Δε βρίζω πια,
ούτε λυπάμαι.
Δεν κλαίω.
Eίμαι τώρα στη φάση της γάτας
που μετά από μερικά
πονετικά σπρωξίματα
Αφήνει τελικά
το ψόφιο γατάκι της
να το φαν οι μύγες.
.......
2/6/13
17/5/13
Μίζεροι
Μίζεροι άνθρωποι
κακόμοιροι
που αντί να κοιτάζουν το δικό τους καλό
νοιάζονται μην κάποιος τύχει και ταλαιπωρείται
λιγότερο απ’ τους ίδιους
Έτοιμοι να χιμήξουν
να τιμωρήσουν όποιον ξεστράτισε
να αποκαταστήσουν το δίκαιο
μπροστά στον Αφέντη.
Μίζεροι
κακεντρεχείς
χαμερπείς
αξιολύπητοι
που αντί να δουν το κοινό καλό
δε μπορούν να δουν
ούτε πέρα από τη μύτη τους.
Να ένα ξεροκόμματο!
Πιάστε το!
Ροκανίστε το στη γωνιά με ευγνωμοσύνη
μέχρι να σας δοθεί το επόμενο.
Κακόμοιροι άνθρωποι
δε σας θέλω για συντροφιά μου
βράζουμε στο ίδιο καζάνι
αλλά δεν έχουμε τίποτα κοινό.
Η Επανάσταση
αυτή η αιωνίως παραφουσκωμένη έννοια
με αφήνει όπως πάντοτε αδιάφορο
γιατί εσείς
είστε το πρώτο
και το τελευταίο
αντεπιχείρημά της.
.......
κακόμοιροι
που αντί να κοιτάζουν το δικό τους καλό
νοιάζονται μην κάποιος τύχει και ταλαιπωρείται
λιγότερο απ’ τους ίδιους
Έτοιμοι να χιμήξουν
να τιμωρήσουν όποιον ξεστράτισε
να αποκαταστήσουν το δίκαιο
μπροστά στον Αφέντη.
Μίζεροι
κακεντρεχείς
χαμερπείς
αξιολύπητοι
που αντί να δουν το κοινό καλό
δε μπορούν να δουν
ούτε πέρα από τη μύτη τους.
Να ένα ξεροκόμματο!
Πιάστε το!
Ροκανίστε το στη γωνιά με ευγνωμοσύνη
μέχρι να σας δοθεί το επόμενο.
Κακόμοιροι άνθρωποι
δε σας θέλω για συντροφιά μου
βράζουμε στο ίδιο καζάνι
αλλά δεν έχουμε τίποτα κοινό.
Η Επανάσταση
αυτή η αιωνίως παραφουσκωμένη έννοια
με αφήνει όπως πάντοτε αδιάφορο
γιατί εσείς
είστε το πρώτο
και το τελευταίο
αντεπιχείρημά της.
.......
5/5/13
Ο Υπόκοσμος
Ο Υπόκοσμος είναι ένας κόσμος τραγικός.
Οι άνθρωποί του είναι άνθρωποι ορφανοί, από μάνα
και πατέρα, παρατημένοι σε μοίρα τυχαία, ξεχασμένοι.
Δεν έχουν φίλους - ούτε αποκτούν ποτέ.
Γιατί ο κόσμος της μαγκιάς
είναι ένας στυγνός ατομικιστικός κόσμος.
Είναι ένας κόσμος της στιγμής, μιας στιγμής
που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
-Ποτά για τη λήθη.
-Καπνοί για το ψέμα.
-Χάπια, σκόνες, υγρά, για το κουράγιο.
Εξ’ ού και το πονηρό χαμόγελο.
Εξ’ ου και το κλείσιμο του ματιού.
Ο Υπόκοσμος είναι ένας κόσμος για άντρες.
Η γυναίκα που θα βρεθεί στην αγκάλη του είναι απ’ την αρχή χαμένη.
Η σαγήνη θα φέρει την εκμετάλλευση.
Η φαντασία και το παιχνίδι θα φέρουν το ξερό γαμήσι.
Η αγάπη και ο έρωτας θα γίνουν πατήματα εξουσίας.
Στον κόσμο αυτό δε νικά κανένας.
Ο Μεγάλος είναι μόνος.
Ο μικρός είναι δούλος.
Το σύστημα αυτό δε μπορεί να αναπαραχτεί από μόνο του -
γι’ αυτό και είναι αποτυχημένο.
Ο Υπόκοσμος τραβάει αίμα νέο από τον Κόσμο για να εμπλουτίζεται.
Τσιγκλά ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΟΣ
ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΑ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ
ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΜΑ ΕΙΝΑΙ Ο
ΠΙΟ
ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΚΟΣΜΟΣ
ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ
.......
Οι άνθρωποί του είναι άνθρωποι ορφανοί, από μάνα
και πατέρα, παρατημένοι σε μοίρα τυχαία, ξεχασμένοι.
Δεν έχουν φίλους - ούτε αποκτούν ποτέ.
Γιατί ο κόσμος της μαγκιάς
είναι ένας στυγνός ατομικιστικός κόσμος.
Είναι ένας κόσμος της στιγμής, μιας στιγμής
που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
-Ποτά για τη λήθη.
-Καπνοί για το ψέμα.
-Χάπια, σκόνες, υγρά, για το κουράγιο.
Εξ’ ού και το πονηρό χαμόγελο.
Εξ’ ου και το κλείσιμο του ματιού.
Ο Υπόκοσμος είναι ένας κόσμος για άντρες.
Η γυναίκα που θα βρεθεί στην αγκάλη του είναι απ’ την αρχή χαμένη.
Η σαγήνη θα φέρει την εκμετάλλευση.
Η φαντασία και το παιχνίδι θα φέρουν το ξερό γαμήσι.
Η αγάπη και ο έρωτας θα γίνουν πατήματα εξουσίας.
Στον κόσμο αυτό δε νικά κανένας.
Ο Μεγάλος είναι μόνος.
Ο μικρός είναι δούλος.
Το σύστημα αυτό δε μπορεί να αναπαραχτεί από μόνο του -
γι’ αυτό και είναι αποτυχημένο.
Ο Υπόκοσμος τραβάει αίμα νέο από τον Κόσμο για να εμπλουτίζεται.
Τσιγκλά ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΟΣ
ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΑ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ
ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΜΑ ΕΙΝΑΙ Ο
ΠΙΟ
ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΚΟΣΜΟΣ
ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ
17/4/13
//
Γιατί όταν της έλεγα
τα ίδια λόγια που έλεγα σε σένα
όταν τη φιλούσα
στα ίδια αυτά σημεία
τα δικά σου σημεία
όταν τα χέρια μου
ακολούθαγαν άλλες καμπύλες
από τις δικές σου τις καμπύλες
δεν ένιωθα τότε άσχημα
δεν ένιωθα τότε
ντροπή ενοχή ή κάτι παρόμοιο
ένιωσα μόνο
για λίγο
μια μικρή ανακατωσούρα
στο στομάχι
.......
τα ίδια λόγια που έλεγα σε σένα
όταν τη φιλούσα
στα ίδια αυτά σημεία
τα δικά σου σημεία
όταν τα χέρια μου
ακολούθαγαν άλλες καμπύλες
από τις δικές σου τις καμπύλες
δεν ένιωθα τότε άσχημα
δεν ένιωθα τότε
ντροπή ενοχή ή κάτι παρόμοιο
ένιωσα μόνο
για λίγο
μια μικρή ανακατωσούρα
στο στομάχι
.......
22/3/13
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ (ή το τελευταίο οργισμένο μου ποίημα)
Θέλω ν' ανοίξει η κατακόμβη μέσα μου και να βγει
όλο το μίσος που μάζεψα
που πόστιασα κάτι χρονάκια τώρα
με βρισιές με σάλια
γαμωσταυρίδια
για όλες τις ευκαιρίες
για όλη την ευγένεια που ξόδεψα
να σκάσει έτσι, σαν αντίβαρο
πρέπει να γίνει,
το λέει κι η Φυσική
σ' όλους τους τελειωμένους
σε κάθε λεπτό κατανόησης στα πονεμένα νιάτα
στους κακόμοιρους τύπους που καταφεύγουν στο πιοτί
στις καημένες που πόνεσαν
και είναι γκόμενες πια
τι να κάνουν
«εδώ που φτάσαμε δε σώζεται τίποτα»
Ξεφτίλες
αγκάλιασε το κενό και κοιμήσου μαζί του
μηδενίσου κι εσύ με το κοντέρ
αύριο ξέχνα τα όλα προσεκτικά
φάε μια τυρόπιτα με γάλα
κι εμένα
ξέχασε το νούμερο, το μέιλ μου
παράτα με
δεν έχω άποψη συμβουλές καλοσύνη
δε γουστάρω
Πάρτε πρέζα ρε
αφού είστε σκληρά παιδιά
σκληροί παπάρες
έχετε κι εσείς ένα καταφύγιο μικροί μου
Όλη η ψυχολογία λάθος
τους τελειωμένους μην τους πονάς
όχι ευγένειες
όχι οικειότητες
προπάντων όχι γαμήσι
χέσε τους όπως όλοι
αυτό περιμένουν
αυτό γουστάρουν
μετά θα λατρέψουν κι εσύ
μόνος
θα χαίρεσαι τα σκήπτρα σου
αν είσαι τέτοιο καθίκι τότε
πεδίο δόξης λαμπρόν
Εμένα ξεχάστε με παιδιά
το ΄πιασα το παραμύθι
ένα μάτσο ζώα
όλα τα δυνατά τους να βάλουν
δε μπορούν
να μου γαμήσουν τη ζωή
.......
όλο το μίσος που μάζεψα
που πόστιασα κάτι χρονάκια τώρα
με βρισιές με σάλια
γαμωσταυρίδια
για όλες τις ευκαιρίες
για όλη την ευγένεια που ξόδεψα
να σκάσει έτσι, σαν αντίβαρο
πρέπει να γίνει,
το λέει κι η Φυσική
σ' όλους τους τελειωμένους
σε κάθε λεπτό κατανόησης στα πονεμένα νιάτα
στους κακόμοιρους τύπους που καταφεύγουν στο πιοτί
στις καημένες που πόνεσαν
και είναι γκόμενες πια
τι να κάνουν
«εδώ που φτάσαμε δε σώζεται τίποτα»
Ξεφτίλες
αγκάλιασε το κενό και κοιμήσου μαζί του
μηδενίσου κι εσύ με το κοντέρ
αύριο ξέχνα τα όλα προσεκτικά
φάε μια τυρόπιτα με γάλα
κι εμένα
ξέχασε το νούμερο, το μέιλ μου
παράτα με
δεν έχω άποψη συμβουλές καλοσύνη
δε γουστάρω
Πάρτε πρέζα ρε
αφού είστε σκληρά παιδιά
σκληροί παπάρες
έχετε κι εσείς ένα καταφύγιο μικροί μου
Όλη η ψυχολογία λάθος
τους τελειωμένους μην τους πονάς
όχι ευγένειες
όχι οικειότητες
προπάντων όχι γαμήσι
χέσε τους όπως όλοι
αυτό περιμένουν
αυτό γουστάρουν
μετά θα λατρέψουν κι εσύ
μόνος
θα χαίρεσαι τα σκήπτρα σου
αν είσαι τέτοιο καθίκι τότε
πεδίο δόξης λαμπρόν
Εμένα ξεχάστε με παιδιά
το ΄πιασα το παραμύθι
ένα μάτσο ζώα
όλα τα δυνατά τους να βάλουν
δε μπορούν
να μου γαμήσουν τη ζωή
.......
11/3/13
Ροδιες
Εχω ενα
χωραφι
με ροδιες
πα
λιες
φυτεψα μια
ροδια νεα
στο οριο του
χωρα
φιου
μια γρια
και ενας γε
ρος την
ξεριζωσαν
ξαναφυτεψα
3 φορες
ξαναξεριζωσαν
3 φο
ρες
μαλωσα εβρισα
εγω
τους γε
ρους
ξαναξερι
ζωσαν
αποψε
βρεθηκα να κραταω
ενα μεγαλο
κλαδευ
τηρι πανω απο το
αμπελι το δι
κο τους
σταθηκα στα χορτα
ψυχη δεν ύπαρχε
σε μεγαλη
μακρυ
νη
αποσταση
νυχτα,
κυμα η λιμνη, δροσια το
φεγ
γαρι
το αμπελακι κατω
ειχα εξου
σια
τα κληματα
ηταν
στο
ελεος μου
τα αμπελια
η λιμνη
τα αστε
ρια
μου ειπαν
μου εμαθαν
μου φω
ναξαν
δε μπορω εγω
να κατα
στρεψω κατι
ομορ
φο
κατι ηδη υπ
αρχον
δε μπορω εγω
να καταστρε
ψω
μπορω μο
νο
να φτια
χνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω .......
χωραφι
με ροδιες
πα
λιες
φυτεψα μια
ροδια νεα
στο οριο του
χωρα
φιου
μια γρια
και ενας γε
ρος την
ξεριζωσαν
ξαναφυτεψα
3 φορες
ξαναξεριζωσαν
3 φο
ρες
μαλωσα εβρισα
εγω
τους γε
ρους
ξαναξερι
ζωσαν
αποψε
βρεθηκα να κραταω
ενα μεγαλο
κλαδευ
τηρι πανω απο το
αμπελι το δι
κο τους
σταθηκα στα χορτα
ψυχη δεν ύπαρχε
σε μεγαλη
μακρυ
νη
αποσταση
νυχτα,
κυμα η λιμνη, δροσια το
φεγ
γαρι
το αμπελακι κατω
ειχα εξου
σια
τα κληματα
ηταν
στο
ελεος μου
τα αμπελια
η λιμνη
τα αστε
ρια
μου ειπαν
μου εμαθαν
μου φω
ναξαν
δε μπορω εγω
να κατα
στρεψω κατι
ομορ
φο
κατι ηδη υπ
αρχον
δε μπορω εγω
να καταστρε
ψω
μπορω μο
νο
να φτια
χνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω .......
27/2/13
17/2/13
Χειμώνας
Η δυστυχία σαν σκύλα μου γδέρνει την πόρτα
έφυγες ενώ σου έφτιαξα τη ζωή
τη διαλύεις τώρα
παντού άνθρωποι
που δεν αγγίζονται προσεκτικά
μην πονέσουν
νότες που σπάνε πέφτοντας
Με την ψαλίδα και το πριόνι
φροντίζω, κλαδεύω δέντρα
τους μιλάω τρυφερά, τα αγαπάω
περιμένω τα άνθη τους, τα φύλλα, τους καρπούς τους
για να αντέξω κι αυτό το χειμώνα
για να μην τρελαθώ κι εγώ
.......
έφυγες ενώ σου έφτιαξα τη ζωή
τη διαλύεις τώρα
παντού άνθρωποι
που δεν αγγίζονται προσεκτικά
μην πονέσουν
νότες που σπάνε πέφτοντας
Με την ψαλίδα και το πριόνι
φροντίζω, κλαδεύω δέντρα
τους μιλάω τρυφερά, τα αγαπάω
περιμένω τα άνθη τους, τα φύλλα, τους καρπούς τους
για να αντέξω κι αυτό το χειμώνα
για να μην τρελαθώ κι εγώ
3/2/13
Αφαβητάρι
Απόψε η νύχτα δε θα ‘ρθεί
με μαύρες άγριες σκέψεις.
Βήματα βράδυ μπροστά απ’ την πόρτα σου
για σήκω για βαλ’ τα καλά σου
Γέφυρα ανάμεσα εσένα και μένα
γέφυρα γιοφύρι μόνη ελπίς
Δίνομαι τώρα, σου δίνομαι τώρα,
δίνομαι σε σένα τώρα
Έχω πως έχω κατέχω θαρρώ
Ζω τη ζωή μου, ζω τη ζωή μου μαζί σου
Ήλιος που ζει στην αρχή και ήλιος στο τέλος
σε καρφί και σε βέλος
Θόλωσ’ τη νύχτα σου θήλασε στήθος βαθύ
ξεκίνησε τώρα ταξίδι
Ίριδα μελένια
κάθε μάτι με τρυπάει ως μέσα
Κείτομαι εδώ εκεί παρακάτω,
κείτομαι μέρες, κείτομαι ώρες,
κείτομαι μήνες ή ίσως λεπτά
Λάμνω με σένα στη λίμνη μας,
λάμνω το βράδυ μαζί σου αγκαλιά
Μελίσσι ο αέρας γεμάτος οσμές
για σένανε μύρισε φίλε μου
Νεαρό φως αγκάλιασε νεαρό φως,
νέα φρέσκια ζωή, λαμπερή ατραπός
Ξύσε με τ’ άλλο μου δέρμα
ξύσε με τα νύχια σου ενώ σε φιλάω στο στόμα
Ολοστρόγγυλο ψέμα σφηνωμένο μυαλό,
και ποιος θα το σβήσει και ποιος θα το δείξει
και ποιος θα το πει
Παίξε με πάνω και κάτω και πέτα με,
πίεσε κι άλλο αντέχω
Ράγισε την καρδιά μου
κι άλλο κι άλλο κι άλλο αντέχω
Σύρσιμο κάτω απ’τη θάλασσα
χάδι νερού απαλό στα κόκκαλα του σαλαχιού αντέχω
Ταινία η ζωή μα μην τηνε βλέπεις
μα σήκωσ’ το βλέμμα σου μη
Υλικά θ’αναδεύουν καιρό
θα μας δώσουν το νέο το σώμα
θ’ αναδεύουν για χρόνο για χρόνο ακόμα αντέχω
Φιλί για το φ,
φιλί στη φωτιά σου στο χέρι παιδί μου
Χρώμα και χώμα αυτά ορισμός σου
αυτά φως στο δρόμο σου σήκω
Ψυχή από ψ είναι άγνωστον άραγε
πάντως μόνη ή μονή ενοχλεί
Ωραία η ζωή, ωραία η ζωή, ωραία η ζωή,
μα ίσως δεν είναι
.
.......
με μαύρες άγριες σκέψεις.
Βήματα βράδυ μπροστά απ’ την πόρτα σου
για σήκω για βαλ’ τα καλά σου
Γέφυρα ανάμεσα εσένα και μένα
γέφυρα γιοφύρι μόνη ελπίς
Δίνομαι τώρα, σου δίνομαι τώρα,
δίνομαι σε σένα τώρα
Έχω πως έχω κατέχω θαρρώ
Ζω τη ζωή μου, ζω τη ζωή μου μαζί σου
Ήλιος που ζει στην αρχή και ήλιος στο τέλος
σε καρφί και σε βέλος
Θόλωσ’ τη νύχτα σου θήλασε στήθος βαθύ
ξεκίνησε τώρα ταξίδι
Ίριδα μελένια
κάθε μάτι με τρυπάει ως μέσα
Κείτομαι εδώ εκεί παρακάτω,
κείτομαι μέρες, κείτομαι ώρες,
κείτομαι μήνες ή ίσως λεπτά
Λάμνω με σένα στη λίμνη μας,
λάμνω το βράδυ μαζί σου αγκαλιά
Μελίσσι ο αέρας γεμάτος οσμές
για σένανε μύρισε φίλε μου
Νεαρό φως αγκάλιασε νεαρό φως,
νέα φρέσκια ζωή, λαμπερή ατραπός
Ξύσε με τ’ άλλο μου δέρμα
ξύσε με τα νύχια σου ενώ σε φιλάω στο στόμα
Ολοστρόγγυλο ψέμα σφηνωμένο μυαλό,
και ποιος θα το σβήσει και ποιος θα το δείξει
και ποιος θα το πει
Παίξε με πάνω και κάτω και πέτα με,
πίεσε κι άλλο αντέχω
Ράγισε την καρδιά μου
κι άλλο κι άλλο κι άλλο αντέχω
Σύρσιμο κάτω απ’τη θάλασσα
χάδι νερού απαλό στα κόκκαλα του σαλαχιού αντέχω
Ταινία η ζωή μα μην τηνε βλέπεις
μα σήκωσ’ το βλέμμα σου μη
Υλικά θ’αναδεύουν καιρό
θα μας δώσουν το νέο το σώμα
θ’ αναδεύουν για χρόνο για χρόνο ακόμα αντέχω
Φιλί για το φ,
φιλί στη φωτιά σου στο χέρι παιδί μου
Χρώμα και χώμα αυτά ορισμός σου
αυτά φως στο δρόμο σου σήκω
Ψυχή από ψ είναι άγνωστον άραγε
πάντως μόνη ή μονή ενοχλεί
Ωραία η ζωή, ωραία η ζωή, ωραία η ζωή,
μα ίσως δεν είναι
.
22/1/13
Δε θα δει κανείς
Ναι
φίλε μου
θα τη γαμήσω τη μικρή
μου γελάει, ψήνεται
με κερνάει συνέχεια
κι εγώ, δε λέω, καθόλου
είναι πολύ καλό μωρό
δε θα με χαλάσει καθόλου
θα πάρουμε για λίγο
κάτι που θέλουμε κι οι δυο
-Κι η άλλη;
-Ποια άλλη;
Η μόνιμη;
Βλέπεις τι γίνεται, βλέπεις...
Δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
θα μείνει μεταξύ μας
εγώ και το τρυφερό περιστεράκι της βραδυάς
θα το αγγίξω και
θα νιώσω κάτι που ίσως το ‘παν κι αγάπη
για λίγο
-Kι η κοπελιά;
η κοπελάρα σου;
-Ποια η μόνιμη;
δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
γιατί καίγομαι για πάρτη της
γιατί λιώνω για πάρτη της
γιατί τραβάω τα άπειρα
για πάρτη της
γιατί θέλω να ξεχάσω λίγο
πως υπάρχω
για πάρτη της
.......
φίλε μου
θα τη γαμήσω τη μικρή
μου γελάει, ψήνεται
με κερνάει συνέχεια
κι εγώ, δε λέω, καθόλου
είναι πολύ καλό μωρό
δε θα με χαλάσει καθόλου
θα πάρουμε για λίγο
κάτι που θέλουμε κι οι δυο
-Κι η άλλη;
-Ποια άλλη;
Η μόνιμη;
Βλέπεις τι γίνεται, βλέπεις...
Δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
θα μείνει μεταξύ μας
εγώ και το τρυφερό περιστεράκι της βραδυάς
θα το αγγίξω και
θα νιώσω κάτι που ίσως το ‘παν κι αγάπη
για λίγο
-Kι η κοπελιά;
η κοπελάρα σου;
-Ποια η μόνιμη;
δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
γιατί καίγομαι για πάρτη της
γιατί λιώνω για πάρτη της
γιατί τραβάω τα άπειρα
για πάρτη της
γιατί θέλω να ξεχάσω λίγο
πως υπάρχω
για πάρτη της
.......
9/1/13
Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΠΕΤΡΑ
Η ΑΡΑΧΝΗ
Ο ιστός μου απλωνόταν σαν ένας αόρατος δρόμος γεφυρώνοντας το κενό ανάμεσα στις δύο πανύψηλες αροκάριες.Μόνο το ελαφρύ χρύσισμα που προσέφεραν οι ακτίνες του ήλιου, το οποίο γινόταν αντιληπτό υπό συγκεκριμένες οπτικές γωνίες, πρόδιδαν την ύπαρξή του.
Εγώ, κρεμασμένη ανάποδα στο δημιούργημά μου ανέμενα κάποιο θύμα ενώ λιαζόμουν ταυτόχρονα από τον γενναιόδωρο Ινδικό ήλιο. Αν τραβούσα έναν εντελώς ευθύ ιστό από το κεφάλι μου στην γη το δρόμο θα μου ανέκοπτε μια πέτρα την οποία παρατηρούσα αδιάφορα και μισοκοιμισμένα για πάνω από μισή ώρα. Το περίεργο ήταν ότι είχα την αίσθηση πως κι εκείνη με παρατηρούσε. Ήταν ολόλευκη χωρίς τις συνηθισμένες άγριες γωνίες των πετρών αλλά όχι και εντελώς λεία. Σ’ αυτό το παραμυθένιο μέρος θα μπορούσε κανείς να πει ότι έμοιαζε με απομεινάρι πανάρχαιου μύθου, ή με μια ρευστοποιημένη ράγκα παιγμένη από ρούντρα βίνα.
Μετά από πολύ ώρα ένας πολεμιστής ήρθε και έκατσε πάνω στην πέτρα. Έπιανε με απελπισία το κεφάλι του σαν να ήθελε κάπου να στηριχτεί εναγωνίως. Αρχικά έκλαιγε πνιχτά σκύβοντας προς το έδαφος σαν να ‘θελε να θάψει τα δάκρυα στο χώμα. Σιγά-σιγά όμως ο πόνος του ξεπερνούσε τις ντροπές του και την περήφανη θέλησή του κι άρχισε να γίνεται δυνατό κλάμα, αργότερα οδυρμός κάποιες στιγμές ουρλιαχτό κι ύστερα πάλι μετασχηματιζόταν σε ένα θρηνώδες μουρμουρητό, παγερό όσο τα μάτια της κουκουβάγιας.Από το ύψος που ήμουνα δεν μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά πέρα από το σκούρο δέρμα του και τα μαύρα του μαλλιά. Όμως έβλεπα έναν άνθρωπο να γίνεται κουβάρι σαν να ‘θελε να εξαφανιστεί μέσα στον εαυτό του, η πλάτη του του ‘χε γίνει ατελείωτο βάρος που τον έκανε να σκύβει και να σκύβει και να σκύβει, τα δάχτυλά του τον προστάτευαν από τον, για άλλους εκείνη τη στιγμή φιλικό, ήλιο κι έκλαιγε σαν σύννεφο γεμάτο νερό. Το βάρος της ψυχής του ήταν πολύ βαρύτερο από την πέτρα στην οποία καθόταν αλλά ευτυχώς γι' αυτήν οι πέτρες δεν καταλαβαίνουν από συναισθήματα. Ανάμεσα στα δάκρυα, τρία ονόματα βγαίναν από τα χείλη του κι ακολουθώντας τον αέρα, όπως τα φύλλα που πέφτουν στην γη αλλά με αντίθετη πορεία, έφταναν συνεχώς στ’ αυτία μου. Απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω ο πολεμιστής ο οποίος ήταν χωρικός στην πραγματικότητα είχε μόλις γυρίσει από κάποιον πόλεμο και βρήκε τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά νεκρά. Κάθε φορά που έλεγε τα ονόματά τους η απελπισία του γινόταν μεγαλύτερη και οι ήχοι από το κορμί του απλωνόταν στα γύρω κλαδιά, μπερδεύονταν στους θάμνους, προσπαθούσαν να φτάσουν στην τέλειωση του κόσμου και γκρεμίζονταν βίαια στους γκρεμούς. Μετά από πολλές ώρες κι αφού είχε αρχίσει να σουρουπώνει ο άνθρωπος αυτός έπεσε αποκαμωμένος στο χορτάρι και κοιμήθηκε.
Η ΠΕΤΡΑ
Ήταν πρωί κι ο ήλιος πλουσιοπάροχος απλωνόταν σαν σαλαμάνδρα στο σώμα μου. Σ’ αυτό το μικρό ξέφωτο καρφωμένη εδώ και πάρα πολλά χρόνια παρατηρώ τις δύο αροκάριες που συναγωνίζονται πια θα φτάσει πιο ψηλά. Τις τελευταίες μέρες μια αράχνη φτιάχνει τον ιστό της ανάμεσά τους, τόσο πολύ περίτεχνα που μόνο κάποιες από τις ακτίνες του ήλιου προδίδουν την ύπαρξή του. Εκείνο το πρωί που το δημιούργημά της ολοκληρώθηκε, αυτή, απολάμβανε τους κόπους της κρεμασμένη ανάποδα πάνω του, ακίνητη σαν να προσμένει κάποιον επισκέπτη. Από δω που βρίσκομαι μου δίνε την εντύπωση ότι κρέμεται στο κενό. Ξάφνου κάποιες ακτίνες μου παρουσιάζουν σε όλο το μεγαλείο του τον ιστό που μόνο να τον θαυμάζει κανείς μπορεί. Ήταν τόσο όμορφα πλεγμένος όπως πλέκει τον αυτοσχεδιασμό του σε κάποια πρωινή ράγκα ένας καλός οργανοπαίχτης του σαρόντ. Την ζήλεψα που μπορεί να επιλέξει αν θα μείνει ακίνητη ή όχι. Που μπορεί να δημιουργεί. Εγώ ακίνητη ως πάντα μόνο παρατήρηση και υπομονή γνωρίζω.
Ύστερα από λίγη ώρα ένας πολεμιστής ήρθε και έκατσε πάνω μου. Τότε όλα σκοτείνιασαν. Ο ήλιος δεν μπορούσε να με πλησιάσει από πουθενά κι η σκοτεινιά αυτή έγινε ένα, σε τέτοιο σημείο που δεν την ξεχώριζες από την σκοτεινάδα στην ψυχή αυτού του ανθρώπου. Αρχικά, τ’ αναφιλητά του ήταν τόσο ψιθυριστά που απλά χάιδευαν το κορμί μου κι έτσι όπως ήταν σκυμμένος σαν κουβάρι έδινε την εντύπωση ότι δεν ήθελε να τον δει κανείς ούτε ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο ήλιος. Το πνιχτό κλάμα του σύντομα το διαδέχτηκαν ποταμοί δακρύων που έβρεξαν το χορτάρι αλλά και το σώμα μου από την κάτω μεριά, αλλά και σπασμοί σωματικοί οι οποίοι είχαν τέτοια ένταση που ταρακουνιόμουν μαζί του σαν να με παρέσερναν κύματα σε κάποια άγρια θάλασσα. Τα χέρια του χτυπούσαν τα πόδια του με τέτοια ορμή, σαν να θελαν να τα σπάσουν, κι ύστερα πάλι έκλειναν τα μάτια του, ενώ το σκυμμένο πρόσωπό του ήταν μονίμως στραμμένο πάνω μου. Ήμουν σίγουρη ότι η αράχνη που παρατηρούσε την ίδια εικόνα με μένα θα πίστευε ότι εγώ ως πέτρα δεν θα αντιλαμβανόμουν τον ανθρώπινο πόνο. Αντιθέτως, και είμαι απόλυτα ειλικρινής, πήγα να σπάσω.Τόσους αιώνες ύπαρξης δεν θα μπορούσα να είμαι αδαής σε οποιοδήποτε ανθρώπινο συναίσθημα. Τους γνωρίζω, γνωρίζω τις αδυναμίες τους, τα ονόματά τους και τις οικογένειές τους. Τρία ονόματα έβγαιναν από το στόμα του. Και τα τρία μαζί με τα δάκρυα έπεφταν σαν ατσάλι στο κορμί μου δημιουργώντας μέσα μου ατελείωτες χαρακιές. Στον θρήνο του πάνω κατάλαβα ότι ήταν χωρικός και σαν γύρισε από τον πόλεμο βρήκε την γυναίκα του και τα παιδιά του νεκρά. Σαν από σύννεφο έβγαιναν τα δάκρυά του και κάθε φορά που τους ανέφερε οι φωνές του γινόταν πιο απελπισμένες και γραπώνονταν πάνω μου, έτρεχαν σε ακανόνιστες κατευθύνσεις, πάντα όμως γυρνώντας πίσω σ’ αυτόν, προσπαθούσαν να κρυφτούν στον πυρήνα της γης και τελικά γκρεμίζονταν βίαια στους γκρεμούς. Μετά από πολλές ώρες κι αφού είχε αρχίσει να σουρουπώνει ο άνθρωπος αυτός έπεσε αποκαμωμένος στο χορτάρι και κοιμήθηκε.
Εγώ ακίνητη ως πάντα έμεινα να παρατηρώ την αράχνη.
28/12/12
Το Παιδί και το Σκυλί
Μου πρήξανε τον πούτσο εκείνο το απόγευμα,
το παιδί και το σκυλί.
Τα χαμόγελα σάπια, τα τραπεζάκια παρακμή,
και το καράβι απέναντι, καράβι.
Ψάχναμε οι δυο μας συννενόηση,
και θα τα πηγαίναμε και καλύτερα ακόμη,
αν δεν έπρηζαν το πουλί μας απογευματιάτικα
δυο πανηλίθιοι:
Το παιδί και το σκυλί,
ο Σέργιος και η Σάντυ.
Το ποδήλατο σπίνιαρε δίπλα μου,
ο κοπρίτης -πλην όμως γούνα πολυτελείας-
αλυχτούσε στο αυτί μου.
Αν η σχέση μας θα τα πήγαινε καλά ή όχι,
δε μπορούσε τότε να διαφανεί καλά.
Ήθελες να με πείσεις οτί ταιριάζαμε, ότι άξιζε
τον κόπο ένα τέτοιο τράβηγμα, ενώ εγώ
ρουφούσα στοχαστικά το πούρο μου και γύρω μας
πέφτανε βροχή ρόδες, σκύλοι και τσιρίδες.
Σηκώθηκα τελικά και πλέρωσα,
ακολούθησες πίσω μου κι εσύ,
ενώ απέναντι στο πέλαγο,
ένα καράβι που παρέμενε πάντα καράβι,
ταξίδευε.
.......
το παιδί και το σκυλί.
Τα χαμόγελα σάπια, τα τραπεζάκια παρακμή,
και το καράβι απέναντι, καράβι.
Ψάχναμε οι δυο μας συννενόηση,
και θα τα πηγαίναμε και καλύτερα ακόμη,
αν δεν έπρηζαν το πουλί μας απογευματιάτικα
δυο πανηλίθιοι:
Το παιδί και το σκυλί,
ο Σέργιος και η Σάντυ.
Το ποδήλατο σπίνιαρε δίπλα μου,
ο κοπρίτης -πλην όμως γούνα πολυτελείας-
αλυχτούσε στο αυτί μου.
Αν η σχέση μας θα τα πήγαινε καλά ή όχι,
δε μπορούσε τότε να διαφανεί καλά.
Ήθελες να με πείσεις οτί ταιριάζαμε, ότι άξιζε
τον κόπο ένα τέτοιο τράβηγμα, ενώ εγώ
ρουφούσα στοχαστικά το πούρο μου και γύρω μας
πέφτανε βροχή ρόδες, σκύλοι και τσιρίδες.
Σηκώθηκα τελικά και πλέρωσα,
ακολούθησες πίσω μου κι εσύ,
ενώ απέναντι στο πέλαγο,
ένα καράβι που παρέμενε πάντα καράβι,
ταξίδευε.
.......
1/12/12
O ΓΑΒΡΙΗΛ
Ο Γαβριήλ Γαροβάνης καθόταν σκεπτόμενος στον καναπέ του και έγραφε, με πολύ προσοχή και αφοσίωση, στίχους για το νέο του τραγούδι «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ». «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ … ένα νερό … ζεστό…» διάβαζε συλλαβιστά έτοιμος να επέμβει σε κάθε κέλευσμα της έμπνευσης. Πράγματι επενέβη αλλάζοντας τη λέξη ζεστό με την λέξη κρύο σκεφτόμενος ότι «κάνει μόνο για ξύρισμα». Αυτάρεσκα χαμογέλασε, έκανε ένα ζεστό μπάνιο, έφαγε ένα κρύο σάντουιτς και έτρεξε στα στούντια να το ηχογραφήσει αμέσως, με μια λατέρνα ένα otamatone και τη συμφωνική ορχήστρα του Κατάρ. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και έγινε χρυσός, πλατινένιος και κεχριμπαρένιος. Η καρδιά του λαού μάτωνε με το otamatone.
Μια μέρα καθώς ηχογραφούσε την «Γερακίνα» θυμήθηκε ότι ο προπάππους του τραγουδούσε το «κυρά βαγγελιώ» ανέκαθεν. «Θα με κάψει» σκέφτηκε. Έτσι, κίνησε για το σπίτι του προπάππου του όπου τον πέτυχε να συζητάει στα Εσθονικά, για το ζήτημα της διαλεκτικής στην κοινωνία των αιγοπροβάτων, με ένα ορτύκι Δαλματίας και έναν κοντό κοκκινοπράσινο καμηλάνθρωπο. Μετά από πέντε λεπτά, αφού σφουγγάρισε τα αίματα του παππού του κι αφού μάζεψε τους κάλυκες και το κεφάλι του καμηλάνθρωπου, έφυγε χαρούμενος από το σπίτι οδεύοντας προς το αεροδρόμιο όπου θα πήγαινε στην Κοζάνη, γιατί την ώρα που μακέλευε τον προπάππου του θυμήθηκε ότι σ’ ένα χωριό της Κοζάνης είναι πέντε γριές που κι αυτές θυμούνται το τραγούδι «κυρά Βαγγελιώ». «Αν τις σκοτώσω δεν θα το θυμάται πλέον κανείς κι έτσι θα γίνει δικό μου» σκέφτηκε. Μέσα σε τρία λεπτά αφού πάτησε το πόδι του στο χωριό οι γριές έγιναν παρελθόν και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις κατοικοεδρεύουν στα θυμαράκια. Ένας σκύλος που κατουρούσε στα θυμάρια κείνη την ώρα τραγούδησε «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ…» σταματώντας απότομα γιατί τον διέκοψε η αποκοπή του κεφαλιού του απ’ το υπόλοιπο σώμα του. Ο Γαβριήλ καθάρισε τα αίματα από το ξίφος του και συνέχισε κατηφορίζοντας καβάλα στον γαϊδαράκο του. Στον δρόμο του συνάντησε πέντε Κοζανίτες Ζεν βουδιστές όπου ψάλανε το Shodoka. Τους άφησε να συνεχίσουν να αναπνέουν διότι το συγκεκριμένο κομμάτι δεν σκεφτόταν ποτέ να το ηχογραφήσει.
Η επιτυχία του κομματιού συνεχιζόταν και ήταν αναμενόμενο να παρευρίσκεται καλεσμένος σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Σε μία από αυτές όπου το χειροκρότημα του κοινού τον έκανε να συγκινηθεί, η παρουσιάστρια τον επαίνεσε για τις ευαισθησίες του ενώ αυτός απάντησε «έχω της πουτάνας της ευαισθησίες». Τα κλάματά του κοπήκανε μαχαίρι όταν πήρε τηλέφωνο από ένα χωριό του Αγρινίου ο καφετζής και εδήλωσε ότι «το κυρά Βαγγελιώ το γνωρίζουν όλοι στο χωριό». Η παρουσιάστρια απήντησε ότι την επαύριο θα σταλθεί συνεργείο στο χωριό για το πολύ σημαντικό αυτό ρεπορτάζ που προκύπτει από την απλή καθημερινή ελληνική κοινωνία. Ο Γαβριήλ προφασιζόμενος έναν ξαφνικό πόνο στην κάτω γνάθο έφυγε τρέχοντας από την εκπομπή.
Την άλλη μέρα όταν το δημοσιογραφικό συνεργείο έφτασε στο χωριό του Αγρινίου δεν ήταν κανένα έμβυο ον να συνεντευξιαστεί. Αντίθετα μια εκατόμβη πτωμάτων έφραζε τον δρόμο. Τα αίματα είχαν κοκκινήσει το χώμα, τα άψυχα κορμιά αγκαλιάζονταν απενοχοποιημένα, μύγες ξεκουράζονταν απ’ το τσιμπούσι στα χείλη παιδιών, γυναικών και αντρών κάθε ηλικίας. Η αστυνομία έκανε μπλόκα παντού. Κάθε αμάξι, κάθε μηχανάκι και κάθε πεζός ψάχνονταν εξονυχιστικά. Ο Γαβριήλ θεωρήθηκε ύποπτος γιατί στον ένα τροχό βρέθηκε μια κηλίδα αίματος. Όμως μετά από αιματολογική έρευνα διεπιστώθει ότι η κηλίδα άνηκε σε ένα τρυγώνι από το Σουρινάμ. Αμέσως αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε τον δρόμο του για το σπίτι.
Τώρα που αυτές οι δολοφονημένες πρώην έμψυχες υπάρξεις δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους, τώρα που δεν θα ξαναπάρουν καμιά απόφαση, τώρα που καμιά απόφαση δεν έχει καμιά σημασία γι’ αυτές, τώρα που έπαψαν να εισπνέουν, τώρα που έχασαν μια για πάντα τον εναγκαλισμό του ηλιακού φωτός, τώρα χάθηκε και το μνημονικό τους, τώρα χάθηκε και το τραγούδι. Το τραγούδι έσβησε από την λαϊκή κουλτούρα και επαναπροσδιορίζεται πλέον ως καινούριο, και μάλιστα με ονοματεπώνυμο. «Το «κυρά Βαγγελιώ» του Γαβριήλ Γαροβάνη, θα λένε όλοι», μονολογούσε ο Γαβριήλ οδηγώντας χαρούμενος, ενώ ήδη σκεφτόταν το επόμενο του εγχείρημα, τη συγγραφή δηλαδή του καινούριου του βιβλίου με τον γενικό τίτλο «Το έπος του Γκιλγκαμές».
.......
12/11/12
Καθώς οι
Καθώς οι γέροντες χίπις γίνονται πια τραγέλαφος μεταξύ ανθρώπων και ζώων ασυναρτώντας χαρούμενα, καθώς οι αλλεπάλληλες γενιές που πήραν ταυτότητα ανάλογα με το ναρκωτικό που κατάπιναν βγαίναν από τις τρύπες του καμμένου κρανίου τους και την ίδια στιγμή που οι μετανεοεναλλακτικοί τουρίστες μπαινόβγαιναν στην Ευρώπη ψάχνοντας το νέο trend σε κάποια Ασιατική πια πρωτεύουσα, εγώ σε μια γωνιά της Ελλάδας περνοδιαβαίνω για να δω δυο μάτια αγαπημένα, μα δεν τα βρίσκω, έχουν πια μαυρίσει από τα πιοτά τους μπάφους το τυχαίο σεξ και το μοδάτο κυνισμό. Στο επόμενο βήμα που μας ενώνει όλο και πιο πολύ καθώς πλησιάζουμε στον τάφο, βλέπω κάποιον σαν εμένα να προσπαθεί να αναστήσει την αχτίνα του ήλιου σε μάτια μαύρα σαν και τα δικά σου, που μαύροι είναι κι οι κύκλοι τους, μαύρα ειν’ και τα μάγουλα, μαύρα είν’ και τα δάκρυα που τρέχουν ξεβαμμένα. Αδύνατο. Γυρνάμε σελίδα και βλέπουμε τις ορδές των νέων που προανέφερα, να προσπαθούν να μάθουν μια τέχνη πέραν του στριψίματος ή και του σπασίματος ακόμη, λόγου χάρη να γίνουν αγρότες, οινοποιοί, μελισσοκόμοι ή ακόμη και οργανοποιοί. Kάποιοι θα βρουν το δρόμο προς το Όρος το Άγιον, να ζητήσουν ελπίδα και άφεση, και ξεχνώντας τις μπόμπες σε χρώμα εμετού θα πίνουν στο εξής μόνο Αγίασμα. Έτσι λοιπόν, μεταξύ Κολάσεως και Παραδείσου θα περνούν οι μέρες πνίγοντας όσο γίνεται στο μυαλό τη φωνή που ρωτά «γιατί όλα αυτά Θεέ μου» και η ζωή θα γίνεται μια κουραστική ταλαιπωρία που κρατιέται σε μια τρίχα για να μην ξεσπάσει ο συναισθηματικός ποταμός και διαλυθούν για άλλη μια φορά όλα. Έτσι οι οι μέρες θα περνούν κι οι μήνες θα καλπάζουν κι η Αρετή που απόμεινε στην ξενητιά στα ξένα θα αναρωτιέται αν θα πρέπει να συνεχίσει το πλέξιμο ή να δοκιμάσει το νέο υβρίδιο μανιταριού made in Amsterdam γιατί εκεί ξέρουν από καλό κρασί, και γιατί η ζωή βρε αδερφέ, πώς να το κάνουμε, είναι εδώ και τώρα. Και αλήθεια, και τότε η ζωή ήταν εδώ και τώρα, και τώρα η ζωή είναι εδώ και τώρα, όμως τώρα αγαπητέ, τώρα που δεν καταλήξαμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα που δε μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα τι θα μπορέσουμε τελικά να κάνουμε, τι θα μπορέσουμε τελικά στους επόμενους να πούμε.
22/10/12
Το μεγάλο ποτάμι
Καπνίζω.
Και κάθομαι.
Η ζωή μου έχει γαμηθεί εντελώς τελευταία
όμως εγώ
καπνίζω. Και κάθομαι.
Κάθομαι όρθιος, κάθομαι σε σκαμπό, σε καρέκλα,
κάθομαι πάνω στο καβλί του τύπου εδώ δίπλα - δεν έχει σημασία,
σημασία έχει ότι μπορώ σταθερά, να κάθομαι
και να καπνίζω.
Δεν διάλεξα τίποτα απ’ όλα αυτά.
Δεν ήθελα εγώ τίποτα απ’ όλα αυτά.
Όμως όλοι οι άλλοι, οι φίλοι μου, το σπίτι μου, παντού,
όλοι φώναζαν τελικά στ’ αυτιά μου ένα και μόνο πράγμα.
Κι έτσι κι έγινε.
Εγώ θα ήθελα μάλλον ένα σπιτάκι με κήπο,
κι έναν άνθρωπο ήρεμο να ζει δίπλα μου,
να περνάν οι μέρες όσο γίνεται απλά.
Όμως είμαι εδώ.
Και πρέπει να γελάσω και με τις παπαριές που λένε τριγύρω -
κάποτε μου φαίνονταν αστείες.
Όμως τώρα δε μου φαίνονται.
Τώρα τίποτα δε μου φαίνεται πια αστείο.
Έχουν γίνει όλα πάρα πολύ σοβαρά.
Θα μου άρεσε να φανταστώ ένα μεγάλο ποτάμι που θα ‘ρθει,
θα με ξεπλύνει στην ορμή του και θα με πάει μακρυά,
«σ’ άλλη γη σ΄άλλα μέρη» που λέει και το τραγούδι.
Ένα ορμητικό ποτάμι που θα με παρασύρει - πού ξέρεις,
μπορεί και να υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει,
το σκέφτομαι συχνά.
Όταν θα έρθει εγώ θα είμαι εδώ,
να το περιμένω. .......
Και κάθομαι.
Η ζωή μου έχει γαμηθεί εντελώς τελευταία
όμως εγώ
καπνίζω. Και κάθομαι.
Κάθομαι όρθιος, κάθομαι σε σκαμπό, σε καρέκλα,
κάθομαι πάνω στο καβλί του τύπου εδώ δίπλα - δεν έχει σημασία,
σημασία έχει ότι μπορώ σταθερά, να κάθομαι
και να καπνίζω.
Δεν διάλεξα τίποτα απ’ όλα αυτά.
Δεν ήθελα εγώ τίποτα απ’ όλα αυτά.
Όμως όλοι οι άλλοι, οι φίλοι μου, το σπίτι μου, παντού,
όλοι φώναζαν τελικά στ’ αυτιά μου ένα και μόνο πράγμα.
Κι έτσι κι έγινε.
Εγώ θα ήθελα μάλλον ένα σπιτάκι με κήπο,
κι έναν άνθρωπο ήρεμο να ζει δίπλα μου,
να περνάν οι μέρες όσο γίνεται απλά.
Όμως είμαι εδώ.
Και πρέπει να γελάσω και με τις παπαριές που λένε τριγύρω -
κάποτε μου φαίνονταν αστείες.
Όμως τώρα δε μου φαίνονται.
Τώρα τίποτα δε μου φαίνεται πια αστείο.
Έχουν γίνει όλα πάρα πολύ σοβαρά.
Θα μου άρεσε να φανταστώ ένα μεγάλο ποτάμι που θα ‘ρθει,
θα με ξεπλύνει στην ορμή του και θα με πάει μακρυά,
«σ’ άλλη γη σ΄άλλα μέρη» που λέει και το τραγούδι.
Ένα ορμητικό ποτάμι που θα με παρασύρει - πού ξέρεις,
μπορεί και να υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει,
το σκέφτομαι συχνά.
Όταν θα έρθει εγώ θα είμαι εδώ,
να το περιμένω. .......
1/10/12
Ένα για Εκείνην
Έτσι, ξαναγυρνάω στα παλιά.
Όταν για να κοιμηθώ
έπρεπε να ιδρώσω πάνω από ένα χαρτί,
ή ακόμα πιο μίζερα,
μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή.
Έγραφα λέξεις, τότε.
Ταίριαζα ήχους, τότε.
Έκοβα τη νύχτα στη μέση,
για μερικές χρυσές σταγόνες λυρισμού.
Και μετά κοιμόμουν ξαλαφρωμένος,
έχοντας δει αυτήν, την ποθητή τρελή
να με κοιτάει με το αλαφιασμένο μάτι της.
Ανταλλάζαμε λέξεις, τότε.
Μου σφύριζε τους ήχους, τότε.
Αγαπιόμασταν σεβαστικά, χωρίς ενοχές.
Αγκάλιαζα τη μικρή μου αγαπημένη μετά,
έχοντας ζήσει ό,τι περιέγραψα, αυτήν
και τις τρέλες της μαζί μου.
Μετά κοιμόμουν ήσυχα.
Μετά περπατούσα ήσυχα.
Πώς τόλμησα λοιπόν να σκεφτώ πως την ξεπέρασα;
Πώς μπόρεσα, εγώ ο ίδιος,
να πιστέψω πως κάποια στιγμή,
σε κάποιους μήνες μέσα, δεν ήταν τίποτα άλλο
από μια νεανική, επιπόλαια αγάπη;
Ήταν λάθος, και μου το απέδειξε.
Σαν μια εξουσιαστική και ζηλιάρα ερωμένη,
με τους χειρισμούς της με ντρόπιασε.
Γύρισα ξανά σκυφτός κι ευγνώμων στο αγαπημένο
σπίτι της, να της αφιερωθώ.
Και δίνοντάς της την αγάπη μου,
μου δίνει γαλήνη, ομορφιά και νόημα.
Θα κοιμηθώ κι απόψε,
στη μέση της νύχτας, πιο ήσυχος.
Γιατί σύρθηκα στα σκαλιά της και την έχω δει.
Γιατί δε μπόρεσα να υποκριθώ κούφια ειδύλλια.
Γιατί η λατρευτή μου είναι εκεί,
θαρρείς πάντα ξάγρυπνη, και με κοιτάει.
Κάθεται σε μια γωνία του δωματίου
και απαιτεί την αγάπη μου
για να γίνει λαμπερή γυναίκα.
Κι εγώ, ο ταπεινός,
γίνομαι τότε ο δυνατός εραστής της. .......
Όταν για να κοιμηθώ
έπρεπε να ιδρώσω πάνω από ένα χαρτί,
ή ακόμα πιο μίζερα,
μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή.
Έγραφα λέξεις, τότε.
Ταίριαζα ήχους, τότε.
Έκοβα τη νύχτα στη μέση,
για μερικές χρυσές σταγόνες λυρισμού.
Και μετά κοιμόμουν ξαλαφρωμένος,
έχοντας δει αυτήν, την ποθητή τρελή
να με κοιτάει με το αλαφιασμένο μάτι της.
Ανταλλάζαμε λέξεις, τότε.
Μου σφύριζε τους ήχους, τότε.
Αγαπιόμασταν σεβαστικά, χωρίς ενοχές.
Αγκάλιαζα τη μικρή μου αγαπημένη μετά,
έχοντας ζήσει ό,τι περιέγραψα, αυτήν
και τις τρέλες της μαζί μου.
Μετά κοιμόμουν ήσυχα.
Μετά περπατούσα ήσυχα.
Πώς τόλμησα λοιπόν να σκεφτώ πως την ξεπέρασα;
Πώς μπόρεσα, εγώ ο ίδιος,
να πιστέψω πως κάποια στιγμή,
σε κάποιους μήνες μέσα, δεν ήταν τίποτα άλλο
από μια νεανική, επιπόλαια αγάπη;
Ήταν λάθος, και μου το απέδειξε.
Σαν μια εξουσιαστική και ζηλιάρα ερωμένη,
με τους χειρισμούς της με ντρόπιασε.
Γύρισα ξανά σκυφτός κι ευγνώμων στο αγαπημένο
σπίτι της, να της αφιερωθώ.
Και δίνοντάς της την αγάπη μου,
μου δίνει γαλήνη, ομορφιά και νόημα.
Θα κοιμηθώ κι απόψε,
στη μέση της νύχτας, πιο ήσυχος.
Γιατί σύρθηκα στα σκαλιά της και την έχω δει.
Γιατί δε μπόρεσα να υποκριθώ κούφια ειδύλλια.
Γιατί η λατρευτή μου είναι εκεί,
θαρρείς πάντα ξάγρυπνη, και με κοιτάει.
Κάθεται σε μια γωνία του δωματίου
και απαιτεί την αγάπη μου
για να γίνει λαμπερή γυναίκα.
Κι εγώ, ο ταπεινός,
γίνομαι τότε ο δυνατός εραστής της. .......
20/9/12
Τραγούδι
Σαν όνειρο ότι ζήσαμε θα μείνει μες τα χρόνια
σαν μια εικόνα μες τον ύπνο μας σκληρή
του έρωτα η ανάμνηση, ρίγη και κάτι ακόμα
που δεν αρκούν δυο παλιολέξεις να ειπωθεί
Η εικόνα σου θα έρχεται όταν γυρνώ το βράδυ
στο σπίτι μου από μια όμορφη γιορτή
θα νιώθεις την ανάσα μου κι εσύ στο προσκεφάλι
όταν ξυπνάς για δίχως λόγο την αυγή
Tα λόγια και τα χάδια μας σβήσαν κι αυτά στ΄αλήθεια
όπως τα φώτα της ομίχλης το πρωί
μα η αγάπη που τη ζήσαμε ερίζωσε στα στήθια
και όσα χρόνια κι αν περάσουνε θα ζει
.......
σαν μια εικόνα μες τον ύπνο μας σκληρή
του έρωτα η ανάμνηση, ρίγη και κάτι ακόμα
που δεν αρκούν δυο παλιολέξεις να ειπωθεί
Η εικόνα σου θα έρχεται όταν γυρνώ το βράδυ
στο σπίτι μου από μια όμορφη γιορτή
θα νιώθεις την ανάσα μου κι εσύ στο προσκεφάλι
όταν ξυπνάς για δίχως λόγο την αυγή
Tα λόγια και τα χάδια μας σβήσαν κι αυτά στ΄αλήθεια
όπως τα φώτα της ομίχλης το πρωί
μα η αγάπη που τη ζήσαμε ερίζωσε στα στήθια
και όσα χρόνια κι αν περάσουνε θα ζει
.......
31/8/12
Κύριε Ζ.
«Είναι η ώρα εννιάμιση μα περιμένω ακόμα»
Χ. Βασιλειάδης
Kι όπως φαίνεται η αναμονή δε θα πάψει
εκτός κι αν περιμένετε κάτι πιο συγκεκριμένο, κύριε Ζ.
κάτι λιγότερο θαμπό
απ' το χνώτο σας
στο κρύο πρωινό τζάμι του αυτοκινήτου
γιατί
ναι μεν
το Παρίσι σας τελείωσε
ναι μεν
κάθε άλλη τέτοιου είδους πόλη στα γύρω μήκη
και πλάτη
έχετε όμως πάντα
αυτή την αναμονή
αυτό τον χρόνο
αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό σας
κι αν δεν απατώμαι
κι αν δεν ψεύδομαι
ίσως έχετε και αυτό,
το κρύο μέταλλο στο μέρος της καρδιάς σας.
Κύριε Ζ.,
πέστε μου
πάντοτε σας γέμιζαν ανία οι άνθρωποι
οι γεμάτοι ανία,
οι άδειοι αντοχής,
οι πρόχειρα κατασταλλαγμένοι άνθρωποι
πέστε μου λοιπόν,
προς τα πού τώρα ο δρόμος,
where now, where now?
Mήπως επιστροφή στη γνωστή πάγια τακτική σας,
τη δοκιμασμένη τακτική
όπου δύο χέρια διώχνουν
το κενό ανάμεσά τους βγάζοντας νερό, βγάζοντας ζέστη,
μέταλλο και άλλα;
Maybe somewhere else, where perhaps it’s worse?
Ξέρω πως δε θα μου πείτε,
πως ίσως απλά δεν ξέρετε,
πως αυτή την ώρα
σας απασχολεί μόνο το μοσχοβοληστό
Ischlerkipferl
από απέναντι
και το βράδυ ίσως πείτε πως
θα σας απασχολήσει μόνο κάτι τρυφερό,
ελαφρώς ψημένο με αίμα
από απέναντι
όμως
από εμένα
θα έχετε μόνο ευχές
θα έχετε μόνο εκτίμηση
όσο κι αν δεν το θέλετε,
όσο κι αν αυτό δεν ταιριάζει σε
σας
λυπάμαι κύριε Ζ.
που ίσως κλονίσω ένα φαντασμένο,
ετοιμοπαράδοτο,
όσο και λιγάκι passé
image
7/8/12
Τα Άπαντα
Φέρτε μου ρε ένα χαρτί εδώ να γράψω...
τα άπαντα του Μακρυγιάννη.
Αφού τι να κλάσει.
Τι να κλάσει η σχέση μας.
Έφυγες τρέχοντας στη μαμά σου κι όλα τα ρούχα σου στο κουτί
κι εγώ να διαβάζω για το Τάο και τους αρχαίους φιλοσόφους.
Αλλά είπαμε, δε με νοιάζει πια τίποτα.
Όλες ηλίθιες,
όλοι βλάκες φαλλοκράτες
και κανείς δεν ξέρει τι του γίνεται.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν κάνουμε τίποτα.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν πιάνουμε μία.
ΟΛΟΙ - ΟΛΑ - ΤΩΡΑ, αλλιώς, τίποτα, στο κενό.
Έτσι λοιπόν που λες αγαπητέ.
Όλοι μαλάκες.
Και καθαρίσαμε.
.......
τα άπαντα του Μακρυγιάννη.
Αφού τι να κλάσει.
Τι να κλάσει η σχέση μας.
Έφυγες τρέχοντας στη μαμά σου κι όλα τα ρούχα σου στο κουτί
κι εγώ να διαβάζω για το Τάο και τους αρχαίους φιλοσόφους.
Αλλά είπαμε, δε με νοιάζει πια τίποτα.
Όλες ηλίθιες,
όλοι βλάκες φαλλοκράτες
και κανείς δεν ξέρει τι του γίνεται.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν κάνουμε τίποτα.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν πιάνουμε μία.
ΟΛΟΙ - ΟΛΑ - ΤΩΡΑ, αλλιώς, τίποτα, στο κενό.
Έτσι λοιπόν που λες αγαπητέ.
Όλοι μαλάκες.
Και καθαρίσαμε.
.......
23/7/12
ΚΑΡΓΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ
Και η καρδιά προσβλήθηκε με τα λεγόμενά σου,και ξάφνου εσταμάτησε σωριάστηκα μπροστα σου
Εις μίαν κλίνη βρίσκομαι διασωληνωμένος, και ο γιατρός απλήρωτος τρεις μήνες ο καημένος
Aγγαλιασμένος χώματα 'πο πάνω μου ο τάφος, η μάνα μου η κλαίουσα λιπόθυμη στο βάθος
Αν είν' αυγή ή μεσημβρινή καμιά δεν ξεχωρίζει, πασίγνωστο, τα βάθη αυτά η μέρα δεν γνωρίζει /Σκουλήκια κατακλύσανε το νέο σπιτικό μου, κι ένα σαν μ' είδε φώναξε "να το, το φαγητό μου!"
Σε στόματα καμιάς λαλιάς, σκουλήκοι παιχνιδίζουν, πλούσιους φτωχούς μεσοαστούς, δεν τους διαχωρίζουν
(Ανέκαθεν)
.......
Εις μίαν κλίνη βρίσκομαι διασωληνωμένος, και ο γιατρός απλήρωτος τρεις μήνες ο καημένος
Aγγαλιασμένος χώματα 'πο πάνω μου ο τάφος, η μάνα μου η κλαίουσα λιπόθυμη στο βάθος
Αν είν' αυγή ή μεσημβρινή καμιά δεν ξεχωρίζει, πασίγνωστο, τα βάθη αυτά η μέρα δεν γνωρίζει /Σκουλήκια κατακλύσανε το νέο σπιτικό μου, κι ένα σαν μ' είδε φώναξε "να το, το φαγητό μου!"
Σε στόματα καμιάς λαλιάς, σκουλήκοι παιχνιδίζουν, πλούσιους φτωχούς μεσοαστούς, δεν τους διαχωρίζουν
(Ανέκαθεν)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)