου
να στάζει ήρεμα
στον άσπρο μου νιπτήρα

και ένιωσα πια,
ναι με σκοτάδι,
ναι με κλάματα,

το ξυράφι να έχει κομμένη
και την καρδιά μου
ως πέρα
.......

24/7/11

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Tώρα μ’ αγκαλιάζουν οι πέτρες, λίγο χώμα, η μπόχα της ιδρωτίλας και του θανάτου αγκαζέ με τους ήχους των σφαιρών και των παραγγελμάτων. Βέβαια δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ ολ’ αυτά όντας νεκρός και φρέσκος μάλιστα. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα κοιτάνε ευθεία αλλά και προς το τίποτα. Κενά, μιας κι η ψυχή μου στο φεύγα της, μου έκλεψε την όραση για να βρει τον δρόμο της. Έφυγε χαζογελώντας σαν αποφυλακισμένος ισοβίτης, και πώς να μην γελούσε άλλωστε που άφηνε μια για πάντα αυτό το άχρηστο σώμα. Είμαι σίγουρος ότι και οι υπόλοιπες συναδέλφισσές της που θα την κοιτούσαν θα την ζήλευαν τα μάλα και ίσως αυτή είναι η αιτία που έσπρωχναν τα κορμιά με λύσσα στον πόλεμο και στον θάνατο. Όχι όλοι ήρωες, πολλοί φοβισμένοι όπως τον φαντάρο δίπλα μου που σοκαρισμένος από την τύχη μου τον πήραν τα κλάματα. Κάποιος του φώναξε να κρυφτεί στο απέναντι όρυγμα αλλά αυτός κοκαλωμένος από τον πανικό και τις χριστιανικές του ενοχές, προφανώς ήθελε να με θάψει με παπά και διάκο, η δυνατόν, ρούπι δεν έκανε. Μόνο όταν χειροβομβίδα έσκασε στα τρία μέτρα απ’ αυτόν ξύπνησε κι άρχισε σαν κυνηγημένος να τρέχει στο όρυγμα. Τα άθλιά μας κορμιά σαν θησαυρούς τα προστατεύουμε σε καταστάσεις άμεσου κινδύνου, τα ίδια κορμιά που καθόλου δεν τα σεβόμαστε σε περιόδους ειρήνης και μαλθακότητας. Το βλέμμα του μέσα από το όρυγμα διασταυρώθηκε με τα άδεια μάτια μου που ασάλευτα μέσα στο ορυμαγδό του πολέμου δε λέγανε να ξεκουνήσουν από την αρχική ευθεία. Πρέπει να ‘ταν δύσκολο να βλέπεις θάνατο πασαλειμμένο με μυρωδιές πανικό και γνήσιο αίμα κάτι το οποίο δεν γίνεται να σου προσφέρει το PSP. Τα δάχτυλά μου μπερδεμένα στα χαλίκια λες και ψάχναν άνοιγμα για τον κάτω κόσμο μια και καλή, από περιέργεια περισσότερο. Είναι καλό να αλλάζεις παραστάσεις. Σκέψου να πέθαινες που και που και να ξαναγυρνούσες στη ζωή όποτε εσύ γούσταρες, πόσο πιο άφοβο και πληκτικό θα ήταν το ανθρώπινο είδος. Αυτά τα δάχτυλα λοιπόν θα ήθελα για τελευταία φορά να αγκάλιαζαν το κορμί αυτηνής που αγάπησα γερά, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο δεν θα γίνει. Το χέρι μου κοκκινισμένο από το αίμα, λευκό και κρύο απ’ τις σφαίρες, τις σφηνωμένες στην πλάτη μου,… πιο λευκό κι απ’ το δικό της ακόμα,. . . δεν θα ‘ταν ωραίο να με δει έτσι,… ίσως καλύτερα να με ξεχάσουν. Το χειρότερο είναι ότι θα πεθάνω εδώ παρετημένος, χωρίς νεκρικές φροντίδες και ασπασμούς στην βόλεψη του φέρετρου. Δεν θα ‘ρθει η μάνα μου να με πλύνει και να με ντύσει. Δε θα ‘ρθει αυτή να ζεστάνει τα κρύα μαγουλά μου με καυτό δάκρυ, απλά θα μείνω εδώ να με φάνε τα όρνια. Λες και τα πόδια μου το γνωρίζουν αυτό κι έχουν πάρει θέση έρπην. Το δεξί πόδι μαζεμένο προς τα πάνω έτσι ώστε το γόνατο να φτάνει στο ύψος του στομαχιού και το αριστερό έτοιμο να ακολουθήσει την ορμή του δεξιού. Έτσι θα πάμε μέχρι να φτάσουμε στην πύλη σώμα μου, στην πύλη της αιωνιότητας, και να βουτήξουμε στην κόλαση πριν οι γύπες αρχίσουν να πετούν χαμηλά. Αλλά οι νεκροί δεν κουνιούνται τελικά. Όσο περνά η ώρα μαθαίνω τα χούγια αυτής της κατάστασης. Ας μην ζητάω πολλά λοιπόν κι ας περιμένω, και τους γύπες, και τις χειροβομβίδες, κι αυτούς που θα ληστέψουν ότι έχω πάνω μου, και τα σκουλήκια. Η μέρα φεύγει, η μέρα χάνεται, η τελευταία μέρα. Σε λίγο νυχτώνει κι η μάχη καταλάγιασε. Φύγαν όλοι μάλλον, γι αυτό επικρατεί ησυχία παντού, γι’ αυτό με πλησίασαν οι γύπες κι άρχισαν να δαγκώνουν και να μασουλάνε ζεστή πλάτη, συκωτάκι, πλευρά και λαιμό βεβαίως βεβαίως. Να που γίνομαι και σε κάτι χρήσιμος, αλλά μια απορία έχω βαθιά μέσα μου. Αυτή η γυναίκα, η μαμά πατρίδα που λένε όλοι την έχει δει κανείς από κοντά; Την αναφέρουν οι πάντες και ‘γω που λυπήθηκα την κατάστασή της και την ανάγκη της έτρεξα εθελοντής να πολεμήσω σ’ έναν άδικο γι’ αυτήν πόλεμο. Αλλά αυτοί που τ’ όνομά της αναφωνούν κάθε λίγο και λιγάκι γιατί δεν είναι και αυτοί εδώ; Την τραβολογάν από δω, την τραβολογάν από κει, την νοηματοδοτούν, την κονταίνουν και την μακραίνουν κατά πως θέλουν ως άλλοι Προκρούστες, την βρίζουν, την βιάζουν, την πουλούν σε άλλους νταβατζήδες, την κλειδώνουν σε δωμάτια για μέρες, της φοράν άλλοτε επίσημα ρούχα και γιορτινά και την εξυμνούν στους δικούς μας θανάτους. Γι’ αυτό λοιπόν καλοί μου γύπες αφήστε και λίγο κρέας και μεδούλι γι’ αυτήν. Μπορεί κάπου εδώ ρακένδυτη να γυρίζει και θα χει λυσσάξει της πείνας. Ας φάει κι αυτή λίγο. Δεν έχει πια σημασία. Δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος, αλλά για μένα αυτός ο πόλεμος και οτιδήποτε άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο των δογμάτων και της αυθυποβολής έχει τελειώσει. Καληνύχτα. .......

12/7/11

Σκληρή

Η ζωή είναι σκληρή
πολύ σκληρή, σα χώμα
το μούτρο μου τρίβεται στα χώματα
και στις πέτρες
κάνα δυο δόντια γδέρνονται

Πάγωσα κάτω
κι αλληθωρίζω
κοιτάω τα χορταράκια.

Ωραία η παρομοίωση ε;

Νομίζεις φίλε.
Μην ξεκινάς τη ζωή με ανοιχτή καρδιά
μην προχωράς με ανοιχτές προσδοκίες
μην έχεις τη δύναμη εκατό αντρών
μη.

Θα ψοφήσεις
θα σε ψοφήσουν
θα παρακαλάς για έλεος,
αργότερα

Σφιχτόκαρδος να είσαι
να τα θες όλα δικά σου
να έχεις τη δύναμη έκτης δημοτικού
για να τα κερδίσεις όλα.

Να εκμεταλλεύεσαι,
ανθρώπους, καταστάσεις
να σε ενδιαφέρει η εικόνα σου
και η πολιτική
κι έτσι θα πας μπροστά γιε μου,
θα λάμψεις.

Κι αν ποτέ συρθείς στο χώμα
αν καταπιείς έστω και μια πετρούλα μικρή
τόση, τόση δα μικρή λέω,
έλα τότε κοντά και βρες με
κάπου εδώ θα είμαι, με τα ράμματα,
έλα τότε κοντά και πες μου.
.......

2/7/11

Ιούνιος στην πλατεία

Σε είδα πάλι και χτες στο Σύνταγμα

με ασπρισμένο πρόσωπο

κόκκινα μάτια

το δάκρυ σου κορόμηλο

να ενώνεσαι μαζί μου

να σφίγγεις τη γροθιά σου οργισμένος

κόντρα στα ΜΑΤ, στους πολιτικούς,

στα Ιδρύματα

να υψώνεις τη βραχνή φωνή σου στο μέλλον

να εξαγριώνεσαι

να σχίζεις τα ιμάτιά σου πολεμώντας

με όση δύναμη σου απέμενε

για μια καλύτερη

κοινοβουλευτική δημοκρατία.
.......

18/6/11

Τρέλα Β.

Τρέλα για τους τρελούς, τρέλα
τρέλα στους λογικούς, τρέλα.

Τραύμα για τους αθώους, τρέλα
δρόμο στους συνετούς, τρέλα

Ο ίσκιος στο ντουλάπι, τρέλα
η λάμψη στο κρεβάτι, τρέλα

Μανία στην ψυχή, τρέλα
ο πόνος στο κορμί, τρέλα

Τη νύχτα στα σκοτάδια, τρέλα
η μαύρη τρύπα μέσα μου, τρέλα

Θα κάψεις, θα πεθάνεις, τρέλα
κι ο πόνος δε θα γιάνει, τρέλα.
.......