21/5/10

Τώρα με το δντ (sofita says:(6:41:48 ΜΜ)...)

Τώρα με το δντ
θα βρω μικρότερο σπίτι
θα πηγαίνω (ακόμα πιο πολύ) με τα πόδια
θα αργήσω να ξαναγοράσω ρούχα
(όχι παπούτσια)
θα κόψω τα πολλά τα ‘στιατόρια
τα πολλά τα βιβλία (έτσι κι αλλιώς δεν προλάβαινα)
τα πολλά ταξίδια
δε θα ντρέπομαι άλλο να βρίζω τους αντιπροσώπους
που θα βρίσκω μπροστά μου, δυνατά
με φτυσίματα (δε θα δείρω μάλλον)
θα μαγειρεύω πιο πολύ
αν βρω κήπο θα φυτέψω και πράματα
σκόρδα, ντομάτες, όπως παλιά
θα αφήσω τον υπολογιστή να ωριμάσει μαζί μου
το κινητό να γεράσει μαζί μου
θα προσπαθήσω κι εγώ για το καλύτερο, ντάξει
θα δουλεύω για μένα αλλά και για το σύνολο, σύμφωνοι
κόντρα στους αντιπροσώπους, εννοείται
αλλά μια φορά,
ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,

tous lafedes den proleitia na tous steritho!
.......

12/5/10

3

1.

Θα πάρω έναν κίονα από την Ακρόπολη
θα τον βάλω στη μέση του σπιτιού μου
και θα δέσω γύρω απ’ αυτόν
(με κοντό σχοινί)
τα νεύρα μου
ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ να μην με φτάνουν.
Νισάφι πια



2.

Τον σκύλο τον λένε John
Την γάτα την λένε John
Τον ρινόκερο τον λένε John
Τον ουρακοτάγκο τον λένε John


Την γυναίκα με την πριονωτή κυματομορφή στην μασχάλη την λένε John
Το παιδί σε συμπιεσμένους ήλιους τον λένε John
Τον άντρα ξερατό και καμμένο λάστιχο τον λένε John
Το κορίτσι όνειδος την λένε John


Την κουρτίνα την λένε John
Τον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα τον λένε John
Την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα την λένε John
Τo πιστόλι που άνοιξε την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα το λένε John


Το σαπισμένο συκώτι το λένε John
Τον τρικερατώψ τον λένε John
Την στάση εκ του ισχύως την λένε John
Ένα κανάλι στην Αγγλία το λένε BBC





3.

- Καλά εσύ ομοίασες με φιλάνθρωπο. Ψέμματα;

- Ξεπροβιαλίνω ακραγάτι
περστίνιο φχιονολιπίσκο δάρντι

Ιτρονεβές ρεπ τρακενικ
Όπλεκ ανίκ κραβομπανίκ

Όπρουκ σόκουρ ντουλερέν
Όπρεκ σεκέν ντρε φελερέν

Ασβέκ κινουχιαβόλι σμάκα
Όφκεξ ναρτιλαμάκα άνκα

Κιμπούκαπ άπες σουκάρεν
Φχίχεν εφάκα ον εκδζάνεν

Επακασουκολινιξιέρτι
Πρασκοβουλέντρι θέντι μέρτι

- Μια ζωή μαλάκας.
.......

6/5/10

Το Χρονικό

Απόσπασμα από «Το Χρονικό» του Τάκη Σινόπουλου, εκδ. Κέδρος 1975.


Επιλογή λέξεων, ήχος: χζ

.......

24/4/10

ΠΩΣ

Πώς ανταλλάσσεται η κατασκευή
με το αίμα
πώς η θάλασσα υπάρχει
δίχως τον ουρανό
πώς στον καθρέφτη κοιτάς
φίλε μου
γράφοντας με το στυλό σου
πώς να 'ρθεις δίπλα μου κοντά μου
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.

******

Πώς γίνεται να σε αγγίζω
ενώ έξω ζητάνε φωτιά
πώς να φιλώ το δέρμα σου
ενώ αύριο φεύγεις
να πίνω να κλαίω να τρεκλίζω
ενώ σκιές ορίζουν το αύριο
πώς να σε σκέφτομαι - ποτάμι οι λέξεις
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.

******

Μα θα κρατήσω
την ώρα κλειδωμένη εγώ,
ως μόνος χρονοκράτωρ.
Σε αντάλλαγμα, θέλω τη
ζέστη σου.
Θα έρθεις
θα με αγγίξεις
θα με κρατήσεις σφιχτά στη λαβή σου
θα με παγιδεύσεις μέσα στο σώμα σου
θα μου μιλήσεις με λόγια ήμερα
κι εγώ για λίγο θα ξεχάσω
πως εσύ πια οριστικά
ανήκεις αλλού.

.......

11/4/10

Ο Βράχος, εμείς μέσα Του

Σαν τουφεκιά από τα δύο μέτρα.
Κάθε φορά η ώρα της αλλαγής τσακίζεται
πνίγεται στα αίματα.
Η εικόνα πέφτει συντρίβεται στην πραγματικότητα -
τα πόδια τρέχουν τα χείλη φωνάζουν
το αίμα κυλάει.
Απ΄το χέρι απ΄το πόδι. Απ΄το κεφάλι.
Απ΄το δέντρο απ΄το χορτάρι από το χώμα.
Αδελφέ Δάσκαλε Θάνατε
δώσε τις εντολές Σου, χάρισε τις επιταγές Σου,
δείξε το σκληρό Σου δρόμο.
Υποδεχτείτε Τον.
Αφήστε Τον να έρθει να ορίσει
να στολίσει τη χυδαία χαμερπή ποταπότητά μας
να νοηματοδοτήσει να διατάξει Αυτός
ποιοι θα φύγουν ποιοι θα μείνουν,
εσύ, εγώ, ο διπλανός μου, δεν έχει σημασία - το ίδιο
τυχαίες μονάδες ενός τυχαίου συνόλου - είναι το ίδιο.
Μη φοβάστε
το αίμα που κυλάει, το αίμα που τρέχει
μην κρίνετε
είναι ανώτερό μας, είναι μείζον μας
είμαστε εμείς οι ελάσσονες
αφήστε να γεμίσει τους μυς, να δροσίσει το κορμί
να βάψει τα δάχτυλα
αφήστε να τρίξουν οι πέτρες να τρίξουν τα δόντια
να λάμψουν τα πρόσωπα
αφήστε προπαντώς τα χτυπήματα,
αυτή τη μονότονη πηχτή μουσική
- πρέπει μόνο να δίνουμε και να παίρνουμε δυνατά χτυπήματα.
.......

31/3/10

ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ

Που πας θηρίο
Θηρίο με τα ματωμένα δόντια

Εσύ που κάποτε έμοιαζες με τον φόβο
Και τώρα γραφικό
Θηρίο
Στέκεσαι στην αμμουδιά
Πίσω σου
Η εξαγριωμένη θάλασσα
Κι ολόγυρά σου
Ο κοκκινισμένος ουρανός
Μ’ αυτό το βλέμμα που έσπερνε φόβο
Τώρα βλέμμα ξεγραμμένου ηδονοβλεψία ανθρώπινων πόνων

Ποιος σου υποσχέθηκε αίμα και κοντάρια
Και λαγήνι
Λέγε ποιος

Κι εσύ έτρεξες να πιείς το αίμα
Να σπάσεις τα κοντάρια
Να γκρεμίσεις τα λαγήνια
Κι έμεινες μόνο
Εσύ και το μίσος σου

Να που υπάρχει δικαιοσύνη

Αυτός που χάθηκε παν τρία χρόνια
Βρέθηκε
Και του δώσαμε φαΐ
Και του δώσαμε ρούχα
Και του κλείσαμε την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
Και του στρώσαμε να κοιμηθεί
Του γιατρέψαμε τις εκδορές του φόβου και της καχυποψίας
Κι απ’ τη χαρά του γύριζε στους δρόμους κι έπεφτε στις λάσπες

Να φύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια

.......

25/3/10

25η Μαρτίου: να σου πω μια ιστορία

Οι έρημοι Σουλιώτες εχαθήκαν
Οι έρημοι Σουλιώτες δεν υπάρχουν πια

Μπερδεύτηκαν με τς άλλους της Ελλάδας
Και πάψαν να μιλούν αλβανικά

Για τέσσερις αιώνες σκαλωμένοι
σε βράχους πάνω σε άγρια βουνά

Eζούσανε με πρόβατα και μ' όπλα
δανείζαν τόκους χάριζαν κλεψιά

Πολέμαγαν τη νύχτα σαν τους ίσκιους
με λάσπες στα ντουφέκια στα μαλλιά

Μακελαραίους τς έλεγαν οι Τούρκοι
κι οι όμοιοι που πιστεύαν τον Αλλάχ

Με ξουρισμένα μέτωπα, κροτάφους
τη βρώμικη την κάπα από αρνιά

Απ' τα βουνά τους βγαίναν για να κλέψουν
Ρωμαίο Αλβανό Τούρκο ραγιά

Στα σπίτια τους είχαν χοντρούς τροχάλους
να μην τους βρει σουλιώτικη ριξιά

Κι αυτοί Ρωμέοι είχαν γενεί στην πίστη
μα σκότωναν μη χάνοντας καμιά

Τη φάρα τους πιστεύαν πάνω απ' όλα
κι αυτή τους εξεκλήρισε σιγά

Σκοτώθηκε ο ένας με τον άλλον
μ' άδειο ντουφέκι, μπάλα δανεικιά

Εμείναν οι φτωχοί απά στους βράχους
οι πλούσιοι αγαπήσαν τον πασά

Μα κι ως το τέλος δεν τους διώξαν όπλα
μα αρματολίκια, στρατηγίες, πουγγιά

Στο Μισολόγγι πήγαν με τους άλλους
σηκώσανε σημαία Ελληνικιά

Πολέμαγαν πιο ατρόμητα απ' όλους
μα με το μάτι πάντα στα φλουριά

Αγάπησαν το Γένος την Πατρίδα
σαν να 'τανε δικιά τους φαμελιά

Μα πόλεμο, τον πόλεμο αγαπούσαν
να μην ζουν σαν το δούλο, το ραγιά

.......

12/3/10

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. SCHWITTERS

Πολύ συχνά μου έρχονται στη μνήμη τα ποιήματα του Schwitters και προπάντων η απαγγελία του. Τότε είναι που τα μπερδεύω τελείως. Χάνω τον έλεγχο του δρόμου και το σώμα μου κινείται αυτόματα σε παράξενους σχηματισμούς. Άλλες φορές σχηματίζω νοητά τετράγωνα και τρίγωνα ή ομόκεντρους κύκλους με την κίνηση του σώματος κι άλλες φορές προχωρώ ακατάληπτα ατέλειωτες ευθείες σε ξέφρενους ρυθμούς. Αυτό συμβαίνει όσο κρατάει η επήρεια των ποιημάτων. Τη διάρκεια δεν μπορώ να την υπολογίσω. Έρχονται μόνα τους κάθονται όσο θέλουνε και φεύγουνε ξαφνικά αφήνοντας μου ένα χρονικά ανεπαίσθητο κενό ικανό όμως να μου προξενήσει ζάλη και να βρεθώ οριζόντιος στην άσφαλτο. Το παράξενο είναι ότι μετά την επήρεια δεν θυμάμαι τίποτα από τις πράξεις μου λες κι είχα ακατάληπτες παραισθήσεις ή τρία λίτρα αλκοόλ στο στομάχι μου. Τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Τα ίδια τα ποιήματα με έφερναν σ’ αυτήν την κατάσταση. Τί να κρύβανε άραγε οι φαινομενικά ανόητες λέξεις των ποιημάτων. Μήπως απελευθερώνανε την πιο ενστικτώδικη κίνηση του κορμιού; Μήπως κάποιο άλυτο μαθηματικό μυστήριο χαμένο στα βάθη της λογικής εκεί στα σύνορα με το ένστικτο και το συναίσθημα; Δεν το γνωρίζω. Πολλές φορές κοίταξα να βρω μια λύση αλλά δεν μπόρεσα κι εκεί που έψαχνα πάντα, τον μυριζόμουν από μακριά, να σου κι ερχόταν αργά αργά με την αλαζονεία του νικητή ο κατακτητικός στρατός των λέξεων του Kurt Schwitters. Είναι σαν να μην με αφήνει να βρω τη λύση, είναι σαν να μην με αφήνει να ξεφύγω, είναι σαν να λειτουργεί, ο συρφετός, χρησιμοποιώντας τη λογική κι ακόμα χειρότερα είναι σαν να τρέφεται και να παρακολουθεί τη δική μου λογική. Οι άνθρωποι σίγουρα θα με λένε τρελό όταν για παράδειγμα μπαίνω στα καταστήματα τους και τα διασχίζω με νοητά εξάγωνα (ή ότι άλλο, λες και θυμάμαι), όταν περπατώ στους δρόμους αργά και με τα πόδια μου να φτάνουν όσο πιο ψηλά μπορούν, όταν τραγουδώ αυτά τα ποιήματα με δύναμη και θεατρικότητα στις στέγες των εκκλησιών και των λεωφορείων, όταν τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ σηκώνοντας τα χέρια και ουρλιάζω θριαμβευτικά «ούλτα-έ», όταν βήχω επιδεικτικά μπροστά στα μούτρα σκυλιών και γατιών κι όταν μπουσουλάω μέσα σε περίπτερα και τουαλέτες καφενείων μην αφήνοντας κανέναν να πλησιάσει απευθυνόμενος σ’ αυτούς με το πρόσταγμα «ΓΑΒ». Σίγουρα. Κι εγώ αυτά θα έλεγα για κάποιον άλλο. Πόσες φορές δεν αναζήτησα την ισορροπία στη λογική. Να ξέρω που πατάω να ξέρω τι θα πω. Να κοντρολάρω το σώμα μου απόλυτα. Να χαϊδεύω τα σκυλάκια κι όχι να τους βήχω να φλερτάρω με ωραίες γυναίκες με στρατηγική κι υπομονή, να προγραμματίζω χωρίς φόβο και να νιώθω κυρίαρχος του εαυτού μου. Κι άλλες πολλές, πραγματικά πολλές φορές, να πνίγομαι απ’ την ηδονή του ακατάληπτου, να συνεπαίρνομαι απόλυτα από τον κύριο Schwitters. Να ζω σε ένα ασταμάτητο μεθύσι αυτοματισμών, πιθανοτήτων κίνησης, συνδυασμών και αυθόρμητων δημιουργιών μαθηματικών σχεδιασμών και εκφράσεων. Όμως αυτό που με δυσκολεύει πιο πολύ κι από τις δύο καταστάσεις είναι η εναλλαγή τους και η κατανόηση του προβλήματος. Ίσως να φταίει που κι ο ντανταϊστής Kurt στην προσπάθειά του να σοκάρει την κοινωνία της εποχής χρησιμοποίησε πολύ τη λογική για να δημιουργήσει το παράλογο του, ίσως να φταίνε οι κοινωνικές νευρώσεις, ίσως…
Έρχονται, φεύγω
.......

28/2/10

Θραύσμα #2: [ο Αυτόχειρας της κοινωνίας*]



μερικές πρωταρχικές αποκαλύψεις
που ετοιμαζόταν να κάνει
η κοινωνία συνωμοτώντας
σε όλη του τη ζωή του έκαψαν
αδικίας τέλος

και καλλιεργείται σε όλη τη γη καθημερινά
κάποια νύχτα εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
είναι αρκετά δυνατή - και δεν πρόκειται για μια εικόνα,
αλλά μία τάξη εξoλoκλήρου βασισμένη στην εκπλήρωση
δεν ήταν τρελός

για να ξεχάσει τα τερατώδη γεγονότα
για να ξεχάσει τα τερατώδη γεγονότα
δεν ήταν τρελός

βρωμερής περιφρόνησης ηθελημένης ατιμίας φανερής υποκρισίας
την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
η κοινωνία συνωμοτώντας τον εαυτό της
να τον κάνει να ξεχάσει

γιατί δεν πρόκειται για μια εικόνα αλλά
να τον κάνει να ξεχάσει την επίδραση αυτού του χτυπήματος,
να αποκαλύψει γεγονότα που κάτω από
δεν ήταν τρελός
σε όλη του τη ζωή του έκαψαν

σ΄έναν κόσμο που τρώει καθημερινά
έγινε ο άνθρωπος αφύσικος
έγινε ο άνθρωπος αφύσικος

η παρούσα ζωή διατηρείται σ΄αυτή την παλιά -
εκτός του ότι κατηγορήθηκε τον χτύπησαν
τον βάρεσαν κυριολεκτικά στο κεφάλι
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
αδικίας τέλος

κάτι δεν πάει καλά γιατί δε μπορούμε να μιλάμε
και καλλιεργείται σ΄όλη τη γη καθημερινά
την ενοχλούσαν στη συνείδησή της
την ενοχλούσαν στη συνείδησή της
κάποια νύχτα κατηγορήθηκε πως ήταν

γιατί δε μπορούμε να μιλάμε
απ΄τις αναζητήσεις μερικών φωτεινών προσωπικοτήτων
βρωμερής περιφρόνησης μιας πρωτόγονης
και δεν πρόκειται για μια
αλλά αποκαλύψεις που ετοιμαζόταν να κάνει
αλλά ο κόσμος αυτός,
απ΄τις αναζητήσεις μερικών φωτεινών προσωπικοτήτων

δεν ήταν τρελός
δεν ήταν τρελός




(* διασκευή σε μορφή ποιήματος πάνω σε μερικές σελίδες από το ομώνυμο έργο του Αντονέν Αρτώ)

.......

19/2/10

One Night of Love

---Κατεβάστε το ποίημα από εδώ. Είναι αναρτημένο με σύνδεσμο γιατί συγκεκριμένη μορφοποίηση στο μπλογκ δε μπορώ να πετύχω.---


.......

11/2/10

Αφορισμοί

Όταν το άλλο πρωί ξυπνάς μετά από πολύνεκρο αφιέρωμα στο Στελάρα και το πρώτο που κάνεις είναι να ψάχνεις στον Παγκόσμιο Ιστό τα «Παράνομα φιλιά», καταλαβαίνεις οτι μάλλον κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή σου.


*****


Όταν σε μια πόλη συναντάς δυο φορές σε μια ώρα ένα άγνωστο πρόσωπο στο δρόμο σκέφτεσαι πως η πόλη αυτή έχει πιθανώς κάτι να σου μάθει.


*****


(με τον τρόπο του χ.ζ.)
Όπου και να ταξιδέψω ο μαλακισμένος άνθρωπος με πληγώνει.


*****


Millenium - 2009: ποτέ ο ύπνος δεν ήταν πιο δύσκολος.


*****


Πρωινό κάποιου μήνα, κάποιου έτους, σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη:
«βγάλε λίγο ήλιο γαμώ το σπίτι σου...»


*****


.......

2/2/10

0

βαρα
μπασταρδε
βαρα γερα
να κοψει
να σκισει
στα δυο
να τελειωσω
χαμηλα
σε κοιταει
σε τρυπαει μαυρο ματι
ριξε τωρα
που ειναι
αλλα αν
αλλα αν δεν
διστασες
τοτε αργα
τοτε σηκωνομαι
γελια με σαλια πανω σου
δες το ματι μου καρφι στο μυαλο σου
σε τρυπησε βγηκε απο την αλλη
κοιταει στο μηδεν
καταλαβες
μηδεν κι ειμαι
στη ριχνω φιλε
φατην
ετσι ειναι η ζωη
γλιστρας
μηδεν εσυ
μηδεν εγω
καταλαβες
μηδεν φιλε
η αφαιρεση
μοναχα
αργει
φιλε



.......

24/1/10

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Σ’ ένα θεό ετάχτηκα θυσία να του κάνω
Αργά αργά ξεκίνησα και μ’ έπιασε η νύχτα
Στο δρόμο όπου βρέθηκα μόνος να περπατήσω
Δεν έτυχε ποτέ ξανά μονάχος να περάσω
Κι έχει και κρύο κι ο αχός θολός θολός μου βγαίνει
Καχύποπτο το βήμα μου εχθροί είναι τριγύρω
Τρείς ύαινες μ’ ακολουθούν τα χνώτα μου μυρίζουν
Βαδίζω αδιάφορα τα μάτια τρεμοπαίζουν
Αριστερά και δεξιά
Δίχως του κεφαλιού να φαίνεται μια κίνηση
Αθόρυβα οι ύαινες κοντά μου πλησιάζουν
Στρέφομαι προς το μέρος τους για λίγο πίσω κάνουν
Ορμώ ορμώ και χύνομαι, την πρώτη αγκαλιάζω
Τα δόντια μου στη σάρκα της βαθιά μέσα βουλιάζω
Κρατώντας τα δυο πόδια της που παν να ξεγλιστρήσουν
Μα η ψυχή σιγά σιγά το μονοπάτι βρίσκει
Και βγαίνει από του θεριού, τη σάρκα μες στο αίμα
Τότε τα δύο πόδια της άλλο δεν την κρατούνε
Και το κορμί με θόρυβο πάνω στο χώμα πέφτει
Το τελευταίο βογγητό επιθανάτιος ρόγχος
Υπόκωφος
Σηκώνομαι, το χέρι μου αμέσως κοκκινίζει
Καθώς από τα χείλη μου θεριού ξερνώ το αίμα
Το φτύνω μες στη χούφτα μου κι όλο το πασαλείφω
Στο πρόσωπο και στα μαλλιά και στ’ ακροδάκτυλά μου
Κλείνω τα μάτια κι ήσυχα την προσευχή μου κάνω
Σ’ ένα θεό, φονιά θεό, που μ’ έχει τιμωρό του
Το χέρι μου είναι χέρι του το μίσος ειν’ δικό του
Ακούραστα την κυνηγώ τη δεύτερη στο δάσος
Πριν να βραδιάσει ήτανε η μισή μες στην κοιλιά μου
Και ύστερα ξαπόστασα κι έπιασα το τραγούδι
Καθώς πάνω μου μπλέχτηκε από ζώα δυο το αίμα
Κι από την ώρα την πολλή άρχισε να ξεραίνει
Στο δέρμα μου το πιο πολύ στο πρόσωπό μου απάνω
Εκεί τα μάτια έκλεισα ο ύπνος να με πάρει
Την άλλη μέρα το πρωί κινώ να βρω την τρίτη
Η μέρα ήταν πιο ζεστή μα οι φυλλωσιές των δέντρων
Εκάνανε το βήμα μου πιο εύκολο να γίνει
Βρίσκω την τρίτη ατάραχη στα μάτια με κοιτάει
Σε μια κουφάλα κάθεται κι αρχίζει και μιλεί μου
Τα λόγια καταλάβαινα τα λόγια της μου λέγαν
«Μάθε ποιος είσαι κι ύστερα διάλεξε τους εχθρούς σου»
Το βλέμμα μου επιθετικό τα χείλη μου σφιγμένα
Εκείνη ήταν ακίνητη ψυχρή και ξαπλωμένη
Τα μάτια της τα μάτια μου φαίνετ’ αναζητούσαν
Μα ούτε στιγμή δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου
Τα λόγια αυτά που άκουσα τι άραγε σημαίναν
Κι ακόμα πώς το μπόρεσα λόγια να καταλάβω
Ύαινας λόγια που θεριά δεν τα καταλαβαίνουν
Απάνω της εχίμηξα
Με τα δικά μου κοφτερά τα δόντια και τα νύχια
Την έσφαξα τα μούτρα μου έχωσα στην κοιλιά της
Εκεί λοιπόν που τ’ άψυχο το σώμα της κειτούσε
Πρώτη φορά το πρόσεξα τα νύχια της πως μοιάζουν
Τα νύχια της τα χρώματα με τα δικά μου μοιάζουν
Κι έτρεξα λίγο παρεκεί που ήταν ένα ρυάκι
Να δω ήθελα αν το πρόσωπο που ολ’ αυτά σας λέει
Αν ύαινας είναι πρόσωπο
Το ρυάκι όμως ήτανε καιρό πια στερεμένο
Γιατί μήνες δεν έβρεξε στο ξεχασμένο δάσος
Με προσευχές προς τους θεούς που λίγοι τις γνωρίζουν
Να ξεδιψάσουν τα θεριά, ζητούσα, απ’ το ρυάκι
Τρείς μέρες προσευχόμουνα την τέταρτη το χάραμα
Ακούστηκε ένας θόρυβος μ’ όρμητικό να μοιάζει
Νερό που με ταχύτητα τ’ αυλάκι κατεβαίνει
Νερό πολύ, ξεχείλισε το δάσος να το πνίξει
Λίγο σαν ήρθε στην αρχή πρόλαβα να κοιτάξω
Πριν έρθει το ορμητικό νερό για να με πνίξει
Θυσία να γίνω σε θεό φονιά και ξεχασμένο
Κι είδα πως ήμουν ύαινα όμοια με τις άλλες
Τότε μόνο κατάλαβα τα λόγια τι σημαίναν


.......

21/1/10

Από την Αθήνα θα παν στο Βερολίνο.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Άμστερνταμ.
Από Ξάνθη, Δράμα, Αλεξανδρούπολη θα πάνε Θεσσαλονίκη.
Από το Βόλο θα παν στην Αθήνα.
Από το Καστέλι στα Χανιά.
Από τη Ζίτσα στα Γιάννενα.
Απ΄ το Χλωμό στην Κέρκυρα.
Απ΄το Παρθένι στην Τρίπολη.


Και οι ραχούλες μοναχές κι οι κρυοβρύσες μόνες




.......

13/1/10

ΘΡΑΥΣΜΑ #1: [αιολική ενέργεια + άνθρωποι]


Στο βουνό

δήμαρχος από τ

ωριά, Μεσαύλια


θα καταστρέψουν

ως δασικ

που τους θεσπίζουν.


- δικές σας δράσεις;


έψει την Εταιρεία!

άνθρωποι μεγάλης ηλικ

φερα και γλίτωσα...


ορεινών όγκων,

ξέλεγκτα δρομους.


γιγάντια δέντ

για νότια

σιωπηλά τόσα χρόνια...


Στα χέρια μας έν

εριοχή ενώ ή και στη δύναμη

με τα μάτια μας!


«ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΖΩ ΚΑΙ ΔΕ ΣΑΣ


...Οι θεωρούν κ

κάθε άλλο παρθέν

γχουν την παραγωγή.


είχαν τοσ χωρίς

νομαρχία και να κλείσουν γι αυτ

ούς παράδες...


στη μεγαλύτερη πόλη τ

νεται το νερό, αύριο δεν θ


- ΜΑΚΑΡΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡ




(Το υλικό για το «θραύσμα #1» αντλήθηκε από εφημερίδα)


.......

27/12/09

Από την Τορπίλα με αγάπη κι ευκές

Βγάλαμε βιβλιαράκι με τα κείμενά μας στολισμένο και με σκιτσάκια δικά μας. Από τις εκδόσεις Φωτοκόπια, που τις έχουμε και τις διαχειριζόμαστε εμείς. Μπορείτε να το προμηθευτείτε αν στείλετε στοιχεία διεύθυνσης στο tibanator@hotmail.com ή μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

Κι αυτό επειδή εμείς στην Τορπίλα πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός δε σταματάει όταν κοπεί το Ίντερνετ (άλλωστε πρώτα ήρθαν οι εκδόσεις Φωτοκόπια και μετά το ιστολόγιο). Γιαυτό προτείνουμε να το κατεβάσετε και να το εκτυπώσετε να το έχετε και μελλοντικώς. Η τελευταία σελίδα του έτσι κι αλλιώς, θα σας πείσει.

Ως τώρα από τις εκδόσεις Φωτοκόπια έχουμε βγάλει άλλα δυο βιβλιαράκια, που μπορείτε να τα προμηθευτείτε κι αυτά ταχυδρομικά. Ψηφιακά τα δυο τελευταία, δεν υπάρχουν.
Καλή χρονιά λοιπόν και χρόνια πολλά όπως λένε...

χ.ζ. - c.c.


ΥΓ: Γράφτε σχόλια αν δε δουλεύει καλά το λινκ να ξέρουμε.


.......

17/12/09

Σαν σε όνειρο

Σαν σε όνειρο
τη φιλούσα
σαν σε όνειρο
χάιδευα το πρόσωπο
έλεγα λόγια
δάγκωνα τα χείλη
αυτή γέλαγε
μ΄άφηνε
φυσούσε πνοή ζεστή
οσμή βαθιά
μα γλιστρούσε
κι έφευγε
εγώ
έσφιγγα το στήθος
άγγιζα τον ώμο
κάποτε
κρατιόταν από πάνω μου
να στηριχτεί
-μα έφευγε έφευγε έφευγε
πόναγα απ΄αυτήν
λυπόμουν
την έσφιγγα
σαν σε όνειρο
με τα δυο μου χέρια
την έβλεπα να λάμπει
την έβλεπα να ανατέλλει
ήμουν
ένα μοναχικό
πλάσμα
ένα μικρό φτωχικό σκοτάδι
δίπλα της
ήμουν για λίγο
μέσα της
για λίγο
μέσα σαυτήν
στην καρδιά της.


.......

11/12/09

Πλατεία Βενιζέλου

Σε μια μέθη ανάμεσα
τσικουδιά κρασί και κάτι ανεκπλήρωτο για πάντα
προχωράω στο δρομο
σε κοιτάω δυο ώρες
σφίγγω τις γροθιές
όμως δε θα χαλαρώσουν ποτέ
τρέχω γρήγορα γιατί
γύρω φυσάει νοτιάς
πρόβα λέει σε μιάμιση ώρα
(βαριέμαι λίγο)
στην πλατεία διάφοροι
ξένοι
ένας εδώ άλλος εκεί
στην άκρη οι μαύροι μόνοι τους
τους ντρέπομαι
δεν ξέρω τι να κάνω
ένας με βλέπει κατεβάζω το βλέμμα
με τον άλλο χαμογελάμε μαζί
τα δόντια του τεράστια
πεταγμένα
όπως οι άνθρωποι από τα κακοτράχαλα μέρη
τα ορεινά
έφτασε εδώ στη θάλασσα
θα κατεβώ προς την παραλία τώρα, στο ταβερνάκι
με περιμένουνε κάτι κορίτσια
από τη δουλειά
θα φάω απλά και ζεστά
όπως θα ήθελαν δηλαδή αυτοί στην πλατεία
να νιώσω τύψεις άραγε
σκέφτομαι τη μοίρα μου
μια ανατολίτικη σαφώς σκέψη
σκέφτομαι τη μοίρα αυτών
-έλα τώρα σοβαρέψου-
βαδίζω γρήγορα
γιατί ψηλά άρχισε να αστράφτει
δυστυχώς δε μπορώ να κάνω πολλά
αλληλεγγύη
βέβαια, ναι,
αλλά κι η πείνα πείνα
-να δώσεις λεφτά!-
καλά ηλίθιος είσαι;
να μιλήσω σε κάποιον
τουλάχιστον
ευγενικά, όχι σαν την κοπελιά
στην κούριερ:
«ΟΧΙ»
ανάγωγη και αυτόχθονη
δε γύρισε καν να τον κοιτάξει
ντράπηκα σαν
ας πούμε Έλληνας
που μιλάει τη γλώσσα αυτή
μετέφρασα ήρεμα
του είπα
κι έφυγα μετά
με το φουσκωμένο δέμα μου
να το ανοίξω σπίτι
να πάρω τα βιβλία και τα γλυκά
που μουστειλε από το σπίτι
η μάνα μου
γιατί φοβάται πάντοτε
ότι αλήθεια
περνάω πολύ δύσκολα

.......

28/11/09

Πάτρα - Κέρκυρα, με το πλοίο (2/8/08)

Όταν το βράδυ ξύπνησα στο κατάστρωμα μετά από δυο ώρες ύπνο, σε είδα να κοιμάσαι ήρεμα στο απέναντι παγκάκι χωμένη σ΄ένα σκούρο μπλε σλίπινγκ μπαγκ. Είχες έντονα βαμμένα μάτια και μπόλικα σκουλαρίκια, ενώ οι βυσσινί σου κάλτσες ξεχώριζαν κρεμασμένες έξω, προς το διάδρομο. Ήρθες και ξάπλωσες δίπλα μου την ώρα που εγώ κοιμόμουν, και για κάποιο λόγο σκέφτηκες πως η άδεια αυτή θέση πλάι μου σου έκανε, ανάμεσα σε πάρα πολλές άλλες. Άνοιξα τα μάτια και είδα κατευθείαν το πρόσωπό σου. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είχες τα χαρακτηριστικά όλα των κοριτσιών που με αγγίζουν αμέσως, οπότε ο νυσταγμένος μου ενθουσιασμός δε θα μπορούσε να μ΄αφήσει έτσι εύκολα αν δεν έκανα κάτι. Πήρα λοιπόν το τετράδιο κι άρχισα να γράφω.
Φορούσες ένα μαύρο μπλουζάκι κι ένα στενό σκούρο παντελόνι και τα μαλλιά σου μπερδεύονταν στο πρόσωπό σου χαρίζοντάς σου μια ομορφιά αθώα κι ανεπιτήδευτη. Είχες βάλει κι εσύ για προσκεφάλι μια τσάντα ακριβώς ίδια με τη δικιά μου, μόνο σε διαφορετικό χρώμα (ξεβαμμένο κόκκινο εγώ, χακί εσύ), παραγεμισμένη όπως κι η δικιά μου με λιγοστά ρούχα, που κοίταζε σαν τη δικιά μου ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση. Είχαμε επίσης το ίδιο ύψος.
Αυτή η σιωπηλή, σχεδόν στρατιωτική μας συμμετρία θα με έκανε αυθόρμητα πριν από 100 χρόνια να σε φωνάξω «συντρόφισσα», με όλη τη ζεστασιά που η λέξη αυτή μπορεί κάποτε να κουβαλούσε και να σε κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια (χε! σου άρεσε μάλλον το τελευταίο γιατί μόλις το έγραψα άλλαξες πλευρό δείχνοντάς μου το λαιμό σου). Σήμερα όμως θα σε αποκαλούσα απλώς με το όνομά σου, προσπαθώντας να μη βάλω στο βλέμμα μου τίποτα από τον ενθουσιασμό που ίσως ένιωθα για να κερδίσω πιο απλά και άμεσα την εμπιστοσύνη σου.
Κρίμα όμως που μια τέτοια στιγμή μεταξύ μας δεν πρόκειται να έρθει ποτέ. Δε μου αρέσει να κάνω πίσω, αλλά να, η μόνιμή μου η συντρόφισσα δε θα χαιρόταν και πολύ για μια τέτοια προοπτική, οπότε λέω τώρα μάλλον να ξανακοιμηθώ -και πού ξέρεις! ίσως σε λίγο να ξυπνήσεις εσύ, και να γράψεις λέει κι εσύ ένα παρόμοιο κείμενο πάνω απ΄ το δικό μου σώμα που θα ανασαίνει ρυθμικά δίπλα σου.
.......

21/11/09

ΓΟΛΓΟΘΑΣ

Η τεράστια χελώνα ανέβαινε τον λόφο με πολύ αργό βηματισμό. Ο λόφος ήταν περίφημος για το χαμηλό, ξερό αλλά και συνάμα επιβλητικό δέντρο που στεκόταν μόνο του στην κορφή. Το δέντρο ήθελε να φτάσει η χελώνα, κάτι που την είχε κάνει να περπατάει ασταμάτητα εδώ και βδομάδες ερχόμενη από τα συμπιεσμένα σύμπαντα και τις διαστρεβλωμένες ημέρες του μακρινού τόπου της. Το βάδισμά της τράνταζε την πλαγιά και ξύπνησε τα δαιμόνια που κοιμόντουσαν για αιώνες μέσα στο χώμα. Αιώνες είχε να πλησιάσει ζωντανό πλάσμα την περιοχή και κάποιοι περιπατητές του Μεσαίωνα όπως ο πατήρ Καντρόλιρχος κι ο Νεφομίρ Εσφάν, από μακριά μόνο, αντίκρυσαν τον λόφο. Δεν τόλμησαν ούτε να προσπαθήσουν να τον διασχίσουν ξέροντας τις ιστορίες για τα δαιμόνια. Μονάχα ο αέρας τον χαϊδεύει κι όταν πλησιάζει την κορφή προσέχει και σβήνει. Κι ο Θεός όταν το βλέμμα του σμίγει της γης, στο σημείο εκείνο χαμηλώνει τα μάθια του από ντροπή για τα έργα του.
Σιγά σιγά η χελώνα έφτασε στη μέση της διαδρομής κι εκεί σταμάτησε λίγο για να ξαποστάσει. Τα δαιμόνια την παρακολουθούσαν ανελλιπώς ανέκφραστα κι ακίνητα. Τίποτα δεν ακουγόταν παρ’ εκτός το λαχάνιασμά της. Σε λίγο σταμάτησε κι αυτό. Από καιρό σε καιρό κοιτούσε το δέντρο και σαν να έπαιρνε κουράγιο συνέχιζε την πορεία της με λιγότερες κάθε φορά δυνάμεις. Η συνεχής εναλλαγή κρύου και ζέστης, προνόμιο κι αυτό του λόφου, εξαθλίωνε τον τεράστιο αυτό περιπατητή. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κατέβει, άλλωστε η κατάβαση είναι πάντα πιο εύκολη. Σε κάποιον ετοιμοθάνατο ήλιο όταν συνάντησα τον Θεό κατατρεγμένος από τα άστρα,μου ψιθύρισε ότι κάποιο έγκλημα είχε κάνει κι ήθελε να αυτοτιμωρηθεί. Γι’ αυτό μάλλον δεν έφευγε σκέφτηκα, στον τελευταίο ρόγχο του νεκρού πια ήλιου. Συνέχισε λοιπόν το βάδισμά της με περισσότερα αυτή τη φορά διαλείμματα. Κοίταξε προς τα κάτω με κάποια περιφρόνηση σαν να είχε φτάσει σε κάποιο ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, ύστερα έσκυψε το βλέμμα της προς τα πόδια της. Πληγωμένα τα βρήκε και ξεθεωμένα κάτι το οποίο μέχρι τώρα δεν το είχε ξανασκεφτεί. Όση ώρα έμεινε ακίνητη τα πλάσματα του λόφου είχαν βγει από τις τρύπες τους κι από μακριά παρακολουθούσαν. Καθόταν και συζητούσαν χλευάζοντάς την κι όταν αυτή προχωρούσε από μακριά, κι αυτά ακολουθούσαν, πολλές φορές χειροκροτώντας ειρωνικά. Αυτή δεν έδινε σημασία σερνόμενη στην κορφή. Ο ήλιος από καυτός που ήταν το ένα δευτερόλεπτο έδινε τη θέση του στο ψύχος που μπορούσε να νεκρώσει τα πάντα. Η λάσπη και η βρώμα όσο πλησίαζε την κορφή γινόταν αφόρητες, κι εγώ γελούσα γιατί τα γουρούνια με δίδαξαν να καθαρίζομαι στις λάσπες.
Η χελώνα έφτασε στην κορφή κι ήθελε τρία βήματα για να φτάσει το δέντρο. Όμως ανήμπορη όπως ήταν έπεσε κάτω χωρίς να μπορέσει να ξαναπερπατήσει. Το κεφάλι της στην αρχή το έτριβε γρήγορα στο χώμα μπας και καταφέρει να ξυπνήσει τα ακίνητά της μέλη. Γρήγορα κι αυτό έμεινε ακίνητο. Ένας κόμπος στον λαιμό, δάκρυα στα μάθια στη θέα του ξερού μα επιβλητικού χαμηλού δέντρου, γέννημα λανθασμένων αστρικών υπολογισμών και μνησικακίας. Τα δαιμόνια στάθηκαν πάνω απ’ το κορμί που θα ικανοποιούσε την πείνα τους, χειροκροτώντας την, ξανά, ειρωνικά.
.......