Έχω μια θεωρία.
Και να που η αξιοπρέπεια συγκρούεται τελικά με το πάθος, το ανθρώπινο.
Και να που τοποθετείται - για πρώτη φορά- στο κατάλληλο-ζυγισμένο πλαίσιό της.
Γιατί την ώρα που εγώ κάνω ό,τι κάνω κι εσύ με παρακαλείς να συνεχίσω, ο ορίζοντάς σου έχει κάπως διευρυνθεί, γιατί σε λίγο που θα παρακαλάω εγώ θα έχω μεταμορφωθεί σε κάτι υψηλότερο - δεν δέχομαι - αποκλείω τη λέξη χαμηλότερο.
Πάθος φυσικό εναντίον λεγόμενης αξιοπρέπειας.
Αξιοπρέπεια μαζί με το θείο.
Άνθρωπος εναντίον θείου λόγου, ως (φυσικά) εκ των πραγμάτων.
Άνθρωπος κάτω από όμορφα (ή άσχημα) ρούχα.
Όμορφα ρούχα εχθρικά: σε ραγάδες, πεσμένα στήθη, στραβά δόντια,
στην ελευθερία μέσω του σώματος αυτού, έστω, αν θες, του θεϊκού.
Ζωή κόντρα στο τίποτα, πίεση πίεση πίεση
-και βέβαια εδώ ανατέλλει ο δημιουργός.
Και τι σημασία το α΄ ή β΄ παρελθόν, η ζωή είναι τώρα
και είναι αδύνατον να το κρύψεις.
Ίσως και να σωθείς, ίσως πληρώσεις με ένα διάμεσο τα χρωστούμενα αυτού και του άλλου και του άλλου μήνα, μιας ζωής λιγότερο ή περισσότερο διαλεγμένης - ούτε μην το ψάχνεις τώρα- και γιατί φυσικά να το κατονομάσεις.
Εσείς απλά μη γίνεστε αυτό που σας έχουν προγραμματίσει να γίνεστε.
Όχι μόνο οι δυαδικοί υπολογιστές, όχι μόνο οι κύριοι
στα οβάλ γυαλιστερά τραπέζια τους.
Όχι μόνο η ιλιγγιώδης πληροφορία που μας βρίσκει στο ψαχνό
με κάθε γουλιά του καφέ μας.
Οι αιώνες οι φανταστικοί πριν από σένα και μένα δεν είναι καθόλου αθώοι, σε χαϊδεύουν στον αστράγαλο σαν όταν περπατάς σε έλος.
Άκου την παλιά μουσική, φτιάξε τη νέα, και δε μιλάω σε κανέναν
αυτή τη στιγμή, παρά στο δικό μου το χέρι εδώ τώρα που γράφει.
Σεβασμός, κόντρα στην υποταγή.
Αξιοπρέπεια, κόντρα στο σεβασμό.
Υποταγή, κόντρα στο πάθος, το ανθρώπινο.
Πρέπει στο δρόμο αυτό να προσέχεις τα λόγια σου,
τον τρόπο σου, το ύφος το δικό σου.
Μπορεί και να πληγώσεις κάποιον με τους αγροίκους τρόπους σου
φίλε μου, και ξέρω καλά ότι δεν το θες.
Σε αυτό το παιχνίδι είναι οι σκληροί τόσο πιο ευαίσθητοι,
οι υπερβολικοί τόσο πιο κουρασμένοι.
Ας το αρνηθεί αυτό έστω κι ένας.
Ένας ας μιλήσει ανοιχτά για αξιοπρέπεια.
.......
16/9/10
6/9/10
ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΠΡΟΟΠΤΟ ΤΕΛΟΣ
Μια μέρα ο Ευριπίδης καθόταν μπροστά στην οθόνη του καινούριου του υπολογιστή τον οποίο με πολύ κόπο κατάφερε να αγοράσει.[υπόσχεση των γονιών του αν έφερνε καλούς βαθμούς στο σπίτι. Το δικό του κι όχι του γείτονα όπως νόμισε αρχικά ο Ευριπίδης. Τελικά μετά από διαβουλεύσεις η παρεξήγηση λύθηκε με κάποιες κακές συνέπειες(εγκλεισμός του πατέρα του σε ψυχιατρείο όπου τον πέρασαν για χελώνα και τον έστειλαν σε ενυδρείο «μα ναι, προφανώς πρόκειται περί σπανίου είδους χελώνας» είπαν οι ειδικοί)].
Ο ορφανός πια Ευριπίδης(αφού ο πατέρας του πνίγηκε) έπαιζε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι γύρω στις δέκα ώρες κι έτσι δεν ήταν πια ενδιαφέρον. Αίφνης εκεί όπου είχε αποκοιμηθεί ένας θόρυβος τον ξύπνησε. Υψώνει το κεφάλι του και τι να δει; Τίποτα. Ανοίγει τα φώτα και τι να δει; Ο υπολογιστής είχε χαλάσει.
Κάλεσε έναν φίλο του να του πει. Να του πει τι να κάνει δηλ. μιας κι αυτός τα έχασε. Ο φίλος του είναι ένα είδος μαλλιαρού ανθρώπου με τέσσερα πόδια(άλλοι τον λένε σκύλο).
Αυτός του είπε λοιπόν να καλέσει τον καλύτερο μηχανικό γι’ αυτές τις καταστάσεις.
Μετά από 3 δευτερόλεπτα ήρθε ο μηχανικός αλλά οι δύο φίλοι τον έδιωξαν με την αιτιολογία ότι δεν τον είχαν ειδοποιήσει ακόμη. Αφού τον έδιωξαν τον πήρανε τηλέφωνο αλλά μιλούσε. Τελικά μετά από μια ώρα κατάφεραν να επικοινωνήσουν. Μετά το τρίμηνο τον ξαναπήραν τηλέφωνο. Μετά το δεύτερο τηλεφώνημα πέρασαν δυο χρόνια. Ύστερα τον ξαναπήραν. «βάλτε με στο πενταετές πλάνο» είπε. Αφού έγιναν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην Σαουδική Αραβία, τότε ο μηχανικός εμφανίστηκε.
Άρχισε να βγάζει πολύ μικρά εξαρτήματα του υπολογιστή λέγοντας στους δύο φίλους ποιο είναι το καθένα και τοποθετούσε τα χέρια του πάντα στις κατάλληλες θέσεις. Ήταν εντυπωσιακός ως προς την τεχνική του κατάρτιση και την επιστημονική του γνώση. Όσο για το μυαλό του τι να πει κανείς.(η διαύγειά του ήταν μοναδική).
Μέσα σ’ αυτήν την τεχνολογική θύελλα κι ενώ ο μηχανικός είχε φτάσει στην άκρη του νήματος, ξαφνικά σταμάτησε. Κοιτούσε σαν υπνωτισμένος και σιγοψιθύριζε σαν προσευχή.
-μα γιατί σταμάτησες;(ρώτησε ο μαλλιαρός τύπος)
-φέρε μου ένα σκόρδο κι ένα ματσάκι δυόσμο και κλείσε τα φώτα.
Αφού ικανοποιήθηκε ο μηχανικός άρχισε να χορεύει γύρω από τον υπολογιστή έναν χορό ο οποίος ξεκινούσε αργά κι ανέβαζε σιγά σιγά ταχύτητα ώσπου έφτασε στην έκσταση. Δεν του έφτανε αυτό του κυρίου ούρλιαζε κιόλας.
Μετά από δύο λεπτά σταμάτησε, ετοίμασε την βαλίτσα του κι έφυγε λέγοντας πως ο χορός αυτός είναι αρχαία επίκληση στους θεούς της ευημερίας και της γεωργίας.
Ο υπολογιστής παρέμεινε διαλυμένος και δεν καταδέχτηκε να βελτιωθεί από μόνος του. Όμως ο χορός του μηχανικού δεν πήγε στο κενό αφού την άλλη μέρα έβρεξε.
ΑΠΡΟΟΠΤΟ ΤΕΛΟΣ: -Πάνω πίνουν πανανάνα ο Πλεπλέξης Πλεκουράει.
Το συντριβάνι κάνει πλατς-πλουτς και ΟΥΛΤΑ-ΕΕ
-Αυτά είναι μωρέ,Φ-Α-Ι-Ν-Ο-Μ-Ε-Ν-Α
.......
Ο ορφανός πια Ευριπίδης(αφού ο πατέρας του πνίγηκε) έπαιζε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι γύρω στις δέκα ώρες κι έτσι δεν ήταν πια ενδιαφέρον. Αίφνης εκεί όπου είχε αποκοιμηθεί ένας θόρυβος τον ξύπνησε. Υψώνει το κεφάλι του και τι να δει; Τίποτα. Ανοίγει τα φώτα και τι να δει; Ο υπολογιστής είχε χαλάσει.
Κάλεσε έναν φίλο του να του πει. Να του πει τι να κάνει δηλ. μιας κι αυτός τα έχασε. Ο φίλος του είναι ένα είδος μαλλιαρού ανθρώπου με τέσσερα πόδια(άλλοι τον λένε σκύλο).
Αυτός του είπε λοιπόν να καλέσει τον καλύτερο μηχανικό γι’ αυτές τις καταστάσεις.
Μετά από 3 δευτερόλεπτα ήρθε ο μηχανικός αλλά οι δύο φίλοι τον έδιωξαν με την αιτιολογία ότι δεν τον είχαν ειδοποιήσει ακόμη. Αφού τον έδιωξαν τον πήρανε τηλέφωνο αλλά μιλούσε. Τελικά μετά από μια ώρα κατάφεραν να επικοινωνήσουν. Μετά το τρίμηνο τον ξαναπήραν τηλέφωνο. Μετά το δεύτερο τηλεφώνημα πέρασαν δυο χρόνια. Ύστερα τον ξαναπήραν. «βάλτε με στο πενταετές πλάνο» είπε. Αφού έγιναν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην Σαουδική Αραβία, τότε ο μηχανικός εμφανίστηκε.
Άρχισε να βγάζει πολύ μικρά εξαρτήματα του υπολογιστή λέγοντας στους δύο φίλους ποιο είναι το καθένα και τοποθετούσε τα χέρια του πάντα στις κατάλληλες θέσεις. Ήταν εντυπωσιακός ως προς την τεχνική του κατάρτιση και την επιστημονική του γνώση. Όσο για το μυαλό του τι να πει κανείς.(η διαύγειά του ήταν μοναδική).
Μέσα σ’ αυτήν την τεχνολογική θύελλα κι ενώ ο μηχανικός είχε φτάσει στην άκρη του νήματος, ξαφνικά σταμάτησε. Κοιτούσε σαν υπνωτισμένος και σιγοψιθύριζε σαν προσευχή.
-μα γιατί σταμάτησες;(ρώτησε ο μαλλιαρός τύπος)
-φέρε μου ένα σκόρδο κι ένα ματσάκι δυόσμο και κλείσε τα φώτα.
Αφού ικανοποιήθηκε ο μηχανικός άρχισε να χορεύει γύρω από τον υπολογιστή έναν χορό ο οποίος ξεκινούσε αργά κι ανέβαζε σιγά σιγά ταχύτητα ώσπου έφτασε στην έκσταση. Δεν του έφτανε αυτό του κυρίου ούρλιαζε κιόλας.
Μετά από δύο λεπτά σταμάτησε, ετοίμασε την βαλίτσα του κι έφυγε λέγοντας πως ο χορός αυτός είναι αρχαία επίκληση στους θεούς της ευημερίας και της γεωργίας.
Ο υπολογιστής παρέμεινε διαλυμένος και δεν καταδέχτηκε να βελτιωθεί από μόνος του. Όμως ο χορός του μηχανικού δεν πήγε στο κενό αφού την άλλη μέρα έβρεξε.
ΑΠΡΟΟΠΤΟ ΤΕΛΟΣ: -Πάνω πίνουν πανανάνα ο Πλεπλέξης Πλεκουράει.
Το συντριβάνι κάνει πλατς-πλουτς και ΟΥΛΤΑ-ΕΕ
-Αυτά είναι μωρέ,Φ-Α-Ι-Ν-Ο-Μ-Ε-Ν-Α
.......
26/8/10
Υπόθεσις Λούνα Παρκ, ως και Λούνας, παλαιόθεν γνωρίμης του σκοτεινού ανδρός
Εις γνωστόν λούνα παρκ της πόλεως εβρίσκετο εκεί τυχαίως η παλαιά του συμμαθήτρια Λούνα, ήτοι Σελήνη, κρατώντας εν κόκκινο σελοφάν πλήρες μαλλίου της γραίας. Η παράξενη, έως τρόπον τινά σκοτεινή φιγούρα του ανδρός εστάθη κι εδώ ατάραχη. Αναγνώρισε την φιλικήν ταύτη χειρονομία κι ετοιμάσθη να ακολουθήσει το τυπικό, όπως συνηθίζετο εις αυτά τα μέρη από την εποχή του Κωσταντά του Δ' του Εγκάρδιου. Πιο κείθε επαρατήρουν τα περιστρεφόμενα αλογάκια και αρκούδια λούτρινα νεάνιδες τινές φορώντας βραχιόλια, μακράδια εις τα δαχτύλια των και άλλα πολλά «φο μπιζού» περασμένα έως και εις εκείνων των λαιμών των, μην έχουσαι εκτιμήσει σωστά τα υπέρ και τα κατά της στιγμής ταύτης. Η σκοτεινή μας φιγούρα εγένετο τελικά δεκτή απ' όλους μετ΄επευφημίας και αφθόνους πυροκροτητάς. Ασπασμοί ανταλλάχθησαν. Εγκολπισμοί μοιράσθησαν, όπως και δωρεάν άρτος και σίτος και εκλεκτό νέον κρασί εις όλους. Τι συγκινητική ημέρα. Όλοι έκλαιγαν εις αγκάλαις αλλήλων, πλην ο σκοτεινός μας καβαλλάρης έριξε κατά την εσπέραν φευγαλέα ματιά εις το ορολόγιον του κλιμακοστασίου του σταθμού κι έσπευσε να επιταχύνει την αναχώρησίν του. Είχε τερπεί ακαταπαύστως με τους έως πρότινος συμμαθητάς του, όφειλε όμως ισοδύναμα να συνεχίσει την περιπλάνησίν του εις τας εκβολάς του ποταμού Πηνειού όπως και Ασπρογέρακα, μελετώντας τη χλωρίδα και προσευχόμενος εις τους ξυλίνους θεούς του και Βουντού αφικνούμενα εξ Άφρικας. Αργότερα αυληταί θα εξιστόρουν την άνεσίν του στην καβαλλαρία και την ορθήν του φρόνησιν, πλην όμως αι προσθήκαι αυταί στην διήγησιν ήσαν μεταγενεστέραι. Σημασία έχει μόνον πως παρ' όλη την μη ευνοϊκήν του διάθεσιν το εκλιπών εκείνο απόγευμα, εμοιράσθη με ανθρώπους «δικούς του» λίγη από την ζεστασιά που ευτυχεί ενίοτε ο ταξιδευτής να γεύεται.
(ευχαριστώ τον Carnellio, το γένος Coop, που μου ενέπνευσε με την τελευταία του ανάρτηση το άνωθεν κείμενο) .......
(ευχαριστώ τον Carnellio, το γένος Coop, που μου ενέπνευσε με την τελευταία του ανάρτηση το άνωθεν κείμενο) .......
21/8/10
ΤΑ ΑΡΚΟΥΔΙΑ ΗΤΟ ΛΟΥΤΡΙΝΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
-Όχι να μας φωνάζεις κατ’ αυτόν τον τρόπο κύριε διοικητά λες κι είμαστε ζώα.
Αφού είπε αυτά, ο μισθοφόρος, ο διοικητής του έστριψε την πλάτη. Τότε ο κολλητός του Τζέγκινς Χάν και υπεύθυνος ιματισμού, ένα αλάνι από την Κοκκινιά, τον πλησίασε και τον απείλησε. Του είπε πως δεν πρέπει να μιλάει έτσι στους ανωτέρους του και άλλα θαυμαστά. Αυτό το αλάνι το είχα ακούσει μια φορά να μου λέει.
«Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιους διαόλους και μάκενες. Εγώ να πούμε έχω το σουγιαδάκι μου που λύνει στο πι και φι τα προβλήματά μου. Και πάω που λες μια μέρα στου Γκράνα του νταβά που μου χε κάτι χρωστούμενα και γυρίζει και μου αρχίζει τα μα και μου και πα να βγάλει την μπιστόλα κι εγώ αίλουρος, τραβώ τον σουγιά και τον ξεκαρυδώνω» Ύστερα με κοιτούσε με αυταρέσκεια και χαμογελούσε χωρίς να μιλάει κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. Αυτά έγιναν την μέρα που είχαν συνάντηση ο Μπορίς Βιάν, ο Μπορίς Παστερνάκ , ο Μπορίς Γκοντούνωφ, δύο μέλη του Μπατασσούνα και άλλα δύο της ΕΤΑ. Το σύνολον πέντε. Θα μου πεις εφτά, αλλά πέντε διότι τα δύο μέλη του Μπατασσούνα είναι και μέλη της ΕΤΑ. (τελικά είχες δίκιο δικαστή Γκαρθόν. Αλλά δεν μας είπες, που έπρεπε, για την GAL και για τον Χοσέ Αμέδο. Και δεν μας είπες γι’ αυτούς που άδικα βασανίζατε μετά από κάθε Κάλε Μπορόκα). Σε κείνη την συνάντηση το λοιπόν υπήρχε και μια σκοτεινή φιγούρα που στεκόταν σε μια γωνιά αμίλητος, αμέτοχος στα καθέκαστα. Η συζήτηση είχε πάρει φωτιά μέχρι που το ένα μέλος του Μπατασσούνα πέταξε μολότωφ και τα έκαψε όλα. Πριν απ’ αυτά εγώ έφυγα ακολουθώντας την σκοτεινή φιγούρα. Όσο κι αν προχωρούσαμε δεν ξεχώριζα τίποτα από τα χαρακτηριστικά του. Μέχρι που φτάσαμε σε ένα ξέφωτο και λέω «τώρα θα σε γνωρίσω» αλλά κι εκεί… ΤΙ ΕΚΠΛΗΞΙΣ. Πάλι δεν ξεχώριζα τίποτα. Ήτο αράπης. Εκαταβέβηκεν εις Λούναν Παρκ όπου έσπειρε φόβους και αμφιβολίας εις τους παρευρισκομένους οι οποίοι κ-α-θ-ο-ν-τ-α-ν-ε εις ξύλινα αλογάκια ή πυροβολούσαν αρκούδια. Τα αρκούδια ήτο απεχθέστατα. Ήτο βεβαίως λούτρινα αλλά και απεχθή. Δεν ήτο απεχθή επειδή ήτο λούτρινα αλλά δι άλλους λόγους.
1. Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΠΙΖΑΣ
2. Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Και τότε είπαν παρακαλετά οι μανάδες
« Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που κάθεσαι ατάραχος στα ουράνια και δροσίζεσαι σαν θες σκύψε στις ψυχές μας που καίγονται αδειάληπτα. Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που συμπιέζεσαι και μεγαλύνεσαι σαν θες αλάφρυνε το βάρος του πόνου μας και στένεψε τα όρια των φόβων μας. Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που μας βλέπεις πως αυτιστικά χωνόμαστε στους πολέμους και τις συρράξεις αραίωσε τα ιερά σου μπούτια. Μας πνίγεις, μας πνίγεις. Και μας και τα παιδιά μας»
Κι ο Μέγας Διδάσκαλος απεκρίθει χαμογελόντας
«Ο ανθρώπινος πόνος είναι ελάχιστος μπρος στο σύμπαν. Εσείς οι μανάδες, θύματα του Τζέγκινς Χαν, κλαίτε κι οδύρεστε όπως άλλα τρισεκατομύρια μάνες θα οδυρθούν στο μέλλον, όπως άλλα δισεκατομύρια μάνες πόνεσαν στο παρελθόν. Ο ανθρώπινος πόνος με αφήνει αδιάφορο. Όταν πονάνε τα μποντίκια ποτέ δεν κλαίγονται σε μένα, όταν πεινάει ο λύκος κοιτάζει να φάει και μένα δεν με ενοχλεί. Μόνο εσείς αλλαζόνες κι εγωιστές, λαμόγια και επιδειξίες στρέφεστε πάντα σε μένα, με συνέπεια να μου ζαλίζετε τ΄αρχίδια»
Και τότες σήκωσε τη χερούκλα του και πέταξε φλόγες καίγοντας όλες τις κλαίουσες μάνες. Σηκώθηκε από τους ουρανούς κι άναψε το τσιγάρο του πάνω στην φωτιά που μόλις είχε ρίξει.
Μετά επήλθε το τέλος του κόσμου.
.......
-Όχι να μας φωνάζεις κατ’ αυτόν τον τρόπο κύριε διοικητά λες κι είμαστε ζώα.
Αφού είπε αυτά, ο μισθοφόρος, ο διοικητής του έστριψε την πλάτη. Τότε ο κολλητός του Τζέγκινς Χάν και υπεύθυνος ιματισμού, ένα αλάνι από την Κοκκινιά, τον πλησίασε και τον απείλησε. Του είπε πως δεν πρέπει να μιλάει έτσι στους ανωτέρους του και άλλα θαυμαστά. Αυτό το αλάνι το είχα ακούσει μια φορά να μου λέει.
«Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιους διαόλους και μάκενες. Εγώ να πούμε έχω το σουγιαδάκι μου που λύνει στο πι και φι τα προβλήματά μου. Και πάω που λες μια μέρα στου Γκράνα του νταβά που μου χε κάτι χρωστούμενα και γυρίζει και μου αρχίζει τα μα και μου και πα να βγάλει την μπιστόλα κι εγώ αίλουρος, τραβώ τον σουγιά και τον ξεκαρυδώνω» Ύστερα με κοιτούσε με αυταρέσκεια και χαμογελούσε χωρίς να μιλάει κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. Αυτά έγιναν την μέρα που είχαν συνάντηση ο Μπορίς Βιάν, ο Μπορίς Παστερνάκ , ο Μπορίς Γκοντούνωφ, δύο μέλη του Μπατασσούνα και άλλα δύο της ΕΤΑ. Το σύνολον πέντε. Θα μου πεις εφτά, αλλά πέντε διότι τα δύο μέλη του Μπατασσούνα είναι και μέλη της ΕΤΑ. (τελικά είχες δίκιο δικαστή Γκαρθόν. Αλλά δεν μας είπες, που έπρεπε, για την GAL και για τον Χοσέ Αμέδο. Και δεν μας είπες γι’ αυτούς που άδικα βασανίζατε μετά από κάθε Κάλε Μπορόκα). Σε κείνη την συνάντηση το λοιπόν υπήρχε και μια σκοτεινή φιγούρα που στεκόταν σε μια γωνιά αμίλητος, αμέτοχος στα καθέκαστα. Η συζήτηση είχε πάρει φωτιά μέχρι που το ένα μέλος του Μπατασσούνα πέταξε μολότωφ και τα έκαψε όλα. Πριν απ’ αυτά εγώ έφυγα ακολουθώντας την σκοτεινή φιγούρα. Όσο κι αν προχωρούσαμε δεν ξεχώριζα τίποτα από τα χαρακτηριστικά του. Μέχρι που φτάσαμε σε ένα ξέφωτο και λέω «τώρα θα σε γνωρίσω» αλλά κι εκεί… ΤΙ ΕΚΠΛΗΞΙΣ. Πάλι δεν ξεχώριζα τίποτα. Ήτο αράπης. Εκαταβέβηκεν εις Λούναν Παρκ όπου έσπειρε φόβους και αμφιβολίας εις τους παρευρισκομένους οι οποίοι κ-α-θ-ο-ν-τ-α-ν-ε εις ξύλινα αλογάκια ή πυροβολούσαν αρκούδια. Τα αρκούδια ήτο απεχθέστατα. Ήτο βεβαίως λούτρινα αλλά και απεχθή. Δεν ήτο απεχθή επειδή ήτο λούτρινα αλλά δι άλλους λόγους.
1. Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΠΙΖΑΣ
2. Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Και τότε είπαν παρακαλετά οι μανάδες
« Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που κάθεσαι ατάραχος στα ουράνια και δροσίζεσαι σαν θες σκύψε στις ψυχές μας που καίγονται αδειάληπτα. Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που συμπιέζεσαι και μεγαλύνεσαι σαν θες αλάφρυνε το βάρος του πόνου μας και στένεψε τα όρια των φόβων μας. Ω, εσύ μέγα διδάσκαλε που μας βλέπεις πως αυτιστικά χωνόμαστε στους πολέμους και τις συρράξεις αραίωσε τα ιερά σου μπούτια. Μας πνίγεις, μας πνίγεις. Και μας και τα παιδιά μας»
Κι ο Μέγας Διδάσκαλος απεκρίθει χαμογελόντας
«Ο ανθρώπινος πόνος είναι ελάχιστος μπρος στο σύμπαν. Εσείς οι μανάδες, θύματα του Τζέγκινς Χαν, κλαίτε κι οδύρεστε όπως άλλα τρισεκατομύρια μάνες θα οδυρθούν στο μέλλον, όπως άλλα δισεκατομύρια μάνες πόνεσαν στο παρελθόν. Ο ανθρώπινος πόνος με αφήνει αδιάφορο. Όταν πονάνε τα μποντίκια ποτέ δεν κλαίγονται σε μένα, όταν πεινάει ο λύκος κοιτάζει να φάει και μένα δεν με ενοχλεί. Μόνο εσείς αλλαζόνες κι εγωιστές, λαμόγια και επιδειξίες στρέφεστε πάντα σε μένα, με συνέπεια να μου ζαλίζετε τ΄αρχίδια»
Και τότες σήκωσε τη χερούκλα του και πέταξε φλόγες καίγοντας όλες τις κλαίουσες μάνες. Σηκώθηκε από τους ουρανούς κι άναψε το τσιγάρο του πάνω στην φωτιά που μόλις είχε ρίξει.
Μετά επήλθε το τέλος του κόσμου.
.......
10/8/10
Περί έρωτος (απατηλού)
Το λοιπόοον...έχω ένα φίλο μου, τον Πάνο, Κρητικός τη καταγωγή, αλλά ο καημένος ήθελε να το βάλει λίγο μέσα να του μουλιάσει γιατί είχε ξεραθεί στο ίδιο το αυλάκι συνεχώς όσο και αδιαλείπτως και δια τούτο το κανόνισε το συμβάν με τη μανίτσα που τον χαλβάδιαζε καιρό τώρα μη γελιόμεθα κι ότι εχάλευε και αυτή το ήβρε. Με αποτέλεσμα να πουλάει ούτος έρων και να αγοράζει κι εκείνη ακριβώς, πλην όμως είδος πολυτελείας καθόσον καιρό είχαν να δουν τέτοια γλέντια και πού και το πρόβλημα θα μου πείτε. Πουθενά εντελώς το πρόβλημα κύριοι και κυρίες και δεσποινίδες μου με τα σκυλάκια σας τα λουσμένα, κι όταν χαίρονται δύο νέοι βαράει βλογισιές κι ο Άγιος από το κόνισμα, αλλά έλα μου που ο νέος ήτο νυμφευθείς προ διετίας διαθέτων και μπαγασάκο που άρχιζε ήδη να κόβει βόλτες κράζοντα, (βοώντα κεκραγότα), «μπαμπά!».
Παμ παρακάτω. Το λοιπόν ούτη τις αγορές έρωτος τις αποταμίευε και τις εφύλαε και δια αργότερα, σχεδιάζουσα ποιος ξέρει τι διάφορα στην κεφαλή της, αλλά μετά γιοκ, σώθηκε το πράμα, σκάρτο το ντίλι και μην τον είδατε και μην τον απαντήσατε τον πλανόδιο τον Παναγή. Άρα μου η ξανθούλα εκνευρίσθη δικαίως όσο και ορθώς κι εμήνυσε και στεγνώς αποπάνω εις την σύζυγον αυτού, μέσω της τεχνολογίας, του φέισμπουκ ντε (τι διάολος κι αυτός θεέ μου) περί τα καθέκαστα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Η ερωτευμένη νυμφομανής να προσβάλλει ευθέως το στεφάνι του καλοκάγαθου όσο και παντελώς αθώου νεανία και να τον πηγαίνει η γυνή αυτού πίπα - κώλο κάτι μηνάκια τώρα. Το κοπέλι κοντεύει να του στρίψει εντελώς ούτως ειπείν από το αδύναμο φύλο (είμαστε κι εμείς, αλλά είναι κι αυτές ε;....) και να πέσει κι άρρωστος χάμου, λεβέντης μωρέ, κυπαρίσσι δυόμιση μέτρα. Κρίμα μέγα και άδικον. Κι όλα αυτά διατί αγαπητοί μου; Διότι θέλησε ο κακορίζικος (μόνος ούτως άλλωστε ή μήπως όλος ο ντουνιάς, αρσενικά και θηλυκά από βοράν ίσαμε παρακάτου;) να τον βάλει λίγο μέσα, να του μουλιάσει μωρέ λίγο σε άλλο βάζο με σαλαμούρα. Φεύ.....
.......
31/7/10
ΕΚΔΙΚΗΣΗ
1578. Αύγουστος. Η ζέστη δυσκολεύει ακόμα και την πιο απλή ασχολία στο μικρό χωριό του κάμπου αυτού. Οι άνθρωποι χρόνια πια δοκιμασμένοι στην σκληρή δουλειά αδιαφορούν για τον καύσωνα και σκυμμένοι, σαν να εκτελούν κάποια χορογραφία, όλοι μαζί κόβουν τα στάχυα. Ακατάπαυστα. Τα κεφάλια τους εξαφανισμένα απ’ το σκύψιμο και το μόνο που μπορεί κανείς να δει είναι οι πλάτες τους. Γεμάτος ο κάμπος πλάτες. Αν μπορούσε κάποιος να πετάξει κι έκανε μια βόλτα πάνω απ’ αυτήν την περιοχή σίγουρα θα αντίκρυζε ένα εντυπωσιακό θέαμα. Όλοι σκυμμένοι, όλοι στην ίδια μοίρα. Κι όμως η ανθρώπινη μικροπρέπεια ακόμα και σ’ αυτές τις στιγμές σκεπάζει την ομοιομορφία και την αλληλεγγύη. Μεσημέρι. Ο Χαρίν Εσφάν με την όμορφη γυναίκα του και τον μικρό τους γιο σε μια άκρη μακριά από τους άλλους τρώνε κοιτάζοντας παράλληλα τους άλλους οι οποίοι μαζεμένοι έτρωγαν σε κύκλο. Κυρίως όμως τους άκουγαν. Άκουγαν τα γέλια τους, άκουγαν τις χωριάτικες ανοησίες τους, άκουγαν και τις βρισιές τους. Όμως και οι άλλοι, οι πολλοί, τους κοιτούσαν. Τους κοιτούσαν με μίσος κι απέχθεια. Δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν ότι ο Χαρίν παντρεύτηκε γυναίκα από άλλη φυλή, δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν τις απόψεις περί ισότητας των φύλων αυτουνού του ανθρώπου. Και ως φυσικό αποτέλεσμα αυτής της «αφυσικότητας» ήταν, για αυτούς, το πρόβλημα στην ομιλία του μικρού γιού του Χαρίν. Γι’ αυτούς τους χωριάτες αυτό ήταν ατράνταχτη απόδειξη των όσων πίστευαν. Και κάτι έπρεπε να κάνουν γι’ αυτό. Κείνη την ώρα, κείνο το μεσημέρι πέντε άνθρωποι από την παρέα των πολλών ξεμάκρυναν και πλησίασαν τον Χαρίν. Η γυναίκα του απομακρύνθηκε με το παιδί στην αγκαλιά της, όμως ο άντρας της ακίνητος κατέβαζε την κούπα του νερού προσέχοντας παράλληλα την κίνησή τους.
-Γεια Χαρίν.
- Γεια
-Έλα μαζί μας.
-Που;
-Έλα ρε και μη ρωτάς.
Τότε ο Χαρίν πέταξε στο κεφάλι του με δύναμη το ξύλινο κύπελλο του προσφέροντάς του έναν οξύ πόνο.
-Μπάσταρδε θα πεθάνεις.
Και βγάλαν κι οι πέντε τα μαχαίρια τους κι έπεσαν πάνω του και τον μαχαίρωναν με μίσος τόσο που έφτασαν στο σημείο να μην έχουν πια σάρκα να σφάξουν. Κι ύστερα τον άφησαν κάτω, και τον έφτυσαν και τον πέταξαν σ’ ένα λάκκο που κατουρούσαν σκύλοι. Αργότερα έψαξαν για την γυναίκα και το παιδί.
Η άμοιρη με το παιδί στην αγκαλιά απ’ την αρχή έτρεξε να φύγει απ’ το χωριό κλαίγοντας και παραπατώντας. Αυτή κοιτούσε μπροστά, αλλά το παιδί, πίσω απ’ την πλάτη της είχε το βλέμμα του και τα είδε όλα. Το σώμα του κολλημένο στο σώμα της ένιωθε το χτυποκάρδι της ένιωθε τα βογγητά της, ένιωθε το λυγμό της και παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε τι σημαίνουν ακριβώς αυτά τα συναισθήματα ένιωθε ότι ήταν διαφορετικά απ’ το γέλιο και το νανούρισμα και την τρυφερότητα. Κι αυτό στα χρόνια που πέρασαν υπήρχε σαν βαθιά αίσθηση ανακατεμένη μ’ επιθυμία εκδίκησης.
Ο γιός μεγάλωσε στα χέρια του παππού του αφού η μάνα του πέθανε πολύ σύντομα απ’ τις κακουχίες και τη στενοχώρια. Έμαθε πολλά χρήσιμα πράγματα με τα χέρια, όπως την τέχνη του μαχαιριού αλλά κυρίως την μαγειρική τέχνη. Εκεί απάνω πειραματίστηκε για χρόνια στην χρήση δηλητήριων ούτως ώστε να περνάνε απαρατήρητα.Η αίσθηση της εκδίκησης ούτε μία μέρα δεν βγήκε από μέσα του, ούτε ένα λεπτό δεν λύγισε κι ήξερε ότι τα δηλητήρια θα του χρειαστούν. Έκανε μαθήματα αλχημείας και μαθήτευσε με την πιο περίεργη φυσιογνωμία της εποχής, τον πατήρ Καντρόλιρχο.
1596. Σ’ ένα χωριό του κάμπου εμφανίζεται ξάφνου ένας καβαλάρης. Το χωριό αναστατώθηκε. Ποιος να ήταν και τι θέλει στα μέρη αυτά. Στο καφενείο τον πλησίασαν πολλοί. Απάντησε πρόσχαρα σε όλους αποδιώχνοντας όλες τις αμφιβολίες που είχαν γι’ αυτόν. Κυρίως όμως με τον τρόπο του πλησίασε περισσότερο πέντε ανθρώπους με τους οποίους έγινε φίλος δουλεύοντας στα στάχυα μαζί τους. Αυτοί τον βοήθησαν πολύ. Του έφτιαξαν σπίτι, του έδωσαν ένα καλύτερο άλογο και τον έπαιρναν μαζί τους σε όλες τις καφρίλες που έκαναν όπως για παράδειγμα τις ληστείες, και τις κραιπάλες με κρασί. Μια μέρα όμως κι αυτός ζήτησε ν’ ανταποδώσει όλη αυτήν την φιλία. Τους κάλεσε σπίτι του να τους κάνει το τραπέζι. Κείνο το βράδυ ήταν όλοι ξετρελαμένοι με το φαί, κείνο το βράδυ τα χαμόγελα περίσσευαν.
-είσαι καταπληκτικός μάγειρας. Θα διώξω την κυρά μου και θα πάρω εσένα,
Οι κάφροι γελούσαν με δύναμη χτυπώντας το ίδιο δυνατά την πλάτη του αγνώστου αυτού.
-εμείς φιλαράκι δεν θα ξεχωρίσουμε ποτέ μας. Είσαι αδελφός..
- ναι, ναι. Έτσι είναι
-το καλύτερο παιδί
Κι αυτός τους κοιτούσε γελώντας αλλά αμέτοχος και λίγο ψυχρός. Ξάφνου σηκώθηκε.
-Θα λείψω λίγο. Καθίστε εσείς. Θα πάω να ταίσω το άλογο μου.
Κείνο το βράδυ η φιλία τους έγινε πιο δυνατή, κείνο το βράδυ τα ειλικρινή αισθήματα δεν χωρούσαν σε κανένα απ’ τα πέντε στήθη, κείνο το βράδυ πέντε πτώματα στο πάτωμα.
Όταν τάιζε το άλογό του και το χάιδευε είπε, «τώρα θα είναι η ώρα». Το φίλησε ήρεμα και ξεμάκρυνε για το σπίτι. Οι πέντε στο πάτωμα ετοιμοθάνατοι τον κοιτούσαν σαστισμένοι.
-τι έκανες. Ποιος είσαι;
- Ιρίδιο έριξα στο φαγητό σας. Τόσο που να πάτε συστημένοι στον διάολο.
-γιατί;
Αυτός αδιάφορος έπινε την κούπα το κρασί του και υψώνοντας την χωρίς να κοιτάζει κανέναν τους είπε δυνατά και ήρεμα «στην ψυχή του πατέρα μου Χαρίν Εσφάν»
Αυτοί πάγωσαν κι αμίλητοι υπόφεραν το τελευταίο τους μαρτύριο. Πριν ψοφήσουν όμως δέχτηκαν και οι πέντε κλαίγοντας τα κάτουρα του γιού του Χαρίν στα μούτρα. Ύστερα τους πετσόκοψε και τα κομμάτια τους τα πέταξε στους χοίρους και τις μύγες. Ευτυχισμένος πια αλλά ήρεμος πήρε το άλογο του και έφυγε σιγοτραγουδώντας.
Εκείνος που έπραξε τα πιο πάνω Νεφομίρ Εσφάν στο όνομα κι αυτός που τα κατέγραψε, φίλος και συμμαθητής του Carnellio Coop.
.......
-Γεια Χαρίν.
- Γεια
-Έλα μαζί μας.
-Που;
-Έλα ρε και μη ρωτάς.
Τότε ο Χαρίν πέταξε στο κεφάλι του με δύναμη το ξύλινο κύπελλο του προσφέροντάς του έναν οξύ πόνο.
-Μπάσταρδε θα πεθάνεις.
Και βγάλαν κι οι πέντε τα μαχαίρια τους κι έπεσαν πάνω του και τον μαχαίρωναν με μίσος τόσο που έφτασαν στο σημείο να μην έχουν πια σάρκα να σφάξουν. Κι ύστερα τον άφησαν κάτω, και τον έφτυσαν και τον πέταξαν σ’ ένα λάκκο που κατουρούσαν σκύλοι. Αργότερα έψαξαν για την γυναίκα και το παιδί.
Η άμοιρη με το παιδί στην αγκαλιά απ’ την αρχή έτρεξε να φύγει απ’ το χωριό κλαίγοντας και παραπατώντας. Αυτή κοιτούσε μπροστά, αλλά το παιδί, πίσω απ’ την πλάτη της είχε το βλέμμα του και τα είδε όλα. Το σώμα του κολλημένο στο σώμα της ένιωθε το χτυποκάρδι της ένιωθε τα βογγητά της, ένιωθε το λυγμό της και παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε τι σημαίνουν ακριβώς αυτά τα συναισθήματα ένιωθε ότι ήταν διαφορετικά απ’ το γέλιο και το νανούρισμα και την τρυφερότητα. Κι αυτό στα χρόνια που πέρασαν υπήρχε σαν βαθιά αίσθηση ανακατεμένη μ’ επιθυμία εκδίκησης.
Ο γιός μεγάλωσε στα χέρια του παππού του αφού η μάνα του πέθανε πολύ σύντομα απ’ τις κακουχίες και τη στενοχώρια. Έμαθε πολλά χρήσιμα πράγματα με τα χέρια, όπως την τέχνη του μαχαιριού αλλά κυρίως την μαγειρική τέχνη. Εκεί απάνω πειραματίστηκε για χρόνια στην χρήση δηλητήριων ούτως ώστε να περνάνε απαρατήρητα.Η αίσθηση της εκδίκησης ούτε μία μέρα δεν βγήκε από μέσα του, ούτε ένα λεπτό δεν λύγισε κι ήξερε ότι τα δηλητήρια θα του χρειαστούν. Έκανε μαθήματα αλχημείας και μαθήτευσε με την πιο περίεργη φυσιογνωμία της εποχής, τον πατήρ Καντρόλιρχο.
1596. Σ’ ένα χωριό του κάμπου εμφανίζεται ξάφνου ένας καβαλάρης. Το χωριό αναστατώθηκε. Ποιος να ήταν και τι θέλει στα μέρη αυτά. Στο καφενείο τον πλησίασαν πολλοί. Απάντησε πρόσχαρα σε όλους αποδιώχνοντας όλες τις αμφιβολίες που είχαν γι’ αυτόν. Κυρίως όμως με τον τρόπο του πλησίασε περισσότερο πέντε ανθρώπους με τους οποίους έγινε φίλος δουλεύοντας στα στάχυα μαζί τους. Αυτοί τον βοήθησαν πολύ. Του έφτιαξαν σπίτι, του έδωσαν ένα καλύτερο άλογο και τον έπαιρναν μαζί τους σε όλες τις καφρίλες που έκαναν όπως για παράδειγμα τις ληστείες, και τις κραιπάλες με κρασί. Μια μέρα όμως κι αυτός ζήτησε ν’ ανταποδώσει όλη αυτήν την φιλία. Τους κάλεσε σπίτι του να τους κάνει το τραπέζι. Κείνο το βράδυ ήταν όλοι ξετρελαμένοι με το φαί, κείνο το βράδυ τα χαμόγελα περίσσευαν.
-είσαι καταπληκτικός μάγειρας. Θα διώξω την κυρά μου και θα πάρω εσένα,
Οι κάφροι γελούσαν με δύναμη χτυπώντας το ίδιο δυνατά την πλάτη του αγνώστου αυτού.
-εμείς φιλαράκι δεν θα ξεχωρίσουμε ποτέ μας. Είσαι αδελφός..
- ναι, ναι. Έτσι είναι
-το καλύτερο παιδί
Κι αυτός τους κοιτούσε γελώντας αλλά αμέτοχος και λίγο ψυχρός. Ξάφνου σηκώθηκε.
-Θα λείψω λίγο. Καθίστε εσείς. Θα πάω να ταίσω το άλογο μου.
Κείνο το βράδυ η φιλία τους έγινε πιο δυνατή, κείνο το βράδυ τα ειλικρινή αισθήματα δεν χωρούσαν σε κανένα απ’ τα πέντε στήθη, κείνο το βράδυ πέντε πτώματα στο πάτωμα.
Όταν τάιζε το άλογό του και το χάιδευε είπε, «τώρα θα είναι η ώρα». Το φίλησε ήρεμα και ξεμάκρυνε για το σπίτι. Οι πέντε στο πάτωμα ετοιμοθάνατοι τον κοιτούσαν σαστισμένοι.
-τι έκανες. Ποιος είσαι;
- Ιρίδιο έριξα στο φαγητό σας. Τόσο που να πάτε συστημένοι στον διάολο.
-γιατί;
Αυτός αδιάφορος έπινε την κούπα το κρασί του και υψώνοντας την χωρίς να κοιτάζει κανέναν τους είπε δυνατά και ήρεμα «στην ψυχή του πατέρα μου Χαρίν Εσφάν»
Αυτοί πάγωσαν κι αμίλητοι υπόφεραν το τελευταίο τους μαρτύριο. Πριν ψοφήσουν όμως δέχτηκαν και οι πέντε κλαίγοντας τα κάτουρα του γιού του Χαρίν στα μούτρα. Ύστερα τους πετσόκοψε και τα κομμάτια τους τα πέταξε στους χοίρους και τις μύγες. Ευτυχισμένος πια αλλά ήρεμος πήρε το άλογο του και έφυγε σιγοτραγουδώντας.
Εκείνος που έπραξε τα πιο πάνω Νεφομίρ Εσφάν στο όνομα κι αυτός που τα κατέγραψε, φίλος και συμμαθητής του Carnellio Coop.
.......
26/7/10
Οι σφαίρες
οι σφαίρες
οι σφαίρες
μια βόλτα
το φλυτζάνι που άγγιξες
μια πικρή συγχορδία
και φωνές στη γειτονιά
και κλάματα
ένα μικρό κορίτσι
τραγουδάει αμέριμνο
το στρογγυλό της στήθος
λικνίζεται στο ρυθμό
στο βλέμμα η ευχαρίστηση
στα πόδια η ξενοιασιά
κι ο καθρέφτης
κι η μουσική
κι οι σφαίρες, εδώ
δίπλα
στο κομοδίνο μου
.......
οι σφαίρες
μια βόλτα
το φλυτζάνι που άγγιξες
μια πικρή συγχορδία
και φωνές στη γειτονιά
και κλάματα
ένα μικρό κορίτσι
τραγουδάει αμέριμνο
το στρογγυλό της στήθος
λικνίζεται στο ρυθμό
στο βλέμμα η ευχαρίστηση
στα πόδια η ξενοιασιά
κι ο καθρέφτης
κι η μουσική
κι οι σφαίρες, εδώ
δίπλα
στο κομοδίνο μου
.......
12/7/10
ΘΡΑΥΣΜΑ #3: [ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη]
(διαβάζεται γρήγορα)
O πίνακας του Πάμπλο Πικάσο με τίτλο Nude, Green Leaves and Bust πωλήθηκε από τον οίκο Christie's έναντι 04. εκ. που «έπιασε» σε γλυπτό του ο Ελβετός δημιουργός ενα πουλι θαλασσινο η βελτίωση των καιρικών συνθηκών επέτρεψε σε μεγάλες εκτάσεις μαγκρόβιων δασών περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και καρκινοειδών λεει σενα πουλι βουνισιο περίπου 00.000 λίτρα πετρελαίου την ημέρα εκατομμύρια μεταναστευτικά πουλιά αναμένονται τις επόμενες εσκοτωσαν το Μαρκο μας οι αυτόχθονες πληθυσμοί αντλούν απ' αυτές τις «αχρησιμοποίητες» δασικές περιοχες πλήθος μες την ακρη το ποταμι αλλά και οι δημοπρασίες των hot κατηγοριών όπως οι Ιμπρεσιονιστές και η Μοντέρνα Τέχνη που σημείωσε τζίρο 181.760.0 εκατομμύρια δολάρια της γεώτρησης υπήρχε μια κεφαλή με ένα γιγάντιο σύστημα βαλβίδων ωστόσο τα υποβρύχια ρομπότ δεν κατάφεραν παει η μανα και τον κλαιει μιας ρύπανσης που είναι ήδη η χειρότερη στην ιστορία των Ηνωμενων και τον μοιριολογαει ο αντιπρόσωπος αναφερόμενος στους πρώτους από τους τρεις υποβρύχιους θόλους υποστήριξε πως η εταιρεία 00.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εξαιτίας των επιχειρήσεων δήλωσε την Παρασκευή αντιπρόσωπος της κυβέρνησης Μαρκομ' που αφκες το σπαθι δε μπορούν να επαναπροωθηθούν με αποτέλεσμα από τον Μάρτιο παιδιά κάνουν μάθημα σε βάρδιες τα κτίρια είναι που αφήκες το ντουφεκι περίπου 20 εκατ. εκτάρια γης στην Αφρική πωλήθηκαν ή ενοικιάστηκαν από έως 100 χρόνια από μεγάλους βιομηχανικούς όμιλους κράτη και δισεκατομμυριούχους το πηραν οι συντροφοι μου γιγάντια αγροκτήματα προϊόντων διατροφής και αποκλειστικά για εξαγωγές συνομολογούνται στο υψηλότερο κυβερνητικό επίπεδο με πλήρη μυστικότητα το πηραν τα παιδια μου συχνά με συνενοχή τοπικών φυλάρχων και με τους Τουρκους πολεμαν του χρόνου οι περισσότεροι δε θα μπορούν πια να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους όπως η Αντάμα που δε γνωρίζει ακόμα ότι θα χάσει από την Addax τα
και με τους κοτζαμπασήδες
***************
(Το υλικό αντλήθηκε από ειδήσεις του Διαδικτύου κι από εφημερίδα, κι από το δημοτικό τραγούδι αφιερωμένο στο Μάρκο Μπότσαρη.
Δείτε επίσης:)
28/6/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ
Είναι όλα έτοιμα για την συνεστίαση. Τα τραπέζια είναι φορτωμένα με όλα τα απαραίτητα σερβίτσια και χαρτιά στα οποία αναγράφεται το όνομα αυτού που του ανήκει η θέση αυτή προσωρινά, μόνο γι’ απόψε. Είναι μικρά τα τραπέζια και στρογγυλά έτσι ώστε όλοι να μπορούν να βλέπουν όλους, και τους έξι για την ακρίβεια, κι απ’ την άλλη όλοι να είναι πλάτη στους υπόλοιπους της συνεστίασης. Ο φωτισμός χαμηλός, ο χώρος ανοιχτός και αποδεκτικός στις παραξενιές του καιρού, πλαισιωμένος από κιτς στολισμό και φράχτη, για να μην ξεφύγει κανείς ίσως. Και μια πισίνα.
Ο κόσμος καταφτάνει, ο γάμος έχει τελειώσει από ώρα. Τα πρώτα πιάτα αδειάζουν σαλιώνονται χτυπιούνται ακαταπαύστως μέχρι, προσωρινά, να ηρεμήσουν τα στομάχια ν’ αρχίσουν οι συζητήσεις και να καίγονται τσιγάρα ανάμεσα σε κιτρινισμένα δάχτυλα κυρίων οι οποίοι παρευρίσκονται μετά τις κυρίες τους. Κι αυτές έχουν κιτρινισμένα δάχτυλά από τσιγάρα πιο λεπτά όμως. Και φινετσάτα.
Έφτασε το νιόπαντρο ζεύγος. Ο γαμπρός καλοξυρισμένος και με ύφος μοντέρνου γιάπη. Δεν τον γνωρίζω, εγώ μουσική ήρθα να παίξω. Μπορεί ο άνθρωπος να θέλει να δείχνει έτσι, κι εγώ ο λέτσος μουσικός μπορεί να έχω μεγαλύτερες καταθέσεις στην τράπεζα. Σημασία έχει το ύφος. Η νύφη απ’ την άλλη φαίνεται να έχει άλλον αέρα. Πιο άνετη με τις κυριλέ καταστάσεις, άσχετα από το γεγονός ότι οι περισσότεροι εδώ πέρα είναι μεροκαματιάρηδες που έχουν ένα καλό κουστούμι για τέτοιες περιστάσεις. Αυτή ξέρει. Ξέρει ποιοι είναι του κύκλου της και ποιοι είναι οι απαραίτητοι συγγενείς που θα ήρθαν από υποχρέωση. Υποχρέωση του πατέρα της σ’ αυτούς, υποχρέωση αυτών στον πατέρα της. Η μητέρα της, όπως όλες οι γυναίκες πλουσίων, γυναίκα κηφήνας με κιτρινισμένα δάχτυλα από λεπτά τσιγάρα. Και ήρεμη φωνή.
Η μουσική ξεκίνησε ζητώντας απ’ τον κόσμο να σηκωθεί να χορέψει για τη χαρά των νιόπαντρων και για υποχρέωση προς τον πατέρα της. Μια παρέα παιδιών, τριαντάρηδες δηλ., που κάθονται μπροστά μου έχουν ήδη πιει κάμποσα ποτήρια κρασί και ξεφαντώνουν σχεδόν άγρια. Από τα πρόσωπά τους φαίνονται να ανήκουν στον κύκλο της νύφης, νεόπλουτοι οι οποίοι θα μπορούσαν να κάνουν τις πιο παράτολμες τρέλες μπροστά στα δαγκωμένα χείλη των συντηρητικών και συγκρατημένων μεροκαματιάρηδων και στα συγκαταβατικά και δουλεμένα στην ψευτιά χαμόγελα του συναφιού τους. Το πρωί βεβαίως θα πουλάνε και θ’ αγοράζουν μετοχές στο κινητό βολτάροντας με πάλλευκα σκάφη το Αιγαίο. Ίσως όμως να μην είναι έτσι. Μπορεί να έχουν καταχρεωθεί για κουστούμι και δανειστεί χρήμα έτσι ώστε να κάνουν καλή εντύπωση. Σημασία έχει το στυλ. Και το ύφος.
Έχουμε σταματήσει την μουσική και κάνουμε ένα πεντάλεπτο διάλλειμα. Επικρατεί ευθυμία αλλά χωρίς να γίνεται ενοχλητική φασαρία. ‘Ένα μηχανάκι ακούστηκε απ’ έξω απ’ τον τζαμένιο φράχτη. Φρένα απότομα κρούση σφοδρή με αμάξι κι ένα σώμα στον αέρα καταλήγει στον φράχτη. Το τζάμι διαπέρασε το στήθος του παιδιού διώχνοντας την ψυχή του απ’ την πίσω μεριά του κορμιού του. Το νεκρό σώμα ξάπλωσε στον φράχτη. Το κεφάλι ήταν στραμμένο προς το πλήθος πλημμυρισμένο από γαλήνη πια, μετά τον στιγμιαίο πόνο, κι οι κόρες των ματιών του έμειναν καρφωμένες να κοιτάν τον πατέρα της νύφης. Χωρίς υποχρέωση.
Ο κόσμος όπως ήταν φυσιολογικό τρόμαξε. Αυτοί που καθόταν πολύ κοντά στον φράχτη απομακρύνθηκαν πανικόβλητα, τα κλάματα πήραν την θέση της μουσικής τα παιδιά τρόμαξαν, κάποια έπεσε πισωπατώντας στην πισίνα, ξερατά παντού, φωνές, παγωμάρα , «και τώρα τι θα γίνει με τον γάμο;» σκέφτηκαν πολλοί, ο ιδιοκτήτης του χώρου έπαιρνε παντού τηλέφωνα «ας τον πάρει κάποιος μην χαλάσει η φήμη του μαγαζιού μου» λέω εγώ αντί γι’ αυτόν, ο καραφλός δίπλα μου «μετανάστης είναι καλά να πάθει» σκεφτόταν αδιάλειπτα. Κι όμως οι περισσότεροι στενοχωρήθηκαν πραγματικά, οι περισσότεροι θα πήγαιναν στο νοσοκομείο να δουν τι θ’ απογίνει, μήπως την γλυτώσει. Αλλά ή νύχτα είναι αφιερωμένη στη χαρά των παιδιών που παντρεύτηκαν. «Και τι φταίμε εμείς που αυτός οδηγεί απρόσεκτα;», «γιατί να σταματήσουμε τη διασκέδαση. Πρώτη φορά τον βλέπουμε. Λυπούμαστε όμως πολύ. Να η γυναίκα μου κλαίει.», «κρίμα το παιδί. Κρίμα. Τον πούστη τον οδηγό που σπίνιαρε κι έφυγε. Καρκίνος στο σπίτι του.», «ότι πουν τα παιδιά κι οι γονείς τους θα κάνουμε. Αυτοί αποφασίζουν». Να μερικές σκέψεις που θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Κι αυτό, το άψυχο σώμα με ένα γαλήνιο ύφος, μωρουδίστικο σχεδόν μας έβλεπε και δεν καταλάβαινε τίποτα.
Αφού τον πήρε το ασθενοφόρο και έγιναν οι απαραίτητες ερωτήσεις από την αστυνομία σηκώθηκε ο πατέρας της νύφης και είπε. «Όλοι μας νιώθουμε παγωμάρα όλοι μας σοκαριστίκαμε. Όμως είμαστε για άλλον λόγο εδώ. Εγώ θα πρότεινα το γλέντι να συνεχιστεί. Μακάρι ο θεός να αναπαύσει το άτυχο παιδί» Σιωπηλά συμφώνησαν όλοι. Συνεχίσαμε την μουσική και το κέφι με την ώρα άρχισε να ζεσταίνεται, όχι όπως πριν όμως. Κι όμως κάποιοι έφυγαν και κάποιοι άλλοι που έμειναν ήταν σιωπηλοί κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Κι έμειναν γιατί; Τέλος πάντων έτσι κάπως ήμουν κι εγώ. Δεν μπορούσα να τους κατηγορήσω γι’ αυτό που έκαναν. Ήταν ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό που στην πιο μακάβρια σκέψη δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Και να χαλάσει η διασκέδαση γι’ αυτό; Απ’ την άλλη όμως αν ήταν κάποιο παιδί του συναφιού τους, κι ας μην το ξέρανε καλά θα συνεχίζανε; Εγώ έκλεισα τα μάτια κι έπαιζα εντελώς ασυναίσθητα προβληματισμένος κι αηδιασμένος με τον εαυτό μου που έκατσα εκεί για να μην χάσω το νυχτοκάματο. Κι εκεί ζαλισμένος απ’ τις σκέψεις έβλεπα τα ζειμπέκικα του γαμπρού ανακατεμένα με το χαμόγελο των γονιών του και το κενό βλέμμα του νεκρού υπό τον ήχο κομπολογιού να με πλησιάζουν και να νιώθω ότι το κεφάλι μου θα σπάσει. Τότε έσκυψα μπροστά και ξέρασα πάνω μου.
.......
Ο κόσμος καταφτάνει, ο γάμος έχει τελειώσει από ώρα. Τα πρώτα πιάτα αδειάζουν σαλιώνονται χτυπιούνται ακαταπαύστως μέχρι, προσωρινά, να ηρεμήσουν τα στομάχια ν’ αρχίσουν οι συζητήσεις και να καίγονται τσιγάρα ανάμεσα σε κιτρινισμένα δάχτυλα κυρίων οι οποίοι παρευρίσκονται μετά τις κυρίες τους. Κι αυτές έχουν κιτρινισμένα δάχτυλά από τσιγάρα πιο λεπτά όμως. Και φινετσάτα.
Έφτασε το νιόπαντρο ζεύγος. Ο γαμπρός καλοξυρισμένος και με ύφος μοντέρνου γιάπη. Δεν τον γνωρίζω, εγώ μουσική ήρθα να παίξω. Μπορεί ο άνθρωπος να θέλει να δείχνει έτσι, κι εγώ ο λέτσος μουσικός μπορεί να έχω μεγαλύτερες καταθέσεις στην τράπεζα. Σημασία έχει το ύφος. Η νύφη απ’ την άλλη φαίνεται να έχει άλλον αέρα. Πιο άνετη με τις κυριλέ καταστάσεις, άσχετα από το γεγονός ότι οι περισσότεροι εδώ πέρα είναι μεροκαματιάρηδες που έχουν ένα καλό κουστούμι για τέτοιες περιστάσεις. Αυτή ξέρει. Ξέρει ποιοι είναι του κύκλου της και ποιοι είναι οι απαραίτητοι συγγενείς που θα ήρθαν από υποχρέωση. Υποχρέωση του πατέρα της σ’ αυτούς, υποχρέωση αυτών στον πατέρα της. Η μητέρα της, όπως όλες οι γυναίκες πλουσίων, γυναίκα κηφήνας με κιτρινισμένα δάχτυλα από λεπτά τσιγάρα. Και ήρεμη φωνή.
Η μουσική ξεκίνησε ζητώντας απ’ τον κόσμο να σηκωθεί να χορέψει για τη χαρά των νιόπαντρων και για υποχρέωση προς τον πατέρα της. Μια παρέα παιδιών, τριαντάρηδες δηλ., που κάθονται μπροστά μου έχουν ήδη πιει κάμποσα ποτήρια κρασί και ξεφαντώνουν σχεδόν άγρια. Από τα πρόσωπά τους φαίνονται να ανήκουν στον κύκλο της νύφης, νεόπλουτοι οι οποίοι θα μπορούσαν να κάνουν τις πιο παράτολμες τρέλες μπροστά στα δαγκωμένα χείλη των συντηρητικών και συγκρατημένων μεροκαματιάρηδων και στα συγκαταβατικά και δουλεμένα στην ψευτιά χαμόγελα του συναφιού τους. Το πρωί βεβαίως θα πουλάνε και θ’ αγοράζουν μετοχές στο κινητό βολτάροντας με πάλλευκα σκάφη το Αιγαίο. Ίσως όμως να μην είναι έτσι. Μπορεί να έχουν καταχρεωθεί για κουστούμι και δανειστεί χρήμα έτσι ώστε να κάνουν καλή εντύπωση. Σημασία έχει το στυλ. Και το ύφος.
Έχουμε σταματήσει την μουσική και κάνουμε ένα πεντάλεπτο διάλλειμα. Επικρατεί ευθυμία αλλά χωρίς να γίνεται ενοχλητική φασαρία. ‘Ένα μηχανάκι ακούστηκε απ’ έξω απ’ τον τζαμένιο φράχτη. Φρένα απότομα κρούση σφοδρή με αμάξι κι ένα σώμα στον αέρα καταλήγει στον φράχτη. Το τζάμι διαπέρασε το στήθος του παιδιού διώχνοντας την ψυχή του απ’ την πίσω μεριά του κορμιού του. Το νεκρό σώμα ξάπλωσε στον φράχτη. Το κεφάλι ήταν στραμμένο προς το πλήθος πλημμυρισμένο από γαλήνη πια, μετά τον στιγμιαίο πόνο, κι οι κόρες των ματιών του έμειναν καρφωμένες να κοιτάν τον πατέρα της νύφης. Χωρίς υποχρέωση.
Ο κόσμος όπως ήταν φυσιολογικό τρόμαξε. Αυτοί που καθόταν πολύ κοντά στον φράχτη απομακρύνθηκαν πανικόβλητα, τα κλάματα πήραν την θέση της μουσικής τα παιδιά τρόμαξαν, κάποια έπεσε πισωπατώντας στην πισίνα, ξερατά παντού, φωνές, παγωμάρα , «και τώρα τι θα γίνει με τον γάμο;» σκέφτηκαν πολλοί, ο ιδιοκτήτης του χώρου έπαιρνε παντού τηλέφωνα «ας τον πάρει κάποιος μην χαλάσει η φήμη του μαγαζιού μου» λέω εγώ αντί γι’ αυτόν, ο καραφλός δίπλα μου «μετανάστης είναι καλά να πάθει» σκεφτόταν αδιάλειπτα. Κι όμως οι περισσότεροι στενοχωρήθηκαν πραγματικά, οι περισσότεροι θα πήγαιναν στο νοσοκομείο να δουν τι θ’ απογίνει, μήπως την γλυτώσει. Αλλά ή νύχτα είναι αφιερωμένη στη χαρά των παιδιών που παντρεύτηκαν. «Και τι φταίμε εμείς που αυτός οδηγεί απρόσεκτα;», «γιατί να σταματήσουμε τη διασκέδαση. Πρώτη φορά τον βλέπουμε. Λυπούμαστε όμως πολύ. Να η γυναίκα μου κλαίει.», «κρίμα το παιδί. Κρίμα. Τον πούστη τον οδηγό που σπίνιαρε κι έφυγε. Καρκίνος στο σπίτι του.», «ότι πουν τα παιδιά κι οι γονείς τους θα κάνουμε. Αυτοί αποφασίζουν». Να μερικές σκέψεις που θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Κι αυτό, το άψυχο σώμα με ένα γαλήνιο ύφος, μωρουδίστικο σχεδόν μας έβλεπε και δεν καταλάβαινε τίποτα.
Αφού τον πήρε το ασθενοφόρο και έγιναν οι απαραίτητες ερωτήσεις από την αστυνομία σηκώθηκε ο πατέρας της νύφης και είπε. «Όλοι μας νιώθουμε παγωμάρα όλοι μας σοκαριστίκαμε. Όμως είμαστε για άλλον λόγο εδώ. Εγώ θα πρότεινα το γλέντι να συνεχιστεί. Μακάρι ο θεός να αναπαύσει το άτυχο παιδί» Σιωπηλά συμφώνησαν όλοι. Συνεχίσαμε την μουσική και το κέφι με την ώρα άρχισε να ζεσταίνεται, όχι όπως πριν όμως. Κι όμως κάποιοι έφυγαν και κάποιοι άλλοι που έμειναν ήταν σιωπηλοί κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Κι έμειναν γιατί; Τέλος πάντων έτσι κάπως ήμουν κι εγώ. Δεν μπορούσα να τους κατηγορήσω γι’ αυτό που έκαναν. Ήταν ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό που στην πιο μακάβρια σκέψη δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Και να χαλάσει η διασκέδαση γι’ αυτό; Απ’ την άλλη όμως αν ήταν κάποιο παιδί του συναφιού τους, κι ας μην το ξέρανε καλά θα συνεχίζανε; Εγώ έκλεισα τα μάτια κι έπαιζα εντελώς ασυναίσθητα προβληματισμένος κι αηδιασμένος με τον εαυτό μου που έκατσα εκεί για να μην χάσω το νυχτοκάματο. Κι εκεί ζαλισμένος απ’ τις σκέψεις έβλεπα τα ζειμπέκικα του γαμπρού ανακατεμένα με το χαμόγελο των γονιών του και το κενό βλέμμα του νεκρού υπό τον ήχο κομπολογιού να με πλησιάζουν και να νιώθω ότι το κεφάλι μου θα σπάσει. Τότε έσκυψα μπροστά και ξέρασα πάνω μου.
.......
24/6/10
Flantza viarnte nti Sikara*
Καίω φλάντζες
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
και φαντάζομαι τις ατέλειωτες βυζάρες σου.
Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
όταν σκάει μπροστά μου η ανυπόφορη εικόνα σου
με τα σφιχτά σου μπούτια
το φουσκωτό το μουνάκι
και το βλέμμα που σε βιδώνει εις την θέσιν σου.
Βαράω το λαγούτο αφρίζοντας
ακούω κι ηλεχτρισμούς τρίζοντας
μουγκρίζω και μουγκανίζω,
σα μωρό παιδί (χεχε)
και καθώς τελικά
βαράω και μια μαλακία να τελειώνουμε για σήμερα
βλέπω, στο αδύνατο να πέσει -μια που δεν ευχαριστήθηκε χωρίς συναίσθημα το πουλάκι μου- πουλί μου
εσένα να γελάς από μακρυά
μνησίκακα
να μου σκίζεις τα φυλλοκάρδια, πάλι
και πάλι (και πάλι)
άκαρδη,
σκληρόκαρδη,
γιατί είσαι, έτσι; - άλλο τώρα πώς φέρομαι εγώ
βλέπω λοιπόν,
βλέπω λέω, τελικά
κατάματα τον εαυτό μου,
σαν αυτό που πραγματικά είμαι:
ένας απλός
τυπικός
μικρούλης
παπάρας. :)
(κάνε γεια στο θείο!)
(ο δεύτερος και τρίτος στίχος είναι από το «Τρανζίστορ» του Μ. Σαχτούρη)
*Ο τίτλος είναι από παραδοσιακό Βλάχικο του Μετσόβου που αγνοώ το νόημά του, όποιος έχει καμιά ιδέα ας μου πει. Ακούστε το από δω. Ωραία εκτέλεσις. .......
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
και φαντάζομαι τις ατέλειωτες βυζάρες σου.
Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
όταν σκάει μπροστά μου η ανυπόφορη εικόνα σου
με τα σφιχτά σου μπούτια
το φουσκωτό το μουνάκι
και το βλέμμα που σε βιδώνει εις την θέσιν σου.
Βαράω το λαγούτο αφρίζοντας
ακούω κι ηλεχτρισμούς τρίζοντας
μουγκρίζω και μουγκανίζω,
σα μωρό παιδί (χεχε)
και καθώς τελικά
βαράω και μια μαλακία να τελειώνουμε για σήμερα
βλέπω, στο αδύνατο να πέσει -μια που δεν ευχαριστήθηκε χωρίς συναίσθημα το πουλάκι μου- πουλί μου
εσένα να γελάς από μακρυά
μνησίκακα
να μου σκίζεις τα φυλλοκάρδια, πάλι
και πάλι (και πάλι)
άκαρδη,
σκληρόκαρδη,
γιατί είσαι, έτσι; - άλλο τώρα πώς φέρομαι εγώ
βλέπω λοιπόν,
βλέπω λέω, τελικά
κατάματα τον εαυτό μου,
σαν αυτό που πραγματικά είμαι:
ένας απλός
τυπικός
μικρούλης
παπάρας. :)
(κάνε γεια στο θείο!)
(ο δεύτερος και τρίτος στίχος είναι από το «Τρανζίστορ» του Μ. Σαχτούρη)
*Ο τίτλος είναι από παραδοσιακό Βλάχικο του Μετσόβου που αγνοώ το νόημά του, όποιος έχει καμιά ιδέα ας μου πει. Ακούστε το από δω. Ωραία εκτέλεσις. .......
16/6/10
Ένα όνειρο που το είδα χτες
Σε μια θάλασσα το βράδυ σκαρφαλωμένος σε δυο πανύψηλα πλαίσια ορθογώνια σιδερένια που τα έβρεχε από χαμηλά το κύμα και πέφτοντας στη θάλασσα τα γκρέμιζα κι αυτά με το βάρος μου, που ήταν και ο σκοπός της παράξενης διαδικασίας. Ένας γκριζομάλλης μεσήλικας κατηύθυνε από πιο μέσα από το άκρο και μας κοιτούσε με αινιγματικό χαμόγελο που σήμαινε διάφορα μπορεί όμως ίσως και γνώση. Γκρέμιζα τα σίδερα με τινάγματα των ποδιών και πέφταμε όλοι μαζί στο βυθό ανάκατα άτομα δύο-τρία, άντρες, γυναίκες όμορφες με σγουρά μαλλιά που ισορροπούσαν ως τώρα πανω στην κόχη μέσα σε αφρούς πέτρες και μπάρες που ενώ εγώ που φοβάμαι τη μαύρη τη θάλασσα ανέβαινα πάνω τελικά πιο άνετα από ποτέ. Σε λίγο επαναλάμβανα τη διαδικασία και κινήσεις με σοβαρότητα σπρώχνοντας σίδερα που γκρεμίζονταν ακόμα πιο δύσκολα που όμως κι αυτά τελικά έφευγαν γλιστρώντας και ανεβαινα και πάλι στην κορυφή ξανά γιατί και ξανά τα είχα καταφέρει εγώ μόνος μου παραδόξως. Αλλά κι οι άλλοι ακολούθαγαν. Ξυπνάω καθώς βλέπω να ανεβαίνω από τον μαυροπράσινο πυθμένα προς την επιφάνεια κοιτώντας ψηλά το θαμπό φως που ερχόταν από πάνω μου και που τρυπούσε το νερό σαν δέσμη αμυδρή στο χρώμα λευκή από ακτίνες.
.......
.......
6/6/10
χτες βραδυ
χτες βραδυ
ντραπηκα για μενα
κοιταξα στον καθρεφτη εμενα
τα ματια ηταν παραξενα
εκαιγε μεσα τους μια αχτιδα
αλλιωτικη
ξαφνιαστηκα με μενα
ειδα σ΄αυτα κατι ως τωρα
ανεκφραστο απο μενα
αγνωστο
να διαπερναει το χρονο το τζαμι
με κοιταξε κι αυτο
εμενα
μεσα απτον καθρεφτη
ηταν ομως μια ωρα δεδομενη
δεν ημουν ο ιδιος ιδιος ιδιος
οπως ειχα αλλοτε υπαρξει
εκλαψα
για μενα
για αυτο που ειδα
για αυτο που καταλαβα
εκλαψα
εφυγα απτον καθρεφτη
εσβησα γρηγορα το φως
βγηκα εξω
εκανε ηδη κρυο
στον κολπο η θαλασσα
βαθια μαινοταν
.......
ντραπηκα για μενα
κοιταξα στον καθρεφτη εμενα
τα ματια ηταν παραξενα
εκαιγε μεσα τους μια αχτιδα
αλλιωτικη
ξαφνιαστηκα με μενα
ειδα σ΄αυτα κατι ως τωρα
ανεκφραστο απο μενα
αγνωστο
να διαπερναει το χρονο το τζαμι
με κοιταξε κι αυτο
εμενα
μεσα απτον καθρεφτη
ηταν ομως μια ωρα δεδομενη
δεν ημουν ο ιδιος ιδιος ιδιος
οπως ειχα αλλοτε υπαρξει
εκλαψα
για μενα
για αυτο που ειδα
για αυτο που καταλαβα
εκλαψα
εφυγα απτον καθρεφτη
εσβησα γρηγορα το φως
βγηκα εξω
εκανε ηδη κρυο
στον κολπο η θαλασσα
βαθια μαινοταν
.......
21/5/10
Τώρα με το δντ (sofita says:(6:41:48 ΜΜ)...)
Τώρα με το δντ
θα βρω μικρότερο σπίτι
θα πηγαίνω (ακόμα πιο πολύ) με τα πόδια
θα αργήσω να ξαναγοράσω ρούχα
(όχι παπούτσια)
θα κόψω τα πολλά τα ‘στιατόρια
τα πολλά τα βιβλία (έτσι κι αλλιώς δεν προλάβαινα)
τα πολλά ταξίδια
δε θα ντρέπομαι άλλο να βρίζω τους αντιπροσώπους
που θα βρίσκω μπροστά μου, δυνατά
με φτυσίματα (δε θα δείρω μάλλον)
θα μαγειρεύω πιο πολύ
αν βρω κήπο θα φυτέψω και πράματα
σκόρδα, ντομάτες, όπως παλιά
θα αφήσω τον υπολογιστή να ωριμάσει μαζί μου
το κινητό να γεράσει μαζί μου
θα προσπαθήσω κι εγώ για το καλύτερο, ντάξει
θα δουλεύω για μένα αλλά και για το σύνολο, σύμφωνοι
κόντρα στους αντιπροσώπους, εννοείται
αλλά μια φορά,
ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,
tous lafedes den proleitia na tous steritho!
.......
θα βρω μικρότερο σπίτι
θα πηγαίνω (ακόμα πιο πολύ) με τα πόδια
θα αργήσω να ξαναγοράσω ρούχα
(όχι παπούτσια)
θα κόψω τα πολλά τα ‘στιατόρια
τα πολλά τα βιβλία (έτσι κι αλλιώς δεν προλάβαινα)
τα πολλά ταξίδια
δε θα ντρέπομαι άλλο να βρίζω τους αντιπροσώπους
που θα βρίσκω μπροστά μου, δυνατά
με φτυσίματα (δε θα δείρω μάλλον)
θα μαγειρεύω πιο πολύ
αν βρω κήπο θα φυτέψω και πράματα
σκόρδα, ντομάτες, όπως παλιά
θα αφήσω τον υπολογιστή να ωριμάσει μαζί μου
το κινητό να γεράσει μαζί μου
θα προσπαθήσω κι εγώ για το καλύτερο, ντάξει
θα δουλεύω για μένα αλλά και για το σύνολο, σύμφωνοι
κόντρα στους αντιπροσώπους, εννοείται
αλλά μια φορά,
ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,
tous lafedes den proleitia na tous steritho!
.......
12/5/10
3
1.
Θα πάρω έναν κίονα από την Ακρόπολη
θα τον βάλω στη μέση του σπιτιού μου
και θα δέσω γύρω απ’ αυτόν
(με κοντό σχοινί)
τα νεύρα μου
ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ να μην με φτάνουν.
Νισάφι πια
2.
Τον σκύλο τον λένε John
Την γάτα την λένε John
Τον ρινόκερο τον λένε John
Τον ουρακοτάγκο τον λένε John
Την γυναίκα με την πριονωτή κυματομορφή στην μασχάλη την λένε John
Το παιδί σε συμπιεσμένους ήλιους τον λένε John
Τον άντρα ξερατό και καμμένο λάστιχο τον λένε John
Το κορίτσι όνειδος την λένε John
Την κουρτίνα την λένε John
Τον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα τον λένε John
Την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα την λένε John
Τo πιστόλι που άνοιξε την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα το λένε John
Το σαπισμένο συκώτι το λένε John
Τον τρικερατώψ τον λένε John
Την στάση εκ του ισχύως την λένε John
Ένα κανάλι στην Αγγλία το λένε BBC
3.
- Καλά εσύ ομοίασες με φιλάνθρωπο. Ψέμματα;
- Ξεπροβιαλίνω ακραγάτι
περστίνιο φχιονολιπίσκο δάρντι
Ιτρονεβές ρεπ τρακενικ
Όπλεκ ανίκ κραβομπανίκ
Όπρουκ σόκουρ ντουλερέν
Όπρεκ σεκέν ντρε φελερέν
Ασβέκ κινουχιαβόλι σμάκα
Όφκεξ ναρτιλαμάκα άνκα
Κιμπούκαπ άπες σουκάρεν
Φχίχεν εφάκα ον εκδζάνεν
Επακασουκολινιξιέρτι
Πρασκοβουλέντρι θέντι μέρτι
- Μια ζωή μαλάκας.
.......
Θα πάρω έναν κίονα από την Ακρόπολη
θα τον βάλω στη μέση του σπιτιού μου
και θα δέσω γύρω απ’ αυτόν
(με κοντό σχοινί)
τα νεύρα μου
ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ να μην με φτάνουν.
Νισάφι πια
2.
Τον σκύλο τον λένε John
Την γάτα την λένε John
Τον ρινόκερο τον λένε John
Τον ουρακοτάγκο τον λένε John
Την γυναίκα με την πριονωτή κυματομορφή στην μασχάλη την λένε John
Το παιδί σε συμπιεσμένους ήλιους τον λένε John
Τον άντρα ξερατό και καμμένο λάστιχο τον λένε John
Το κορίτσι όνειδος την λένε John
Την κουρτίνα την λένε John
Τον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα τον λένε John
Την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα την λένε John
Τo πιστόλι που άνοιξε την τρύπα στον παππού μου πίσω απ’ την κουρτίνα το λένε John
Το σαπισμένο συκώτι το λένε John
Τον τρικερατώψ τον λένε John
Την στάση εκ του ισχύως την λένε John
Ένα κανάλι στην Αγγλία το λένε BBC
3.
- Καλά εσύ ομοίασες με φιλάνθρωπο. Ψέμματα;
- Ξεπροβιαλίνω ακραγάτι
περστίνιο φχιονολιπίσκο δάρντι
Ιτρονεβές ρεπ τρακενικ
Όπλεκ ανίκ κραβομπανίκ
Όπρουκ σόκουρ ντουλερέν
Όπρεκ σεκέν ντρε φελερέν
Ασβέκ κινουχιαβόλι σμάκα
Όφκεξ ναρτιλαμάκα άνκα
Κιμπούκαπ άπες σουκάρεν
Φχίχεν εφάκα ον εκδζάνεν
Επακασουκολινιξιέρτι
Πρασκοβουλέντρι θέντι μέρτι
- Μια ζωή μαλάκας.
.......
6/5/10
24/4/10
ΠΩΣ
Πώς ανταλλάσσεται η κατασκευή
με το αίμα
πώς η θάλασσα υπάρχει
δίχως τον ουρανό
πώς στον καθρέφτη κοιτάς
φίλε μου
γράφοντας με το στυλό σου
πώς να 'ρθεις δίπλα μου κοντά μου
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.
******
Πώς γίνεται να σε αγγίζω
ενώ έξω ζητάνε φωτιά
πώς να φιλώ το δέρμα σου
ενώ αύριο φεύγεις
να πίνω να κλαίω να τρεκλίζω
ενώ σκιές ορίζουν το αύριο
πώς να σε σκέφτομαι - ποτάμι οι λέξεις
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.
******
Μα θα κρατήσω
την ώρα κλειδωμένη εγώ,
ως μόνος χρονοκράτωρ.
Σε αντάλλαγμα, θέλω τη
ζέστη σου.
Θα έρθεις
θα με αγγίξεις
θα με κρατήσεις σφιχτά στη λαβή σου
θα με παγιδεύσεις μέσα στο σώμα σου
θα μου μιλήσεις με λόγια ήμερα
κι εγώ για λίγο θα ξεχάσω
πως εσύ πια οριστικά
ανήκεις αλλού.
.......
με το αίμα
πώς η θάλασσα υπάρχει
δίχως τον ουρανό
πώς στον καθρέφτη κοιτάς
φίλε μου
γράφοντας με το στυλό σου
πώς να 'ρθεις δίπλα μου κοντά μου
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.
******
Πώς γίνεται να σε αγγίζω
ενώ έξω ζητάνε φωτιά
πώς να φιλώ το δέρμα σου
ενώ αύριο φεύγεις
να πίνω να κλαίω να τρεκλίζω
ενώ σκιές ορίζουν το αύριο
πώς να σε σκέφτομαι - ποτάμι οι λέξεις
ενώ εσύ ξέρω πια πως
ανήκεις αλλού.
******
Μα θα κρατήσω
την ώρα κλειδωμένη εγώ,
ως μόνος χρονοκράτωρ.
Σε αντάλλαγμα, θέλω τη
ζέστη σου.
Θα έρθεις
θα με αγγίξεις
θα με κρατήσεις σφιχτά στη λαβή σου
θα με παγιδεύσεις μέσα στο σώμα σου
θα μου μιλήσεις με λόγια ήμερα
κι εγώ για λίγο θα ξεχάσω
πως εσύ πια οριστικά
ανήκεις αλλού.
.......
11/4/10
Ο Βράχος, εμείς μέσα Του
Σαν τουφεκιά από τα δύο μέτρα.
Κάθε φορά η ώρα της αλλαγής τσακίζεται
πνίγεται στα αίματα.
Η εικόνα πέφτει συντρίβεται στην πραγματικότητα -
τα πόδια τρέχουν τα χείλη φωνάζουν
το αίμα κυλάει.
Απ΄το χέρι απ΄το πόδι. Απ΄το κεφάλι.
Απ΄το δέντρο απ΄το χορτάρι από το χώμα.
Αδελφέ Δάσκαλε Θάνατε
δώσε τις εντολές Σου, χάρισε τις επιταγές Σου,
δείξε το σκληρό Σου δρόμο.
Υποδεχτείτε Τον.
Αφήστε Τον να έρθει να ορίσει
να στολίσει τη χυδαία χαμερπή ποταπότητά μας
να νοηματοδοτήσει να διατάξει Αυτός
ποιοι θα φύγουν ποιοι θα μείνουν,
εσύ, εγώ, ο διπλανός μου, δεν έχει σημασία - το ίδιο
τυχαίες μονάδες ενός τυχαίου συνόλου - είναι το ίδιο.
Μη φοβάστε
το αίμα που κυλάει, το αίμα που τρέχει
μην κρίνετε
είναι ανώτερό μας, είναι μείζον μας
είμαστε εμείς οι ελάσσονες
αφήστε να γεμίσει τους μυς, να δροσίσει το κορμί
να βάψει τα δάχτυλα
αφήστε να τρίξουν οι πέτρες να τρίξουν τα δόντια
να λάμψουν τα πρόσωπα
αφήστε προπαντώς τα χτυπήματα,
αυτή τη μονότονη πηχτή μουσική
- πρέπει μόνο να δίνουμε και να παίρνουμε δυνατά χτυπήματα. .......
Κάθε φορά η ώρα της αλλαγής τσακίζεται
πνίγεται στα αίματα.
Η εικόνα πέφτει συντρίβεται στην πραγματικότητα -
τα πόδια τρέχουν τα χείλη φωνάζουν
το αίμα κυλάει.
Απ΄το χέρι απ΄το πόδι. Απ΄το κεφάλι.
Απ΄το δέντρο απ΄το χορτάρι από το χώμα.
Αδελφέ Δάσκαλε Θάνατε
δώσε τις εντολές Σου, χάρισε τις επιταγές Σου,
δείξε το σκληρό Σου δρόμο.
Υποδεχτείτε Τον.
Αφήστε Τον να έρθει να ορίσει
να στολίσει τη χυδαία χαμερπή ποταπότητά μας
να νοηματοδοτήσει να διατάξει Αυτός
ποιοι θα φύγουν ποιοι θα μείνουν,
εσύ, εγώ, ο διπλανός μου, δεν έχει σημασία - το ίδιο
τυχαίες μονάδες ενός τυχαίου συνόλου - είναι το ίδιο.
Μη φοβάστε
το αίμα που κυλάει, το αίμα που τρέχει
μην κρίνετε
είναι ανώτερό μας, είναι μείζον μας
είμαστε εμείς οι ελάσσονες
αφήστε να γεμίσει τους μυς, να δροσίσει το κορμί
να βάψει τα δάχτυλα
αφήστε να τρίξουν οι πέτρες να τρίξουν τα δόντια
να λάμψουν τα πρόσωπα
αφήστε προπαντώς τα χτυπήματα,
αυτή τη μονότονη πηχτή μουσική
- πρέπει μόνο να δίνουμε και να παίρνουμε δυνατά χτυπήματα. .......
31/3/10
ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ
Που πας θηρίο
Θηρίο με τα ματωμένα δόντια
Εσύ που κάποτε έμοιαζες με τον φόβο
Και τώρα γραφικό
Θηρίο
Στέκεσαι στην αμμουδιά
Πίσω σου
Η εξαγριωμένη θάλασσα
Κι ολόγυρά σου
Ο κοκκινισμένος ουρανός
Μ’ αυτό το βλέμμα που έσπερνε φόβο
Τώρα βλέμμα ξεγραμμένου ηδονοβλεψία ανθρώπινων πόνων
Ποιος σου υποσχέθηκε αίμα και κοντάρια
Και λαγήνι
Λέγε ποιος
Κι εσύ έτρεξες να πιείς το αίμα
Να σπάσεις τα κοντάρια
Να γκρεμίσεις τα λαγήνια
Κι έμεινες μόνο
Εσύ και το μίσος σου
Να που υπάρχει δικαιοσύνη
Αυτός που χάθηκε παν τρία χρόνια
Βρέθηκε
Και του δώσαμε φαΐ
Και του δώσαμε ρούχα
Και του κλείσαμε την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
Και του στρώσαμε να κοιμηθεί
Του γιατρέψαμε τις εκδορές του φόβου και της καχυποψίας
Κι απ’ τη χαρά του γύριζε στους δρόμους κι έπεφτε στις λάσπες
Να φύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια
.......
Θηρίο με τα ματωμένα δόντια
Εσύ που κάποτε έμοιαζες με τον φόβο
Και τώρα γραφικό
Θηρίο
Στέκεσαι στην αμμουδιά
Πίσω σου
Η εξαγριωμένη θάλασσα
Κι ολόγυρά σου
Ο κοκκινισμένος ουρανός
Μ’ αυτό το βλέμμα που έσπερνε φόβο
Τώρα βλέμμα ξεγραμμένου ηδονοβλεψία ανθρώπινων πόνων
Ποιος σου υποσχέθηκε αίμα και κοντάρια
Και λαγήνι
Λέγε ποιος
Κι εσύ έτρεξες να πιείς το αίμα
Να σπάσεις τα κοντάρια
Να γκρεμίσεις τα λαγήνια
Κι έμεινες μόνο
Εσύ και το μίσος σου
Να που υπάρχει δικαιοσύνη
Αυτός που χάθηκε παν τρία χρόνια
Βρέθηκε
Και του δώσαμε φαΐ
Και του δώσαμε ρούχα
Και του κλείσαμε την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
Και του στρώσαμε να κοιμηθεί
Του γιατρέψαμε τις εκδορές του φόβου και της καχυποψίας
Κι απ’ τη χαρά του γύριζε στους δρόμους κι έπεφτε στις λάσπες
Να φύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια
.......
25/3/10
25η Μαρτίου: να σου πω μια ιστορία
Οι έρημοι Σουλιώτες εχαθήκαν
Οι έρημοι Σουλιώτες δεν υπάρχουν πια
Μπερδεύτηκαν με τς άλλους της Ελλάδας
Και πάψαν να μιλούν αλβανικά
Για τέσσερις αιώνες σκαλωμένοι
σε βράχους πάνω σε άγρια βουνά
Eζούσανε με πρόβατα και μ' όπλα
δανείζαν τόκους χάριζαν κλεψιά
Πολέμαγαν τη νύχτα σαν τους ίσκιους
με λάσπες στα ντουφέκια στα μαλλιά
Μακελαραίους τς έλεγαν οι Τούρκοι
κι οι όμοιοι που πιστεύαν τον Αλλάχ
Με ξουρισμένα μέτωπα, κροτάφους
τη βρώμικη την κάπα από αρνιά
Απ' τα βουνά τους βγαίναν για να κλέψουν
Ρωμαίο Αλβανό Τούρκο ραγιά
Στα σπίτια τους είχαν χοντρούς τροχάλους
να μην τους βρει σουλιώτικη ριξιά
Κι αυτοί Ρωμέοι είχαν γενεί στην πίστη
μα σκότωναν μη χάνοντας καμιά
Τη φάρα τους πιστεύαν πάνω απ' όλα
κι αυτή τους εξεκλήρισε σιγά
Σκοτώθηκε ο ένας με τον άλλον
μ' άδειο ντουφέκι, μπάλα δανεικιά
Εμείναν οι φτωχοί απά στους βράχους
οι πλούσιοι αγαπήσαν τον πασά
Μα κι ως το τέλος δεν τους διώξαν όπλα
μα αρματολίκια, στρατηγίες, πουγγιά
Στο Μισολόγγι πήγαν με τους άλλους
σηκώσανε σημαία Ελληνικιά
Πολέμαγαν πιο ατρόμητα απ' όλους
μα με το μάτι πάντα στα φλουριά
Αγάπησαν το Γένος την Πατρίδα
σαν να 'τανε δικιά τους φαμελιά
Μα πόλεμο, τον πόλεμο αγαπούσαν
να μην ζουν σαν το δούλο, το ραγιά
.......
Οι έρημοι Σουλιώτες δεν υπάρχουν πια
Μπερδεύτηκαν με τς άλλους της Ελλάδας
Και πάψαν να μιλούν αλβανικά
Για τέσσερις αιώνες σκαλωμένοι
σε βράχους πάνω σε άγρια βουνά
Eζούσανε με πρόβατα και μ' όπλα
δανείζαν τόκους χάριζαν κλεψιά
Πολέμαγαν τη νύχτα σαν τους ίσκιους
με λάσπες στα ντουφέκια στα μαλλιά
Μακελαραίους τς έλεγαν οι Τούρκοι
κι οι όμοιοι που πιστεύαν τον Αλλάχ
Με ξουρισμένα μέτωπα, κροτάφους
τη βρώμικη την κάπα από αρνιά
Απ' τα βουνά τους βγαίναν για να κλέψουν
Ρωμαίο Αλβανό Τούρκο ραγιά
Στα σπίτια τους είχαν χοντρούς τροχάλους
να μην τους βρει σουλιώτικη ριξιά
Κι αυτοί Ρωμέοι είχαν γενεί στην πίστη
μα σκότωναν μη χάνοντας καμιά
Τη φάρα τους πιστεύαν πάνω απ' όλα
κι αυτή τους εξεκλήρισε σιγά
Σκοτώθηκε ο ένας με τον άλλον
μ' άδειο ντουφέκι, μπάλα δανεικιά
Εμείναν οι φτωχοί απά στους βράχους
οι πλούσιοι αγαπήσαν τον πασά
Μα κι ως το τέλος δεν τους διώξαν όπλα
μα αρματολίκια, στρατηγίες, πουγγιά
Στο Μισολόγγι πήγαν με τους άλλους
σηκώσανε σημαία Ελληνικιά
Πολέμαγαν πιο ατρόμητα απ' όλους
μα με το μάτι πάντα στα φλουριά
Αγάπησαν το Γένος την Πατρίδα
σαν να 'τανε δικιά τους φαμελιά
Μα πόλεμο, τον πόλεμο αγαπούσαν
να μην ζουν σαν το δούλο, το ραγιά
.......
12/3/10
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. SCHWITTERS
Πολύ συχνά μου έρχονται στη μνήμη τα ποιήματα του Schwitters και προπάντων η απαγγελία του. Τότε είναι που τα μπερδεύω τελείως. Χάνω τον έλεγχο του δρόμου και το σώμα μου κινείται αυτόματα σε παράξενους σχηματισμούς. Άλλες φορές σχηματίζω νοητά τετράγωνα και τρίγωνα ή ομόκεντρους κύκλους με την κίνηση του σώματος κι άλλες φορές προχωρώ ακατάληπτα ατέλειωτες ευθείες σε ξέφρενους ρυθμούς. Αυτό συμβαίνει όσο κρατάει η επήρεια των ποιημάτων. Τη διάρκεια δεν μπορώ να την υπολογίσω. Έρχονται μόνα τους κάθονται όσο θέλουνε και φεύγουνε ξαφνικά αφήνοντας μου ένα χρονικά ανεπαίσθητο κενό ικανό όμως να μου προξενήσει ζάλη και να βρεθώ οριζόντιος στην άσφαλτο. Το παράξενο είναι ότι μετά την επήρεια δεν θυμάμαι τίποτα από τις πράξεις μου λες κι είχα ακατάληπτες παραισθήσεις ή τρία λίτρα αλκοόλ στο στομάχι μου. Τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Τα ίδια τα ποιήματα με έφερναν σ’ αυτήν την κατάσταση. Τί να κρύβανε άραγε οι φαινομενικά ανόητες λέξεις των ποιημάτων. Μήπως απελευθερώνανε την πιο ενστικτώδικη κίνηση του κορμιού; Μήπως κάποιο άλυτο μαθηματικό μυστήριο χαμένο στα βάθη της λογικής εκεί στα σύνορα με το ένστικτο και το συναίσθημα; Δεν το γνωρίζω. Πολλές φορές κοίταξα να βρω μια λύση αλλά δεν μπόρεσα κι εκεί που έψαχνα πάντα, τον μυριζόμουν από μακριά, να σου κι ερχόταν αργά αργά με την αλαζονεία του νικητή ο κατακτητικός στρατός των λέξεων του Kurt Schwitters. Είναι σαν να μην με αφήνει να βρω τη λύση, είναι σαν να μην με αφήνει να ξεφύγω, είναι σαν να λειτουργεί, ο συρφετός, χρησιμοποιώντας τη λογική κι ακόμα χειρότερα είναι σαν να τρέφεται και να παρακολουθεί τη δική μου λογική. Οι άνθρωποι σίγουρα θα με λένε τρελό όταν για παράδειγμα μπαίνω στα καταστήματα τους και τα διασχίζω με νοητά εξάγωνα (ή ότι άλλο, λες και θυμάμαι), όταν περπατώ στους δρόμους αργά και με τα πόδια μου να φτάνουν όσο πιο ψηλά μπορούν, όταν τραγουδώ αυτά τα ποιήματα με δύναμη και θεατρικότητα στις στέγες των εκκλησιών και των λεωφορείων, όταν τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ σηκώνοντας τα χέρια και ουρλιάζω θριαμβευτικά «ούλτα-έ», όταν βήχω επιδεικτικά μπροστά στα μούτρα σκυλιών και γατιών κι όταν μπουσουλάω μέσα σε περίπτερα και τουαλέτες καφενείων μην αφήνοντας κανέναν να πλησιάσει απευθυνόμενος σ’ αυτούς με το πρόσταγμα «ΓΑΒ». Σίγουρα. Κι εγώ αυτά θα έλεγα για κάποιον άλλο. Πόσες φορές δεν αναζήτησα την ισορροπία στη λογική. Να ξέρω που πατάω να ξέρω τι θα πω. Να κοντρολάρω το σώμα μου απόλυτα. Να χαϊδεύω τα σκυλάκια κι όχι να τους βήχω να φλερτάρω με ωραίες γυναίκες με στρατηγική κι υπομονή, να προγραμματίζω χωρίς φόβο και να νιώθω κυρίαρχος του εαυτού μου. Κι άλλες πολλές, πραγματικά πολλές φορές, να πνίγομαι απ’ την ηδονή του ακατάληπτου, να συνεπαίρνομαι απόλυτα από τον κύριο Schwitters. Να ζω σε ένα ασταμάτητο μεθύσι αυτοματισμών, πιθανοτήτων κίνησης, συνδυασμών και αυθόρμητων δημιουργιών μαθηματικών σχεδιασμών και εκφράσεων. Όμως αυτό που με δυσκολεύει πιο πολύ κι από τις δύο καταστάσεις είναι η εναλλαγή τους και η κατανόηση του προβλήματος. Ίσως να φταίει που κι ο ντανταϊστής Kurt στην προσπάθειά του να σοκάρει την κοινωνία της εποχής χρησιμοποίησε πολύ τη λογική για να δημιουργήσει το παράλογο του, ίσως να φταίνε οι κοινωνικές νευρώσεις, ίσως…
Έρχονται, φεύγω
.......
Έρχονται, φεύγω
.......
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)