28/6/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ

Είναι όλα έτοιμα για την συνεστίαση. Τα τραπέζια είναι φορτωμένα με όλα τα απαραίτητα σερβίτσια και χαρτιά στα οποία αναγράφεται το όνομα αυτού που του ανήκει η θέση αυτή προσωρινά, μόνο γι’ απόψε. Είναι μικρά τα τραπέζια και στρογγυλά έτσι ώστε όλοι να μπορούν να βλέπουν όλους, και τους έξι για την ακρίβεια, κι απ’ την άλλη όλοι να είναι πλάτη στους υπόλοιπους της συνεστίασης. Ο φωτισμός χαμηλός, ο χώρος ανοιχτός και αποδεκτικός στις παραξενιές του καιρού, πλαισιωμένος από κιτς στολισμό και φράχτη, για να μην ξεφύγει κανείς ίσως. Και μια πισίνα.
Ο κόσμος καταφτάνει, ο γάμος έχει τελειώσει από ώρα. Τα πρώτα πιάτα αδειάζουν σαλιώνονται χτυπιούνται ακαταπαύστως μέχρι, προσωρινά, να ηρεμήσουν τα στομάχια ν’ αρχίσουν οι συζητήσεις και να καίγονται τσιγάρα ανάμεσα σε κιτρινισμένα δάχτυλα κυρίων οι οποίοι παρευρίσκονται μετά τις κυρίες τους. Κι αυτές έχουν κιτρινισμένα δάχτυλά από τσιγάρα πιο λεπτά όμως. Και φινετσάτα.
Έφτασε το νιόπαντρο ζεύγος. Ο γαμπρός καλοξυρισμένος και με ύφος μοντέρνου γιάπη. Δεν τον γνωρίζω, εγώ μουσική ήρθα να παίξω. Μπορεί ο άνθρωπος να θέλει να δείχνει έτσι, κι εγώ ο λέτσος μουσικός μπορεί να έχω μεγαλύτερες καταθέσεις στην τράπεζα. Σημασία έχει το ύφος. Η νύφη απ’ την άλλη φαίνεται να έχει άλλον αέρα. Πιο άνετη με τις κυριλέ καταστάσεις, άσχετα από το γεγονός ότι οι περισσότεροι εδώ πέρα είναι μεροκαματιάρηδες που έχουν ένα καλό κουστούμι για τέτοιες περιστάσεις. Αυτή ξέρει. Ξέρει ποιοι είναι του κύκλου της και ποιοι είναι οι απαραίτητοι συγγενείς που θα ήρθαν από υποχρέωση. Υποχρέωση του πατέρα της σ’ αυτούς, υποχρέωση αυτών στον πατέρα της. Η μητέρα της, όπως όλες οι γυναίκες πλουσίων, γυναίκα κηφήνας με κιτρινισμένα δάχτυλα από λεπτά τσιγάρα. Και ήρεμη φωνή.
Η μουσική ξεκίνησε ζητώντας απ’ τον κόσμο να σηκωθεί να χορέψει για τη χαρά των νιόπαντρων και για υποχρέωση προς τον πατέρα της. Μια παρέα παιδιών, τριαντάρηδες δηλ., που κάθονται μπροστά μου έχουν ήδη πιει κάμποσα ποτήρια κρασί και ξεφαντώνουν σχεδόν άγρια. Από τα πρόσωπά τους φαίνονται να ανήκουν στον κύκλο της νύφης, νεόπλουτοι οι οποίοι θα μπορούσαν να κάνουν τις πιο παράτολμες τρέλες μπροστά στα δαγκωμένα χείλη των συντηρητικών και συγκρατημένων μεροκαματιάρηδων και στα συγκαταβατικά και δουλεμένα στην ψευτιά χαμόγελα του συναφιού τους. Το πρωί βεβαίως θα πουλάνε και θ’ αγοράζουν μετοχές στο κινητό βολτάροντας με πάλλευκα σκάφη το Αιγαίο. Ίσως όμως να μην είναι έτσι. Μπορεί να έχουν καταχρεωθεί για κουστούμι και δανειστεί χρήμα έτσι ώστε να κάνουν καλή εντύπωση. Σημασία έχει το στυλ. Και το ύφος.
Έχουμε σταματήσει την μουσική και κάνουμε ένα πεντάλεπτο διάλλειμα. Επικρατεί ευθυμία αλλά χωρίς να γίνεται ενοχλητική φασαρία. ‘Ένα μηχανάκι ακούστηκε απ’ έξω απ’ τον τζαμένιο φράχτη. Φρένα απότομα κρούση σφοδρή με αμάξι κι ένα σώμα στον αέρα καταλήγει στον φράχτη. Το τζάμι διαπέρασε το στήθος του παιδιού διώχνοντας την ψυχή του απ’ την πίσω μεριά του κορμιού του. Το νεκρό σώμα ξάπλωσε στον φράχτη. Το κεφάλι ήταν στραμμένο προς το πλήθος πλημμυρισμένο από γαλήνη πια, μετά τον στιγμιαίο πόνο, κι οι κόρες των ματιών του έμειναν καρφωμένες να κοιτάν τον πατέρα της νύφης. Χωρίς υποχρέωση.
Ο κόσμος όπως ήταν φυσιολογικό τρόμαξε. Αυτοί που καθόταν πολύ κοντά στον φράχτη απομακρύνθηκαν πανικόβλητα, τα κλάματα πήραν την θέση της μουσικής τα παιδιά τρόμαξαν, κάποια έπεσε πισωπατώντας στην πισίνα, ξερατά παντού, φωνές, παγωμάρα , «και τώρα τι θα γίνει με τον γάμο;» σκέφτηκαν πολλοί, ο ιδιοκτήτης του χώρου έπαιρνε παντού τηλέφωνα «ας τον πάρει κάποιος μην χαλάσει η φήμη του μαγαζιού μου» λέω εγώ αντί γι’ αυτόν, ο καραφλός δίπλα μου «μετανάστης είναι καλά να πάθει» σκεφτόταν αδιάλειπτα. Κι όμως οι περισσότεροι στενοχωρήθηκαν πραγματικά, οι περισσότεροι θα πήγαιναν στο νοσοκομείο να δουν τι θ’ απογίνει, μήπως την γλυτώσει. Αλλά ή νύχτα είναι αφιερωμένη στη χαρά των παιδιών που παντρεύτηκαν. «Και τι φταίμε εμείς που αυτός οδηγεί απρόσεκτα;», «γιατί να σταματήσουμε τη διασκέδαση. Πρώτη φορά τον βλέπουμε. Λυπούμαστε όμως πολύ. Να η γυναίκα μου κλαίει.», «κρίμα το παιδί. Κρίμα. Τον πούστη τον οδηγό που σπίνιαρε κι έφυγε. Καρκίνος στο σπίτι του.», «ότι πουν τα παιδιά κι οι γονείς τους θα κάνουμε. Αυτοί αποφασίζουν». Να μερικές σκέψεις που θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Κι αυτό, το άψυχο σώμα με ένα γαλήνιο ύφος, μωρουδίστικο σχεδόν μας έβλεπε και δεν καταλάβαινε τίποτα.
Αφού τον πήρε το ασθενοφόρο και έγιναν οι απαραίτητες ερωτήσεις από την αστυνομία σηκώθηκε ο πατέρας της νύφης και είπε. «Όλοι μας νιώθουμε παγωμάρα όλοι μας σοκαριστίκαμε. Όμως είμαστε για άλλον λόγο εδώ. Εγώ θα πρότεινα το γλέντι να συνεχιστεί. Μακάρι ο θεός να αναπαύσει το άτυχο παιδί» Σιωπηλά συμφώνησαν όλοι. Συνεχίσαμε την μουσική και το κέφι με την ώρα άρχισε να ζεσταίνεται, όχι όπως πριν όμως. Κι όμως κάποιοι έφυγαν και κάποιοι άλλοι που έμειναν ήταν σιωπηλοί κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Κι έμειναν γιατί; Τέλος πάντων έτσι κάπως ήμουν κι εγώ. Δεν μπορούσα να τους κατηγορήσω γι’ αυτό που έκαναν. Ήταν ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό που στην πιο μακάβρια σκέψη δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Και να χαλάσει η διασκέδαση γι’ αυτό; Απ’ την άλλη όμως αν ήταν κάποιο παιδί του συναφιού τους, κι ας μην το ξέρανε καλά θα συνεχίζανε; Εγώ έκλεισα τα μάτια κι έπαιζα εντελώς ασυναίσθητα προβληματισμένος κι αηδιασμένος με τον εαυτό μου που έκατσα εκεί για να μην χάσω το νυχτοκάματο. Κι εκεί ζαλισμένος απ’ τις σκέψεις έβλεπα τα ζειμπέκικα του γαμπρού ανακατεμένα με το χαμόγελο των γονιών του και το κενό βλέμμα του νεκρού υπό τον ήχο κομπολογιού να με πλησιάζουν και να νιώθω ότι το κεφάλι μου θα σπάσει. Τότε έσκυψα μπροστά και ξέρασα πάνω μου.
.......

24/6/10

Flantza viarnte nti Sikara*

Καίω φλάντζες
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
και φαντάζομαι τις ατέλειωτες βυζάρες σου.
Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
όταν σκάει μπροστά μου η ανυπόφορη εικόνα σου
με τα σφιχτά σου μπούτια
το φουσκωτό το μουνάκι
και το βλέμμα που σε βιδώνει εις την θέσιν σου.
Βαράω το λαγούτο αφρίζοντας
ακούω κι ηλεχτρισμούς τρίζοντας
μουγκρίζω και μουγκανίζω,
σα μωρό παιδί (χεχε)
και καθώς τελικά
βαράω και μια μαλακία να τελειώνουμε για σήμερα
βλέπω, στο αδύνατο να πέσει -μια που δεν ευχαριστήθηκε χωρίς συναίσθημα το πουλάκι μου- πουλί μου
εσένα να γελάς από μακρυά
μνησίκακα
να μου σκίζεις τα φυλλοκάρδια, πάλι
και πάλι (και πάλι)
άκαρδη,
σκληρόκαρδη,
γιατί είσαι, έτσι; - άλλο τώρα πώς φέρομαι εγώ
βλέπω λοιπόν,
βλέπω λέω, τελικά
κατάματα τον εαυτό μου,
σαν αυτό που πραγματικά είμαι:
ένας απλός
τυπικός
μικρούλης
παπάρας. :)

(κάνε γεια στο θείο!)





(ο δεύτερος και τρίτος στίχος είναι από το «Τρανζίστορ» του Μ. Σαχτούρη)

*Ο τίτλος είναι από παραδοσιακό Βλάχικο του Μετσόβου που αγνοώ το νόημά του, όποιος έχει καμιά ιδέα ας μου πει. Ακούστε το από δω. Ωραία εκτέλεσις.
.......

16/6/10

Ένα όνειρο που το είδα χτες

Σε μια θάλασσα το βράδυ σκαρφαλωμένος σε δυο πανύψηλα πλαίσια ορθογώνια σιδερένια που τα έβρεχε από χαμηλά το κύμα και πέφτοντας στη θάλασσα τα γκρέμιζα κι αυτά με το βάρος μου, που ήταν και ο σκοπός της παράξενης διαδικασίας. Ένας γκριζομάλλης μεσήλικας κατηύθυνε από πιο μέσα από το άκρο και μας κοιτούσε με αινιγματικό χαμόγελο που σήμαινε διάφορα μπορεί όμως ίσως και γνώση. Γκρέμιζα τα σίδερα με τινάγματα των ποδιών και πέφταμε όλοι μαζί στο βυθό ανάκατα άτομα δύο-τρία, άντρες, γυναίκες όμορφες με σγουρά μαλλιά που ισορροπούσαν ως τώρα πανω στην κόχη μέσα σε αφρούς πέτρες και μπάρες που ενώ εγώ που φοβάμαι τη μαύρη τη θάλασσα ανέβαινα πάνω τελικά πιο άνετα από ποτέ. Σε λίγο επαναλάμβανα τη διαδικασία και κινήσεις με σοβαρότητα σπρώχνοντας σίδερα που γκρεμίζονταν ακόμα πιο δύσκολα που όμως κι αυτά τελικά έφευγαν γλιστρώντας και ανεβαινα και πάλι στην κορυφή ξανά γιατί και ξανά τα είχα καταφέρει εγώ μόνος μου παραδόξως. Αλλά κι οι άλλοι ακολούθαγαν. Ξυπνάω καθώς βλέπω να ανεβαίνω από τον μαυροπράσινο πυθμένα προς την επιφάνεια κοιτώντας ψηλά το θαμπό φως που ερχόταν από πάνω μου και που τρυπούσε το νερό σαν δέσμη αμυδρή στο χρώμα λευκή από ακτίνες.
.......

6/6/10

χτες βραδυ

χτες βραδυ
ντραπηκα για μενα
κοιταξα στον καθρεφτη εμενα
τα ματια ηταν παραξενα
εκαιγε μεσα τους μια αχτιδα
αλλιωτικη
ξαφνιαστηκα με μενα
ειδα σ΄αυτα κατι ως τωρα
ανεκφραστο απο μενα
αγνωστο
να διαπερναει το χρονο το τζαμι
με κοιταξε κι αυτο
εμενα
μεσα απτον καθρεφτη
ηταν ομως μια ωρα δεδομενη
δεν ημουν ο ιδιος ιδιος ιδιος
οπως ειχα αλλοτε υπαρξει
εκλαψα
για μενα
για αυτο που ειδα
για αυτο που καταλαβα
εκλαψα
εφυγα απτον καθρεφτη
εσβησα γρηγορα το φως
βγηκα εξω
εκανε ηδη κρυο
στον κολπο η θαλασσα
βαθια μαινοταν


.......

21/5/10

Τώρα με το δντ (sofita says:(6:41:48 ΜΜ)...)

Τώρα με το δντ
θα βρω μικρότερο σπίτι
θα πηγαίνω (ακόμα πιο πολύ) με τα πόδια
θα αργήσω να ξαναγοράσω ρούχα
(όχι παπούτσια)
θα κόψω τα πολλά τα ‘στιατόρια
τα πολλά τα βιβλία (έτσι κι αλλιώς δεν προλάβαινα)
τα πολλά ταξίδια
δε θα ντρέπομαι άλλο να βρίζω τους αντιπροσώπους
που θα βρίσκω μπροστά μου, δυνατά
με φτυσίματα (δε θα δείρω μάλλον)
θα μαγειρεύω πιο πολύ
αν βρω κήπο θα φυτέψω και πράματα
σκόρδα, ντομάτες, όπως παλιά
θα αφήσω τον υπολογιστή να ωριμάσει μαζί μου
το κινητό να γεράσει μαζί μου
θα προσπαθήσω κι εγώ για το καλύτερο, ντάξει
θα δουλεύω για μένα αλλά και για το σύνολο, σύμφωνοι
κόντρα στους αντιπροσώπους, εννοείται
αλλά μια φορά,
ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,

tous lafedes den proleitia na tous steritho!
.......

12/5/10

3

1.

Θα πάρω έναν κίονα από την Ακρόπολη
θα τον βάλω στη μέση του σπιτιού μου
και θα δέσω γύρω απ’ αυτόν
(με κοντό σχοινί)
τα νεύρα μου
ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ να μην με φτάνουν.
Νισάφι πια



2.

Τον σκύλο τον λένε John
Την γάτα την λένε John
Τον ρινόκερο τον λένε John
Τον ουρακοτάγκο τον λένε John


Την γυναίκα με την πριονωτή κυματομορφή στην μασχάλη την λένε John
Το παιδί σε συμπιεσμένους ήλιους τον λένε John
Τον άντρα ξερατό και καμμένο λάστιχο τον λένε John
Το κορίτσι όνειδος την λένε John


Την κουρτίνα την λένε John
Τον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα τον λένε John
Την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα την λένε John
Τo πιστόλι που άνοιξε την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα το λένε John


Το σαπισμένο συκώτι το λένε John
Τον τρικερατώψ τον λένε John
Την στάση εκ του ισχύως την λένε John
Ένα κανάλι στην Αγγλία το λένε BBC





3.

- Καλά εσύ ομοίασες με φιλάνθρωπο. Ψέμματα;

- Ξεπροβιαλίνω ακραγάτι
περστίνιο φχιονολιπίσκο δάρντι

Ιτρονεβές ρεπ τρακενικ
Όπλεκ ανίκ κραβομπανίκ

Όπρουκ σόκουρ ντουλερέν
Όπρεκ σεκέν ντρε φελερέν

Ασβέκ κινουχιαβόλι σμάκα
Όφκεξ ναρτιλαμάκα άνκα

Κιμπούκαπ άπες σουκάρεν
Φχίχεν εφάκα ον εκδζάνεν

Επακασουκολινιξιέρτι
Πρασκοβουλέντρι θέντι μέρτι

- Μια ζωή μαλάκας.
.......

6/5/10

Το Χρονικό

Απόσπασμα από «Το Χρονικό» του Τάκη Σινόπουλου, εκδ. Κέδρος 1975.


Επιλογή λέξεων, ήχος: χζ

.......

24/4/10

ΠΩΣ

Πώς ανταλλάσσεται η κατασκευή
με το αίμα
πώς η θάλασσα υπάρχει
δίχως τον ουρανό
πώς στον καθρέφτη κοιτάς
φίλε μου
γράφοντας με το στυλό σου
πώς να 'ρθεις δίπλα μου κοντά μου
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.

******

Πώς γίνεται να σε αγγίζω
ενώ έξω ζητάνε φωτιά
πώς να φιλώ το δέρμα σου
ενώ αύριο φεύγεις
να πίνω να κλαίω να τρεκλίζω
ενώ σκιές ορίζουν το αύριο
πώς να σε σκέφτομαι - ποτάμι οι λέξεις
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.

******

Μα θα κρατήσω
την ώρα κλειδωμένη εγώ,
ως μόνος χρονοκράτωρ.
Σε αντάλλαγμα, θέλω τη
ζέστη σου.
Θα έρθεις
θα με αγγίξεις
θα με κρατήσεις σφιχτά στη λαβή σου
θα με παγιδεύσεις μέσα στο σώμα σου
θα μου μιλήσεις με λόγια ήμερα
κι εγώ για λίγο θα ξεχάσω
πως εσύ πια οριστικά
ανήκεις αλλού.

.......

11/4/10

Ο Βράχος, εμείς μέσα Του

Σαν τουφεκιά από τα δύο μέτρα.
Κάθε φορά η ώρα της αλλαγής τσακίζεται
πνίγεται στα αίματα.
Η εικόνα πέφτει συντρίβεται στην πραγματικότητα -
τα πόδια τρέχουν τα χείλη φωνάζουν
το αίμα κυλάει.
Απ΄το χέρι απ΄το πόδι. Απ΄το κεφάλι.
Απ΄το δέντρο απ΄το χορτάρι από το χώμα.
Αδελφέ Δάσκαλε Θάνατε
δώσε τις εντολές Σου, χάρισε τις επιταγές Σου,
δείξε το σκληρό Σου δρόμο.
Υποδεχτείτε Τον.
Αφήστε Τον να έρθει να ορίσει
να στολίσει τη χυδαία χαμερπή ποταπότητά μας
να νοηματοδοτήσει να διατάξει Αυτός
ποιοι θα φύγουν ποιοι θα μείνουν,
εσύ, εγώ, ο διπλανός μου, δεν έχει σημασία - το ίδιο
τυχαίες μονάδες ενός τυχαίου συνόλου - είναι το ίδιο.
Μη φοβάστε
το αίμα που κυλάει, το αίμα που τρέχει
μην κρίνετε
είναι ανώτερό μας, είναι μείζον μας
είμαστε εμείς οι ελάσσονες
αφήστε να γεμίσει τους μυς, να δροσίσει το κορμί
να βάψει τα δάχτυλα
αφήστε να τρίξουν οι πέτρες να τρίξουν τα δόντια
να λάμψουν τα πρόσωπα
αφήστε προπαντώς τα χτυπήματα,
αυτή τη μονότονη πηχτή μουσική
- πρέπει μόνο να δίνουμε και να παίρνουμε δυνατά χτυπήματα.
.......

31/3/10

ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ

Που πας θηρίο
Θηρίο με τα ματωμένα δόντια

Εσύ που κάποτε έμοιαζες με τον φόβο
Και τώρα γραφικό
Θηρίο
Στέκεσαι στην αμμουδιά
Πίσω σου
Η εξαγριωμένη θάλασσα
Κι ολόγυρά σου
Ο κοκκινισμένος ουρανός
Μ’ αυτό το βλέμμα που έσπερνε φόβο
Τώρα βλέμμα ξεγραμμένου ηδονοβλεψία ανθρώπινων πόνων

Ποιος σου υποσχέθηκε αίμα και κοντάρια
Και λαγήνι
Λέγε ποιος

Κι εσύ έτρεξες να πιείς το αίμα
Να σπάσεις τα κοντάρια
Να γκρεμίσεις τα λαγήνια
Κι έμεινες μόνο
Εσύ και το μίσος σου

Να που υπάρχει δικαιοσύνη

Αυτός που χάθηκε παν τρία χρόνια
Βρέθηκε
Και του δώσαμε φαΐ
Και του δώσαμε ρούχα
Και του κλείσαμε την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
Και του στρώσαμε να κοιμηθεί
Του γιατρέψαμε τις εκδορές του φόβου και της καχυποψίας
Κι απ’ τη χαρά του γύριζε στους δρόμους κι έπεφτε στις λάσπες

Να φύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια

.......

25/3/10

25η Μαρτίου: να σου πω μια ιστορία

Οι έρημοι Σουλιώτες εχαθήκαν
Οι έρημοι Σουλιώτες δεν υπάρχουν πια

Μπερδεύτηκαν με τς άλλους της Ελλάδας
Και πάψαν να μιλούν αλβανικά

Για τέσσερις αιώνες σκαλωμένοι
σε βράχους πάνω σε άγρια βουνά

Eζούσανε με πρόβατα και μ' όπλα
δανείζαν τόκους χάριζαν κλεψιά

Πολέμαγαν τη νύχτα σαν τους ίσκιους
με λάσπες στα ντουφέκια στα μαλλιά

Μακελαραίους τς έλεγαν οι Τούρκοι
κι οι όμοιοι που πιστεύαν τον Αλλάχ

Με ξουρισμένα μέτωπα, κροτάφους
τη βρώμικη την κάπα από αρνιά

Απ' τα βουνά τους βγαίναν για να κλέψουν
Ρωμαίο Αλβανό Τούρκο ραγιά

Στα σπίτια τους είχαν χοντρούς τροχάλους
να μην τους βρει σουλιώτικη ριξιά

Κι αυτοί Ρωμέοι είχαν γενεί στην πίστη
μα σκότωναν μη χάνοντας καμιά

Τη φάρα τους πιστεύαν πάνω απ' όλα
κι αυτή τους εξεκλήρισε σιγά

Σκοτώθηκε ο ένας με τον άλλον
μ' άδειο ντουφέκι, μπάλα δανεικιά

Εμείναν οι φτωχοί απά στους βράχους
οι πλούσιοι αγαπήσαν τον πασά

Μα κι ως το τέλος δεν τους διώξαν όπλα
μα αρματολίκια, στρατηγίες, πουγγιά

Στο Μισολόγγι πήγαν με τους άλλους
σηκώσανε σημαία Ελληνικιά

Πολέμαγαν πιο ατρόμητα απ' όλους
μα με το μάτι πάντα στα φλουριά

Αγάπησαν το Γένος την Πατρίδα
σαν να 'τανε δικιά τους φαμελιά

Μα πόλεμο, τον πόλεμο αγαπούσαν
να μην ζουν σαν το δούλο, το ραγιά

.......

12/3/10

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. SCHWITTERS

Πολύ συχνά μου έρχονται στη μνήμη τα ποιήματα του Schwitters και προπάντων η απαγγελία του. Τότε είναι που τα μπερδεύω τελείως. Χάνω τον έλεγχο του δρόμου και το σώμα μου κινείται αυτόματα σε παράξενους σχηματισμούς. Άλλες φορές σχηματίζω νοητά τετράγωνα και τρίγωνα ή ομόκεντρους κύκλους με την κίνηση του σώματος κι άλλες φορές προχωρώ ακατάληπτα ατέλειωτες ευθείες σε ξέφρενους ρυθμούς. Αυτό συμβαίνει όσο κρατάει η επήρεια των ποιημάτων. Τη διάρκεια δεν μπορώ να την υπολογίσω. Έρχονται μόνα τους κάθονται όσο θέλουνε και φεύγουνε ξαφνικά αφήνοντας μου ένα χρονικά ανεπαίσθητο κενό ικανό όμως να μου προξενήσει ζάλη και να βρεθώ οριζόντιος στην άσφαλτο. Το παράξενο είναι ότι μετά την επήρεια δεν θυμάμαι τίποτα από τις πράξεις μου λες κι είχα ακατάληπτες παραισθήσεις ή τρία λίτρα αλκοόλ στο στομάχι μου. Τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Τα ίδια τα ποιήματα με έφερναν σ’ αυτήν την κατάσταση. Τί να κρύβανε άραγε οι φαινομενικά ανόητες λέξεις των ποιημάτων. Μήπως απελευθερώνανε την πιο ενστικτώδικη κίνηση του κορμιού; Μήπως κάποιο άλυτο μαθηματικό μυστήριο χαμένο στα βάθη της λογικής εκεί στα σύνορα με το ένστικτο και το συναίσθημα; Δεν το γνωρίζω. Πολλές φορές κοίταξα να βρω μια λύση αλλά δεν μπόρεσα κι εκεί που έψαχνα πάντα, τον μυριζόμουν από μακριά, να σου κι ερχόταν αργά αργά με την αλαζονεία του νικητή ο κατακτητικός στρατός των λέξεων του Kurt Schwitters. Είναι σαν να μην με αφήνει να βρω τη λύση, είναι σαν να μην με αφήνει να ξεφύγω, είναι σαν να λειτουργεί, ο συρφετός, χρησιμοποιώντας τη λογική κι ακόμα χειρότερα είναι σαν να τρέφεται και να παρακολουθεί τη δική μου λογική. Οι άνθρωποι σίγουρα θα με λένε τρελό όταν για παράδειγμα μπαίνω στα καταστήματα τους και τα διασχίζω με νοητά εξάγωνα (ή ότι άλλο, λες και θυμάμαι), όταν περπατώ στους δρόμους αργά και με τα πόδια μου να φτάνουν όσο πιο ψηλά μπορούν, όταν τραγουδώ αυτά τα ποιήματα με δύναμη και θεατρικότητα στις στέγες των εκκλησιών και των λεωφορείων, όταν τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ σηκώνοντας τα χέρια και ουρλιάζω θριαμβευτικά «ούλτα-έ», όταν βήχω επιδεικτικά μπροστά στα μούτρα σκυλιών και γατιών κι όταν μπουσουλάω μέσα σε περίπτερα και τουαλέτες καφενείων μην αφήνοντας κανέναν να πλησιάσει απευθυνόμενος σ’ αυτούς με το πρόσταγμα «ΓΑΒ». Σίγουρα. Κι εγώ αυτά θα έλεγα για κάποιον άλλο. Πόσες φορές δεν αναζήτησα την ισορροπία στη λογική. Να ξέρω που πατάω να ξέρω τι θα πω. Να κοντρολάρω το σώμα μου απόλυτα. Να χαϊδεύω τα σκυλάκια κι όχι να τους βήχω να φλερτάρω με ωραίες γυναίκες με στρατηγική κι υπομονή, να προγραμματίζω χωρίς φόβο και να νιώθω κυρίαρχος του εαυτού μου. Κι άλλες πολλές, πραγματικά πολλές φορές, να πνίγομαι απ’ την ηδονή του ακατάληπτου, να συνεπαίρνομαι απόλυτα από τον κύριο Schwitters. Να ζω σε ένα ασταμάτητο μεθύσι αυτοματισμών, πιθανοτήτων κίνησης, συνδυασμών και αυθόρμητων δημιουργιών μαθηματικών σχεδιασμών και εκφράσεων. Όμως αυτό που με δυσκολεύει πιο πολύ κι από τις δύο καταστάσεις είναι η εναλλαγή τους και η κατανόηση του προβλήματος. Ίσως να φταίει που κι ο ντανταϊστής Kurt στην προσπάθειά του να σοκάρει την κοινωνία της εποχής χρησιμοποίησε πολύ τη λογική για να δημιουργήσει το παράλογο του, ίσως να φταίνε οι κοινωνικές νευρώσεις, ίσως…
Έρχονται, φεύγω
.......

28/2/10

Θραύσμα #2: [ο Αυτόχειρας της κοινωνίας*]



μερικές πρωταρχικές αποκαλύψεις
που ετοιμαζόταν να κάνει
η κοινωνία συνωμοτώντας
σε όλη του τη ζωή του έκαψαν
αδικίας τέλος

και καλλιεργείται σε όλη τη γη καθημερινά
κάποια νύχτα εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
είναι αρκετά δυνατή - και δεν πρόκειται για μια εικόνα,
αλλά μία τάξη εξoλoκλήρου βασισμένη στην εκπλήρωση
δεν ήταν τρελός

για να ξεχάσει τα τερατώδη γεγονότα
για να ξεχάσει τα τερατώδη γεγονότα
δεν ήταν τρελός

βρωμερής περιφρόνησης ηθελημένης ατιμίας φανερής υποκρισίας
την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
η κοινωνία συνωμοτώντας τον εαυτό της
να τον κάνει να ξεχάσει

γιατί δεν πρόκειται για μια εικόνα αλλά
να τον κάνει να ξεχάσει την επίδραση αυτού του χτυπήματος,
να αποκαλύψει γεγονότα που κάτω από
δεν ήταν τρελός
σε όλη του τη ζωή του έκαψαν

σ΄έναν κόσμο που τρώει καθημερινά
έγινε ο άνθρωπος αφύσικος
έγινε ο άνθρωπος αφύσικος

η παρούσα ζωή διατηρείται σ΄αυτή την παλιά -
εκτός του ότι κατηγορήθηκε τον χτύπησαν
τον βάρεσαν κυριολεκτικά στο κεφάλι
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
εφηύρε την ψυχιατρική για να υπερασπίσει
αδικίας τέλος

κάτι δεν πάει καλά γιατί δε μπορούμε να μιλάμε
και καλλιεργείται σ΄όλη τη γη καθημερινά
την ενοχλούσαν στη συνείδησή της
την ενοχλούσαν στη συνείδησή της
κάποια νύχτα κατηγορήθηκε πως ήταν

γιατί δε μπορούμε να μιλάμε
απ΄τις αναζητήσεις μερικών φωτεινών προσωπικοτήτων
βρωμερής περιφρόνησης μιας πρωτόγονης
και δεν πρόκειται για μια
αλλά αποκαλύψεις που ετοιμαζόταν να κάνει
αλλά ο κόσμος αυτός,
απ΄τις αναζητήσεις μερικών φωτεινών προσωπικοτήτων

δεν ήταν τρελός
δεν ήταν τρελός




(* διασκευή σε μορφή ποιήματος πάνω σε μερικές σελίδες από το ομώνυμο έργο του Αντονέν Αρτώ)

.......

19/2/10

One Night of Love

---Κατεβάστε το ποίημα από εδώ. Είναι αναρτημένο με σύνδεσμο γιατί συγκεκριμένη μορφοποίηση στο μπλογκ δε μπορώ να πετύχω.---


.......

11/2/10

Αφορισμοί

Όταν το άλλο πρωί ξυπνάς μετά από πολύνεκρο αφιέρωμα στο Στελάρα και το πρώτο που κάνεις είναι να ψάχνεις στον Παγκόσμιο Ιστό τα «Παράνομα φιλιά», καταλαβαίνεις οτι μάλλον κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή σου.


*****


Όταν σε μια πόλη συναντάς δυο φορές σε μια ώρα ένα άγνωστο πρόσωπο στο δρόμο σκέφτεσαι πως η πόλη αυτή έχει πιθανώς κάτι να σου μάθει.


*****


(με τον τρόπο του χ.ζ.)
Όπου και να ταξιδέψω ο μαλακισμένος άνθρωπος με πληγώνει.


*****


Millenium - 2009: ποτέ ο ύπνος δεν ήταν πιο δύσκολος.


*****


Πρωινό κάποιου μήνα, κάποιου έτους, σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη:
«βγάλε λίγο ήλιο γαμώ το σπίτι σου...»


*****


.......

2/2/10

0

βαρα
μπασταρδε
βαρα γερα
να κοψει
να σκισει
στα δυο
να τελειωσω
χαμηλα
σε κοιταει
σε τρυπαει μαυρο ματι
ριξε τωρα
που ειναι
αλλα αν
αλλα αν δεν
διστασες
τοτε αργα
τοτε σηκωνομαι
γελια με σαλια πανω σου
δες το ματι μου καρφι στο μυαλο σου
σε τρυπησε βγηκε απο την αλλη
κοιταει στο μηδεν
καταλαβες
μηδεν κι ειμαι
στη ριχνω φιλε
φατην
ετσι ειναι η ζωη
γλιστρας
μηδεν εσυ
μηδεν εγω
καταλαβες
μηδεν φιλε
η αφαιρεση
μοναχα
αργει
φιλε



.......

24/1/10

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Σ’ ένα θεό ετάχτηκα θυσία να του κάνω
Αργά αργά ξεκίνησα και μ’ έπιασε η νύχτα
Στο δρόμο όπου βρέθηκα μόνος να περπατήσω
Δεν έτυχε ποτέ ξανά μονάχος να περάσω
Κι έχει και κρύο κι ο αχός θολός θολός μου βγαίνει
Καχύποπτο το βήμα μου εχθροί είναι τριγύρω
Τρείς ύαινες μ’ ακολουθούν τα χνώτα μου μυρίζουν
Βαδίζω αδιάφορα τα μάτια τρεμοπαίζουν
Αριστερά και δεξιά
Δίχως του κεφαλιού να φαίνεται μια κίνηση
Αθόρυβα οι ύαινες κοντά μου πλησιάζουν
Στρέφομαι προς το μέρος τους για λίγο πίσω κάνουν
Ορμώ ορμώ και χύνομαι, την πρώτη αγκαλιάζω
Τα δόντια μου στη σάρκα της βαθιά μέσα βουλιάζω
Κρατώντας τα δυο πόδια της που παν να ξεγλιστρήσουν
Μα η ψυχή σιγά σιγά το μονοπάτι βρίσκει
Και βγαίνει από του θεριού, τη σάρκα μες στο αίμα
Τότε τα δύο πόδια της άλλο δεν την κρατούνε
Και το κορμί με θόρυβο πάνω στο χώμα πέφτει
Το τελευταίο βογγητό επιθανάτιος ρόγχος
Υπόκωφος
Σηκώνομαι, το χέρι μου αμέσως κοκκινίζει
Καθώς από τα χείλη μου θεριού ξερνώ το αίμα
Το φτύνω μες στη χούφτα μου κι όλο το πασαλείφω
Στο πρόσωπο και στα μαλλιά και στ’ ακροδάκτυλά μου
Κλείνω τα μάτια κι ήσυχα την προσευχή μου κάνω
Σ’ ένα θεό, φονιά θεό, που μ’ έχει τιμωρό του
Το χέρι μου είναι χέρι του το μίσος ειν’ δικό του
Ακούραστα την κυνηγώ τη δεύτερη στο δάσος
Πριν να βραδιάσει ήτανε η μισή μες στην κοιλιά μου
Και ύστερα ξαπόστασα κι έπιασα το τραγούδι
Καθώς πάνω μου μπλέχτηκε από ζώα δυο το αίμα
Κι από την ώρα την πολλή άρχισε να ξεραίνει
Στο δέρμα μου το πιο πολύ στο πρόσωπό μου απάνω
Εκεί τα μάτια έκλεισα ο ύπνος να με πάρει
Την άλλη μέρα το πρωί κινώ να βρω την τρίτη
Η μέρα ήταν πιο ζεστή μα οι φυλλωσιές των δέντρων
Εκάνανε το βήμα μου πιο εύκολο να γίνει
Βρίσκω την τρίτη ατάραχη στα μάτια με κοιτάει
Σε μια κουφάλα κάθεται κι αρχίζει και μιλεί μου
Τα λόγια καταλάβαινα τα λόγια της μου λέγαν
«Μάθε ποιος είσαι κι ύστερα διάλεξε τους εχθρούς σου»
Το βλέμμα μου επιθετικό τα χείλη μου σφιγμένα
Εκείνη ήταν ακίνητη ψυχρή και ξαπλωμένη
Τα μάτια της τα μάτια μου φαίνετ’ αναζητούσαν
Μα ούτε στιγμή δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου
Τα λόγια αυτά που άκουσα τι άραγε σημαίναν
Κι ακόμα πώς το μπόρεσα λόγια να καταλάβω
Ύαινας λόγια που θεριά δεν τα καταλαβαίνουν
Απάνω της εχίμηξα
Με τα δικά μου κοφτερά τα δόντια και τα νύχια
Την έσφαξα τα μούτρα μου έχωσα στην κοιλιά της
Εκεί λοιπόν που τ’ άψυχο το σώμα της κειτούσε
Πρώτη φορά το πρόσεξα τα νύχια της πως μοιάζουν
Τα νύχια της τα χρώματα με τα δικά μου μοιάζουν
Κι έτρεξα λίγο παρεκεί που ήταν ένα ρυάκι
Να δω ήθελα αν το πρόσωπο που ολ’ αυτά σας λέει
Αν ύαινας είναι πρόσωπο
Το ρυάκι όμως ήτανε καιρό πια στερεμένο
Γιατί μήνες δεν έβρεξε στο ξεχασμένο δάσος
Με προσευχές προς τους θεούς που λίγοι τις γνωρίζουν
Να ξεδιψάσουν τα θεριά, ζητούσα, απ’ το ρυάκι
Τρείς μέρες προσευχόμουνα την τέταρτη το χάραμα
Ακούστηκε ένας θόρυβος μ’ όρμητικό να μοιάζει
Νερό που με ταχύτητα τ’ αυλάκι κατεβαίνει
Νερό πολύ, ξεχείλισε το δάσος να το πνίξει
Λίγο σαν ήρθε στην αρχή πρόλαβα να κοιτάξω
Πριν έρθει το ορμητικό νερό για να με πνίξει
Θυσία να γίνω σε θεό φονιά και ξεχασμένο
Κι είδα πως ήμουν ύαινα όμοια με τις άλλες
Τότε μόνο κατάλαβα τα λόγια τι σημαίναν


.......

21/1/10

Από την Αθήνα θα παν στο Βερολίνο.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Άμστερνταμ.
Από Ξάνθη, Δράμα, Αλεξανδρούπολη θα πάνε Θεσσαλονίκη.
Από το Βόλο θα παν στην Αθήνα.
Από το Καστέλι στα Χανιά.
Από τη Ζίτσα στα Γιάννενα.
Απ΄ το Χλωμό στην Κέρκυρα.
Απ΄το Παρθένι στην Τρίπολη.


Και οι ραχούλες μοναχές κι οι κρυοβρύσες μόνες




.......

13/1/10

ΘΡΑΥΣΜΑ #1: [αιολική ενέργεια + άνθρωποι]


Στο βουνό

δήμαρχος από τ

ωριά, Μεσαύλια


θα καταστρέψουν

ως δασικ

που τους θεσπίζουν.


- δικές σας δράσεις;


έψει την Εταιρεία!

άνθρωποι μεγάλης ηλικ

φερα και γλίτωσα...


ορεινών όγκων,

ξέλεγκτα δρομους.


γιγάντια δέντ

για νότια

σιωπηλά τόσα χρόνια...


Στα χέρια μας έν

εριοχή ενώ ή και στη δύναμη

με τα μάτια μας!


«ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΖΩ ΚΑΙ ΔΕ ΣΑΣ


...Οι θεωρούν κ

κάθε άλλο παρθέν

γχουν την παραγωγή.


είχαν τοσ χωρίς

νομαρχία και να κλείσουν γι αυτ

ούς παράδες...


στη μεγαλύτερη πόλη τ

νεται το νερό, αύριο δεν θ


- ΜΑΚΑΡΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡ




(Το υλικό για το «θραύσμα #1» αντλήθηκε από εφημερίδα)


.......

27/12/09

Από την Τορπίλα με αγάπη κι ευκές

Βγάλαμε βιβλιαράκι με τα κείμενά μας στολισμένο και με σκιτσάκια δικά μας. Από τις εκδόσεις Φωτοκόπια, που τις έχουμε και τις διαχειριζόμαστε εμείς. Μπορείτε να το προμηθευτείτε αν στείλετε στοιχεία διεύθυνσης στο tibanator@hotmail.com ή μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

Κι αυτό επειδή εμείς στην Τορπίλα πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός δε σταματάει όταν κοπεί το Ίντερνετ (άλλωστε πρώτα ήρθαν οι εκδόσεις Φωτοκόπια και μετά το ιστολόγιο). Γιαυτό προτείνουμε να το κατεβάσετε και να το εκτυπώσετε να το έχετε και μελλοντικώς. Η τελευταία σελίδα του έτσι κι αλλιώς, θα σας πείσει.

Ως τώρα από τις εκδόσεις Φωτοκόπια έχουμε βγάλει άλλα δυο βιβλιαράκια, που μπορείτε να τα προμηθευτείτε κι αυτά ταχυδρομικά. Ψηφιακά τα δυο τελευταία, δεν υπάρχουν.
Καλή χρονιά λοιπόν και χρόνια πολλά όπως λένε...

χ.ζ. - c.c.


ΥΓ: Γράφτε σχόλια αν δε δουλεύει καλά το λινκ να ξέρουμε.


.......