28/4/09

Ένα παιδί (Περιστατικό στη Hauptplatz)

(διαβάζεται γρήγορα)

Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα και μου ζητιάνεψε.
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα σε μένα και ζητιάνεψε όταν
έτρωγα όρθιος αφηρημένος στην καντίνα.
Ένα Τουρκάκι Κουρδάκι Αιγυπτιάκι Αραβάκι.
Με κοίταξε ειρωνικά στα μάτια
όταν αρνήθηκα τα λεφτά μου να του δώσω.
Με ρώτησε ειλικρινά για το λουκάνικο: «Είναι καλό;»
Μια φωνή που δεν ακούστηκε από τη ντροπή
που πετάχτηκε που χτύπησε στο απέναντι κτίριο
και συντρίφτηκε με κρότο στο πεζοδρόμιο.
Ένα μελαμψό παιδί που σύρθηκε από το μανίκι
στο Τούρκικο και κατάπιε με τεράστιες μπουκιές
το φαΐ που ακολούθως του αγοράστηκε.
Ένα μικρό παιδί σε μια ξένη χώρα με μαύρα παπούτσια
με τυρκουάζ καπελάκι δίχως λέξη ξένης γλώσσας
πεινάει στο δρόμο ζητάει φαΐ, λεφτά
και δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει τι του έχει συμβεί.
Τρώει υπάκουα το φαΐ που του αγοράστηκε,
ευχαριστεί τον κύριο και φεύγει.
Γυροφέρνει λίγο ακόμα στην πλατεία ανόητα
άσκοπα ζαλισμένα.

Σάββατο βράδυ σε μια ξένη χώρα δίχως λέξη ξένης γλώσσας
ένα παιδί 12 χρονώ κάθισε στο βρώμικο πλακόστρωτο
μπρος σε ανέμελους περαστικούς
έβγαλε το τυρκουάζ καπελάκι του και ζητιάνεψε.



.......

21/4/09

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ (ή έτσι όπως γινόταν πάντα)

O Ρινόκερος περιφερόταν από νωρίς στην πόλη. Επιβλητικός κι ογκώδης περνούσε από πλατείες και λεωφόρους αυτού του συνονθυλεύματος κτιρίων τα οποία σου έδιναν την εντύπωση ότι δεν κατοικήθηκαν ποτέ, σαν ντεκόρ από ταινία έμοιαζαν. Αυτός, με το σκυμμένο του κεφάλι συνέχιζε αργά αλλά σταθερά. Τα βήματά του καλύπτονταν από τις αραιές καμπανιές και τα βήματα των χιλιάδων αμίλητων που συνόδευαν τη λιτανεία. Εξαπτέρυγα, εικόνες, όπλα, παράσημα, γραβάτες και τσάντες ακολουθούσαν το ζωντανό στην πομπή του. Ο Ρινόκερος μπροστά, με τον αργό του βηματισμό να κατευθύνει τον όχλο και την εικόνα του Αγίου Μαστιγίου στερεωμένη ανάμεσα στα κέρατά του, με κλειστά μάτια σαρώνει την πορεία του. Στο πίσω μέρος της πομπής, δέκα χιλιάδες μασκοφόροι ακολουθούν αργά, σαν το άγριο ζώο που ετοιμάζει επίθεση, με αλαζονικό βάδισμα και περίσσια αυτοπεποίθηση.
Κάποια στιγμή ο Ρινόκερος σταματά τη λιτανεία. Μπροστά του, μια διάφανη σφαίρα, μέσα στην οποία δύο μικροσκοπικά ανθρωπάκια γυμνά, με κακία στο πρόσωπο, χαμογελάνε στον αρχηγό της πομπής. Το ένα τρώει τις σάρκες του άλλου ενώ ένα φίδι ξερνάει αυγά προς όλες τις κατευθύνσεις. Από μια μυστική είσοδο της σφαίρας ένας ιερέας βάζει την εικόνα του Αγίου και την παραδίδει στο ένα ανθρωπάκι. Ξάφνου μες τη γυάλα αρχίζει μια σύγκρουση μεταξύ χρόνου, χώρου κι εννοιών. Τα ανθρωπάκια κρύφτηκαν κάτω από ένα δέντρο κλαίγοντας και παρακαλώντας και τρώγοντας το ένα τ’ άλλο. Οι συμπιέσεις του χώρου και η μη γραμμικότητα του χρόνου τα αποδόμησαν σωματικά και πνευματικά. Το φίδι κατάπιε τον εαυτό του κοροϊδεύοντας την όραση και τη λογική ενώ τ’ αυγά του ήταν τα μόνα που σώθηκαν μετά την έκρηξη της σφαίρας.
Ένας ιερέας μάζεψε τ’ αυγά τα τοποθέτησε με ευλάβεια σε ένα πανέρι και έψαλε το απολυτίκιο του Φιδιού.

Όσοι πέρασαν κείνη την εποχή απ’ τη Μεγάλη Πορεία
Έφεραν μαζί τους μάσκες και μαστίγια στα χέρια τους
Ο όχλος δεν μπορούσε να κρατήσει τη δύναμή τους
Συγχισμένος ασυνεννόητος και φοβικός έχασε τη μάχη
Το φίδι εθριάμβευσε και στον πάντα καινούριο κόσμο
Έφερε τα αυγά του


Την ώρα που τέλειωσε το απολυτίκιο οι μασκοφόροι ξεγύμνωσαν τα σπαθιά τους και ανελέητα καθώς και με απόλυτη πίστη έσφαξαν τον ανίσχυρο όχλο, τους εχθρούς τους αλλά και τους συνεργάτες τους. Τα χτυπήματα ήταν γρήγορα, αδιάκοπα και αλάθητα. Πρώτα έσφαξαν τη λογική, μετά την αλληλεγγύη και τέλος τη βούληση. Αφού τέλειωσαν, την ώρα του σκύλου, έκατσαν πάνω στους σωρούς των πτωμάτων και περίμεναν τον αρχηγό τους να φάει τον Ρινόκερο. Όταν ολόκληρο το ζωντανό κατέληξε στο στομάχι του αρχηγού οι μασκοφόροι εξαφανίσθηκαν. Ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος και ξέρασε απ’ το στόμα του χιλιάδες αυγά κι απ’ τα αυγά βγήκαν φίδια και τα φίδια ξερνοβολούσαν κι άλλα αυγά, κι άλλα φίδια, ώσπου ένα αυγό έσπασε και βγήκε ένας ρινόκερος με την εικόνα του Αγίου Μαστιγίου να περιφέρεται σε κάποια πόλη, μια πομπή, μασκοφόροι…
.......

10/4/09

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ, ΕΝΑ ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΑΔΑ

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ο γέρος ανήμπορος παλεύει με τις μνήμες του...
Πάλι στα κύματά τους παραδέρνει ναυαγός,
Τα χέρια του σαν άγκυρες σφιχταγκαλιάζουν
τα χέρια της καρέκλας,
στρίβει το κεφάλι, κλειστά τα μάτια
Στραμμένος προς τα ‘κει,
στα βάθη της θάλασσας



ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ

Αυτός που φοβόταν την νύχτα,
μέρα μεσημέρι
φεγγάρια απλώνονταν στα μάτια του



ΕΞΥΠΝΑΔΑ

ΣΤΟΥΣ ΧΙΛΙΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ
ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΕΙΜΑΙ Ο ΕΝΑΣ
.......

3/4/09

Φρου φρου κι αρώματα

Εγώ δε φοράω άρωμα.

Εσύ φοράς άρωμα;

Όχι γιατί άμα φοράς άστο δε σε θέλω

σήμερα το πρωί στο διάδρομο κάποιος είχε φορέσει άρωμα και μετά που το μύρισα πήγα έξω τρέχοντας έπεσα στα γόνατα κι έκανα εμετό



Οπότε καλύτερα να μη βάζουμε καθόλου αρώματα.





. .......

29/3/09

Στου Ίντερνετ τις σελίδες (Ο Φλοκ)

Στου Ίντερνετ τις φωτεινές σελίδες
βρίσκει ο μικρός ο Φλοκ ό,τι ζητήσει
γνώσεις, παρέες, αιθέριες κορασίδες
κι άλλα, χωρίς ψιλά να ακουμπήσει

Είναι καιρός πια που δεν κόβεται το ρεύμα
κι όλοι κάνουν όμορφα τη δουλειά τους
έτσι κι ο Φλοκ μπροστά στην εικοσιτεσσάρα
ψάχνει τα Σάιτ, μηδενίζεται μπροστά τους

Δεν είν΄μονόχνωτος, μονήρης όμως, όχι
μην τον νομίσετε αναγνώστες μου μυστήριο
κυκλοφορεί, βγαίνει όξω στα Φόρουμ
για ν'αγορεύσει ευφραδώς στ΄ακροατήριο

Φρόντισε μάλιστα κι έφκειαξε και σελίδα
δικό του πράμα, ντόπιο, να μιλάει
τα σώψυχά του να στραγγίζει ως τη ρανίδα
να μπαίνει μέσα ο κάθε άχρηστος να κοιτάει

Ο Φλοκ μας είν΄καλό κοπέλι όμως
τρέχει, βοηθάει όποιονε δεν την παλεύει
ηλεχτρικούς φακέλους γράφει στέλνει μόνος
παγκόσμια ειρήνη, αλληλεγγύη, αγάπη γυρεύει

Εψές ένα του γράμμα εβρήκε μένα
την ώρα που έπινα το Τσάι μπρος στην Oθόνη
Είχα ξεχάσει ο δυστυχής ότι εις το Φόρουμ
είχα υπογράψει σαν «Το Μοναχό Τρυγόνι».
.......

20/3/09

ΡΙΖΙΤΙΚΟ

Σε ψηλό σκαμπό, σε σκοτεινό μπαράκι
κάθεται βοσκός
Κάθεται βοσκός, θλιμμένος λυπημένος ο καημένος
και παρακαλεί
Και παρακαλεί, τον μπάρμαν ν’ ανατείλει
μπάρμαν ανάτειλε
Μπάρμαν ανάτειλε, και δώσε ένα ουίσκι
για να πιω κι εγώ
Για να πιω κι εγώ, ξανά να γίνω φέσι
που μαι μοναχός
Που μαι μοναχός, και βρίσκω τη χαρά μου
στα ηρεμιστικά
Στα ηρεμιστικά, μα και σε άλλα χάπια
γιατ’ αλλιώς μπορεί
Γιατ’ αλλιώς μπορεί, να κάνω φασαρία
να σφάξω και δυο τρείς
Να σφάξω και δυο τρείς, κρατώντας περηφάνια
ζηλιάρης νευρασθενικός
Ζηλιάρης νευρασθενικός, με έχω καταντήσει
γιατί μια ζωή
Γιατί μια ζωή, πρέπει να είμαι βράχος
άντρας δυνατός
Άντρας δυνατός, μα γω σαν στάχυ νιώθω
μες στην ταραχή
Μες στην ταραχή, τ’ ανέμου και του φόβου
μπάρμαν ανάτειλε

Μπάρμαν ανάτειλε, δώσ’ μου κι άλλο ουίσκι .......

5/3/09

Ένας επιτυχημένος τύπος

Ως εδώ δεν τα ΄χω πάει κι άσχημα.

Έχω υψηλή θέση στην εταιρεία και πληρώνομαι
αρκετά καλά, τους είμαι πια απαραίτητος.
Η γυναίκα μου μ΄αγαπάει, μεγαλώνει σωστά τα παιδιά
και μαγειρεύει επίσης ωραία. Φρόντισε κι έχασε πάλι
τα κιλά της εγκυμοσύνης, μόνο για μένα.
Στην πολυκατοικία με χαιρετάν όλοι με χαμόγελο
και για το αμάξι μου κάτω έχει πάντα χώρο.

Παίρνω άδεια δυο τρεις φορές το χρόνο και πηγαίνω στο χωριό,
μ΄αρέσει να κάθομαι στον κήπο και να παίζω χαρτιά
στο καφενείο με τους παππούδες, είναι το χόμπι μου.
Τις Κυριακές συνηθίζω να τρώω στο σπίτι των γονιών μου,
η μητέρα μου μού έχει ακόμα τρομερή αδυναμία.
Τρώμε και μετά πίνουμε μαζί καφέ.

Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται κανείς
να κλέβει, να παίρνει ναρκωτικά, να πίνει ή να καταστρέφει
τη ζωή του και των γύρω του όπως ακούω συχνά να γίνεται στις ειδήσεις.
Η ζωή είναι στο χέρι σου, αρκεί να έχεις όρεξη να δουλέψεις.
Τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ απλά:
Με δουλειά, κέφι και όραμα μπορείς να πετύχεις ό,τι θελήσεις.





Ένας πολύ επιτυχημένος τύπος


Καμιά φορά η ζωή είναι ωραία. Και δίκαιη.
Σε λιγότερο από 15 χρόνια έχω σχεδόν ό,τι ονειρεύεται κάθε άνθρωπος.
Λόγω της αποφασιστικότητας και της εξυπνάδας μου βέβαια -
αλλά όπως και να΄χει δεν έκανα ποτέ κάτι το ακραίο.

Πόσοι σαν κι εμένα υπάρχουν στη χώρα;
Σαράντα; πενήντα; δεν το πιστεύω.
Όπου πάω με ξέρουν όλοι. Με χαιρετούν όλοι.
Με γλείφουν και με παρακαλούν όλοι, και το ξέρω και το ξέρουν.
Και μου αρέσει. Γιατί κι αυτοί πολύ θα ήθελαν. Πολύ θα έλπιζαν.
Πολύ θα εύχονταν να είναι σαν κι εμένα.

Κοίτα τους, καμιά φορά τους βλέπω και με πιάνει οίκτος.
Δουλεύουν σαν σκυλιά οι περισσότεροι, για ψίχουλα.
Μου ΄ρχεται να τους δώσω τα ρούχα μου ή το ρολόι μου,
ή να αδειάσω μπροστά τους ότι υπάρχει στο πορτοφόλι μου.
Όμως δε χρειάζεται, τέτοιοι άνθρωποι σε μισούνε.
Θα χαίρονταν πολύ στην καταστροφή σου, θα σε πάταγαν
στο πρώτο σου λάθος. Είναι παλιά αλήθεια:
Ψηλά, είσαι και πρέπει να είσαι μόνος.

Έλα δω, κάθισε λίγο πιο κοντά.
Βλέπεις τα πετραδάκια; Αληθινά διαμάντια είναι.
Τα παράγγειλα κατευθείαν απ΄ το Λονδίνο, μόνο για σένα.
Φόρα τα, είναι δικά σου. Σε ομορφαίνουν πολύ
με το κόκκινο φόρεμα.

Τώρα θέλω να σε δω μόνο με αυτά.





Ένας αποτυχημένος τύπος


Πάλι θα τη βγάλω με ψωμοτύρι, δεν τα γράφουν πια.
Αλλά δεν πάνε όλοι στο διάβολο. Από τη στιγμή που αποφάσισα
να φτάσω ως την άκρη ήταν γνωστά όλα αυτά.

Ίσως να μην έχει πια νόημα, αλλά η γραμμή για μένα
έχει χαραχτεί μια για πάντα και δεν αλλάζω, τέλος.
Είμαι ο μυστήριος, ο παράξενος, ο ναρκομανής
ή ο κλέφτης, ανάλογα με το τι βολεύει κάθε φορά
τον καθένα.

Όμως σημασία έχει μόνο ότι δεν υπέκυψα.
Σε καμία πίεση, που δεν ήταν και λίγες.
«Λυπούμαστε κύριε, είμαστε υποχρεωμένοι από το νόμο να....»
Να πάτε να γαμηθείτε. Αυτό είσαστε πρώτα απ΄όλα υποχρεωμένοι.
«Με συγχωρείς, αλλά εσύ δεν αλλάζεις με τίποτα. Φεύγω.»
Να φύγεις. Κι εσύ.
Κοντά μου δε θέλω άλλα βάρη.

Πού είχα βάλει εκείνα τα κομμάτια με το Μάρκο;
Α, να. Πες τα ρε μάγκα, εσύ είσαι σωστός.

Αύριο θα βρέχει μάλλον, κι άλλη μέρα χωρίς ψάρεμα.
Δε βαριέσαι.
Αύριο ή μεθαύριο.
Για μένα δεν έχει καμιά διαφορά.
.......

22/2/09

Η ΠΟΡΕΙΑ

Πρέπει να βαδίζω γρήγορα δίχως σταματημό
Να αποφασίζω αμέσως την κατεύθυνσή μου
Και να μην διστάζω στο δρόμο
Να βρίσκω σημεία άδεια
Όχι πολυσύχναστα μέρη
Τα πόδια μου ασταμάτητα
Να μην πανικοβληθώ
Αλλιώς η βόμβα θα σκάσει
Ποιος την έβαλε κι εγώ δεν κατάλαβα τίποτα
Την ώρα που κοιμόμουν μάλλον
Ας πάω δεξιά
Να ναι στα πλευρά ή στον θώρακα
Τέλος πάντων δεν πρέπει να σταματήσω
Όχι πολυκοσμίες
Ούτε χαιρετισμούς και συζητήσεις με κανέναν
Ανακόπτουν την πορεία
Αριστερά γρήγορα
Ούτε ωραίες κοπελιές να κοιτάζω
Μπορεί να ξεχαστώ
Πάλι αριστερά
Αρχίζω και κουράζομαι
Πως θα αντέξω
Πως;
Να βρώ ευθεία
Γρήγορα
Μήπως να κάτσω
Όχι ποτέ
Λίγο, ίσως να μην γίνει τίποτα
Τέσσερις ώρες περπατάω
Ας πάω λίγο πιο αργά
Ωραία έχω περισσότερες δυνάμεις έτσι
Μήπως είναι στο μυαλό μου
Μήπως δεν γίνει τίποτα;
«Το καλό»
κρεοπωλείο
ρε που βρίσκουν αυτά τα ονόματα
παραλίγο ν’ αφεθώ
ωραία η παραλία
αλλά να μην πηγαίνω απ την άμμο θα κουραστώ
ας σταματήσω ένα δευτερόλεπτο
έτσι για δοκιμή
κι αν;
κι αν σκάσει;
Μ’ αρέσει η ζωή μου, περπάτα
Δεν ξέρω που βρίσκομαι
Η αναπνοή μου δυσκολεύει σιγά σιγά
Αγχώνομαι, φοβάμαι, ιδρώνω, διψάω, κατουριέμαι, κουράζομαι, πεινάω, νυστάζω, πονάω, κλαίω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρέχω, ζαλίζομαι, κρυώνω, φωνάζω, ουρλιάζω, τρελαίνομαι
Σταμάτα
Όχι τρέχα
Θα σταματήσω κι ας σκοτωθώ
Τρέχα
Θα πέσω στην άμμο κι ας σκάσει η κωλοβόμβα
Να σκοτωθώ μόνος μου χωρίς να σκοτώσω κανένα
Τώρα
Όχι τρέχα
Τώρα ρε
Όχι
Δεν μπορώ άλλο το μαρτύριο
Πέφτω
Βρίσκομαι στην άμμο
Ακίνητος
Περνάνε δυό λεπτά
Τίποτα
Ανοίγω τα μάθια μου
Τίποτα
Ευτυχώς παναγία μου
Φώτα αστράφτουν γύρω μου
Θα ονειρεύομαι μάλλον
Ας κοιμηθώ

Τρεις ώρες πριν στο κρεοπωλείο «Το καλό», ο έμπορας συζητά με έναν πελάτη.
-τον είδες αυτόν που πέρασε απ’ έξω;
-ναι τι είναι αυτός;
-ολότρελος. Ξυπνάει το πρωι και τρέχει μέχρι το βράδυ και πάει και κοιμάται στην παραλία.
-πυροβολημένο δηλ.
-ναι το κακόμοιρο το Στελάκι. Κατά τις οχτώ πέρνα απ’ την παραλία να τον δεις. Στέκονται οι τουρίστες και τον παίρνουν φωτογραφία. Αφού εδώ οι αλήτες έχουν βρεί τον τόπο που πάει και πέφτει κι έχουν στήσει ολόκληρη επιχείρηση. Λοιπόν, πόσα κιλά αρνί θες;
-δυό.
-ωραία.
.......

17/2/09

Ένας σχεδόν κανονικός τύπος

Έχω μια βαθιά λύπη.

Κι όμως, ζω μια όμορφη ζωή.
Έχω μια καλή δουλειά, φίλους που αγαπώ και που
χαίρονται κι αυτοί για την συντροφιά μου,
ένα κορίτσι που κάνουμε πάντα όμορφο έρωτα,
είμαι υγιής. Έχω ταξιδέψει και ταξιδεύω ήδη αρκετά,
σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Έχω όρεξη να δημιουργήσω, να φανώ
χρήσιμος στους ανθρώπους γύρω μου και στο περιβάλλον
και με εργατικότητα και θετική σκέψη με περιμένει
μια ακόμη πιο όμορφη και στρωτή ζωή.

Κι όμως, πολύ συχνά νιώθω μια ατέλειωτη λύπη.




.......

10/2/09

Ένας κανονικός τύπος

Έπρεπε να το κάνω τελικά, ήταν σωστή σκέψη.
Δεν έπρεπε να έχω τόσον καιρό ενδοιασμούς.
Αλλά κι ο κύριος Β. πολύ καλός άνθρωπος, με έκανε
να νιώσω πολύ άνετα. Με δέχτηκε και με ρώτησε για όλους.

Τα καθήκοντά μου απλά, μου τα εξήγησε όλα.
Κυρίως γραφείο αλλά κι εξωτερικές δουλειές, θα μείνει
εννοείται ευχαριστημένος, όταν χρειάζεται δουλεύω σκληρά.
Μόνο που οι άλλοι με κοίταζαν με μισό μάτι - θα περίμεναν
φαίνεται κανένα δικό τους.
Αλλά δε μου καίγεται καρφί, όλοι έτσι δουλεύουν.
Εγώ θ΄ αλλάξω τον κόσμο;

Οπότε λέω σιγά σιγά να αρχίσω να φτιάχνω τη ζωή μου:
να ψάξω για καλύτερο σπίτι, ν΄ αλλάξω το παλιό μου αμάξι,
να φορέσω κάνα ρούχο της προκοπής...
Ως και διακοπές στο εξωτερικό μη σου πω ότι θα πάω.

Με περιμένει από δω κι εμπρός μια εντελώς καινούρια ζωή.





.......

31/1/09

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ

Κοιταχτήκαμε κι αμέσως έφυγα καταλήγοντας στους στενούς δρόμους της πόλης. Αυτός ανέβηκε στο αερόστατό του και με προσπέρασε σε ελάχιστο χρόνο.Σε μια στροφή χτύπησε σε ένα μπαλκόνι και τα ρούχα του που είχε για να περάσει ένα μήνα πάνω στο μεγάλο κάστρο έπεσαν στον δρόμο. Μέχρι να στρίψω είχε κατέβει και τα μάζευε, ενώ ταυτόχρονα με πλησίασε ένας τύπος, με ένα καχύποπτο και συνάμα βλακώδες ύφος, λέγοντάς μου ότι ήθελε να δει αν έχει γίνει κάποια ζημιά. Σκέφτηκα ότι θα ‘ταν ο ιδιοκτήτης, αλλά τα κτίσματα ή τέλος πάντων αυτά τα παραμορφωμένα σπίτια στον 3ο τομέα της πόλης δεν ανήκουν σε κανένα. Ήταν κολλητά το ένα με τ’ άλλο με σκέπες μυτερές γερμένα προς την γη, μεγάλα πολύπλευρα παράθυρα και βαριές πόρτες. Πήρα το δρόμο για το ξενοδοχείο όπου έμενα. Ανέβηκα στο δωμάτιο 1407, κι αφήνοντας σε μια άκρη τα πράγματά μου βγήκα στο μπαλκόνι. Ένας νάνος που ήταν στην πόρτα μου είπε να κάτσω. Μ’ έγδυσε κι έφυγε. Απέναντι στις αρχαίες κολώνες με το ελάχιστο αέτωμα που τις ένωνε δύο άνθρωποι προσγειωθήκανε με αλεξίπτωτα. Ο ένας χόρεψε πάνω σ’ αυτές δίχως να πέφτει. Κοιτούσα άναυδος ενώ δίχως να κινήσω τα πόδια μου βρέθηκα μέσα στο δωμάτιο. Σε λίγο κι οι δυο πήδηξαν απ’ τις κολώνες και μαζί μ’ αυτούς μια κοπελιά. Σηκώθηκα και κοίταξα χαμηλά στο δρόμο αλλά κι οι δυο είχαν εξαφανιστεί. Προσπαθώ να κρύψω τη γύμνια μου πίσω από μια κουρτίνα απ’ τον άνθρωπο που μόλις μπήκε. Του ζητάω να μπει στον ξενώνα μέχρι να ντυθώ. Αυτός συμφώνησε και ξάπλωσε στο κρεβάτι σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Αποτράβηξα την κουρτίνα κι άνοιξα τη βαλίτσα μου. Δεν είχα τίποτα μέσα παρ’ όλο που σ’ όλη τη διαδρομή μου φαινόταν ασήκωτη. Αφού ντύθηκα μπήκαν άλλοι τρεις τύποι στο δωμάτιο μαζί με ένα καθυστερημένο. Με χαιρέτησαν θερμά σαν να είμαστε γνωστοί. Το καθυστερημένο μου χάιδευε τ’ αυτί με φιλούσε στο μάγουλο λέγοντάς μου πολλές φορές «Δημοκρατικός είμαι». Καθώς με πλησίαζε πολύ, η εκπνοή του με γαργαλούσε κι εγώ γελούσα.
Ξύπνησα απότομα. Κοίταξα σαν χαμένος τους τοίχους που με περιβάλλανε και καθώς κατάφερα, από τη ζάλη του ύπνου ξεφεύγωντας, να ξεκαθαρίσω την φωτογραφία του Αδόλφου και τη σημαία με τη σβάστικα απέναντί μου, ανάσανα με ανακούφιση.
Την επομένη με κάλεσαν επειγόντως στο γραφείο του διοικητή των S-S. Όταν μπήκα μέσα ο διοικητής με κοίταξε πολύ εκνευρισμένος. Έτρωγε τα μουστάκια του και γυρνούσε πάνω κάτω στο δωμάτιο ανήσυχος. Δεν είπε κουβέντα για 5 λεπτά. Κι ύστερα γυρνώντας προς εμένα απότομα είπε
- Είσαι πιστός στον Αδόλφο;
- Μάλιστα.
- Μάλιστα.(με ειρωνικό ύφος.) Εγώ άλλες πληροφορίες έχω.
- Από ποιόν;
- Απ’ την επιτροπή υπνοπαρακολούθησης.
- Ποιάν;
- Αυτό που άκουσες. Χθες το βράδυ σ’ επισκέφθηκε κατάσκοπος δικός μας κι όταν σου είπε ότι δήθεν είναι δημοκρατικός εσύ γέλασες. Δεν έδειξες την απαιτούμενη εγρήγορση που θα έπρεπε να έχει ένας λοχαγός του Γ΄ Ράιχ. (ουρλιάζοντας).
- Μα πώς επεμβήκατε στο όνειρό μου;
- Σκάσε ρε λες πολλά. Κι επειδή έχει ξανασυμβεί κι άλλες φορές από μέρους σου αυτή η μαλθακή στάση εμείς πήραμε τις αποφάσεις μας. Θεωρείσαι προδότης.
Πάρτε τον, φώναξε προς την πόρτα. Αυτή άνοιξε και τέσσερις στρατιώτες με τράβηξαν με την βία έξω. Με κατέβασαν στην αυλή, μ’ έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούμενο από άλλους τέσσερις στρατιώτες στο ενάμιση μέτρο με τα όπλα να κοιτάν την καρδιά μου. Παρατηρώντας τους κατάλαβα ότι ήταν οι τέσσερις τύποι που βρέθηκαν στο δωμάτιο 1407.
Αρνήθηκα να μου κλείσουν τα μάθια. Τέσσερις ταυτόχρονες ντουφεκιές. Βρέθηκα ξαπλωμένος κάτω. Ένας αξιωματικός με πλησίασε να μου ρίξει τη χαριστική βολή. Γέλασα δυνατά. Ήταν το καθυστερημένο απ’ το όνειρο. Μετά, σκοτάδι, σιωπή κι ακινησία.
.......

21/1/09

Στο σταθμό

Αναρωτιέμαι τι μ΄ έκανε να έρθω να καθίσω στο σταθμό, στη μέση μιας δύσκολης και κουραστικής μέρας. Ίσως είναι αυτή η παράξενη διάθεση που παλιά στο χωριό με οδηγούσε ψηλά στην εκκλησία (όχι λόγω πίστης, μάλλον η μυστηριακή συντροφιά των νεκρών με γοήτευε) ή σε απομακρυσμένα χωράφια γεμάτα πέτρες και ελιές που συνήθως δεν βρισκόταν κανείς. Περπάταγα για ώρες ανάμεσα σε πέτρες, δέντρα και ξερόχορτα καρφώνοντας συχνά στο χώμα ένα ξύλο ή ένα καλάμι που έβρισκα στο δρόμο μου.
Εδώ, στη φιλόξενη αυτή πόλη που ζω, δεν υπάρχει εκκλησία σε ύψωμα ούτε κάποιο μέρος που να μπορείς να είσαι απολύτως μόνος σου. Βρίσκει όμως κανείς σχεδόν ό,τι θελήσει: πιο πολλούς ανθρώπους με ίδια ενδιαφέροντα, πιο πολλά μαγαζιά για βόλτα ή για ψώνια, πιο πολλά θέατρα, βιβλιοπωλεία, πάρκα, μουσική. Ακόμα και πιο πολλά νεκροταφεία έχει. Στο χωριό πηγαίνω ακόμα συχνά, αλλά πια μόνο για μερικές ημέρες.
Καθώς το παρελθόν σκεπάζεται όλο και περισσότερο από τη γνωστή ομίχλη της εξιδανίκευσης και του καθαγιασμού και μετατρέπεται σιγά σιγά σε ανάμνηση, αναρωτιέμαι αν αυτό που ζω το έχω πράγματι επιλέξει, αν μου επιβλήθηκε μέσα από περίπλοκες σχέσεις ανθρώπων και συμφερόντων κι αν ακόμα τα ψιθυρίσματα που ακούω συχνά στον ύπνο μου είναι απ΄ τις νεράιδες που ζουν πάντα στα μακρυνά χωράφια στο χωριό και με καλούν πίσω γιατί έχασαν τη συντροφιά μου.
.......

14/1/09

Η ΦΑΛΑΙΝΑ

Μια τεράστια φάλαινα βγήκε στην ακτή κι αργοπεθαίνει.
Μια τεράστια φάλαινα βρίσκεται νεκρή στην ακτή.
Πλήθος κόσμου φωτογραφίζει την πανέμορφη φάλαινα.
Κι αυτή κείτεται αδιάφορα δίχως να δίνει σημασία, στημένη σαν μοντέλο
για τα ηδονοβλεπτικά διαφράγματα των φωτογραφικών φακών.
Κι ύστερα, διαμελίσανε τη φάλαινα σε μεγάλη αλυσίδα super market

με πολλά υποκαταστήματα σ' όλο το βασίλειο. .......

27/12/08

Σάββατο βράδυ (περί κτηνολογίας στις μέρες μας)

Και τότε ξαφνικά ακούστηκε ο κρότος.
Κάποιο βρωμερό γουρούνι πίστεψε πως μπορεί εύκολα να γίνει
καθαρόαιμος λύκος και να βγει στο δρόμο δήθεν για κυνήγι.
Όμως η μπόχα του ξεπέρασε κατά πολύ την αξιοθρήνητη μεταμφίεσή του
και δεν έπεισε κανέναν.

Μα κανέναν.
Ούτε τα πρόβατα,που την ώρα αυτή ησύχαζαν νυσταγμένα κι ήρεμα
όπως κάθε βράδυ στο κρεβατάκι τους.
Όταν όμως σταγόνες το κόκινο κύλησε στις πλάκες, αρκετά αποφάσισαν να βαφτούν μαύρα και να κάνουν ότι υπαγόρευαν οι νέες συνθήκες κράτησής τους.

Έτσι, τον ένα κρότο ακολούθησαν χιλιάδες άλλοι.
Σπασμένα τζάμια, σίδερα, πέτρες και ξύλα παντού.
Η φωτιά φυσικά δεν έλειψε.
Κατέφαγε αρκετή από την περιουσία του Αφέντη, δίνοντας μια σπάνια λάμψη στα μάτια των σκοτεινών προβάτων, ενώ έκανε τα υπόλοιπα να στριμωχτούν πιο πολύ μεταξύ τους.

Ούτε τα σκυλιά όμως έλειψαν.
Άρχισαν να γαβγίζουν μνησίκακα προς κάθε κατεύθυνση,
χιμώντας και δαγκώνοντας, όπου μπορούσαν.
Πίστεψαν κι αυτά πως θα γινόντουσαν ελεύθεροι κυνηγοί,
χωρίς φυσικά να θέλουν να θυμηθούν πως είναι ζώα εξημερωμένα,
που περιμένουν έτοιμο φαΐ και δεμένο αντίπαλο για να αγριέψουν.

Πίσω απ΄ τους καπνούς, ο Αφέντης κοιτούσε.
Έβλεπε το χαλασμό από μακρυά, ήρεμος καπνίζοντας το τσιγάρο του.
Σκεφτόταν πως όσο όλοι θα νομίζουν τη ράτσα τους σαν αυτή που τους έχει με τόσο κόπο και φροντίδα διδάξει, δεν πρόκειται ν΄ αλλάξει τίποτα στον κόσμο.
Όσο τα γουρούνια, τα αρνιά, τα σκυλιά θα ξαναγίνονται γουρούνια, αρνιά, σκυλιά, τίποτα δεν πρόκειται ν΄ αλλάξει ποτέ στον κόσμο, ευτυχώς.
.......

17/12/08

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ξάφνου ηκούσθη ο κρότος,
βράδυ σαββάτου,κι εμείς πεταχτήκαμε απ’ τα κρεβάτια μας.
Το αίμα κυρίευε τα ρούχα μας
Και τα παγάκια στο ουίσκι μας μεταμορφώνονταν σε σφαίρες.

Δίπλα μας πρόσωπα αγέλαστα, με χείλη σφιγμένα
Με την οργή στο βλέμμα, που φωνάζει
Που ουρλιάζει
Που ξεχύνεται και πνίγει τους δρόμους
Κι ότι κινείται αδιάφορα ακόμα πάνω τους

Και τις βιτρίνες του παλιού κόσμου


Και κάπου μακριά πίσω απ’ τη βιτρίνα της ΤV,
Πολιτικάντηδες και σφιγγοκωλάριοι αγκαλιασμένοι
με το βλέμμα στραμμένο στον φωτεινό και ψηφιακό πίνακα
των δημοσκοπήσεων, τραγουδούν και κλαίν ανάλογα το image τους

Άνθρωποι βιτρίνες

Ας τους σπάσουμε λοιπόν κι ας απαντήσουμε μια και καλή στην ερώτηση
«Ποιος είναι ο καταλληλότερος πολιτικός για θύμα στο επόμενο μεμονωμένο
περιστατικό;»

Κι ας τελειώνουμε πια μ’ αυτούς τους κακομούτσουνους
(που λέει κι ο φίλος μου ο Μπορίς ο Βιάν)
.......

2/12/08

Όταν

(διαβάζεται γρήγορα)

Το κορίτσι με το τρυφερό στήθος το διψασμένο μυαλό.
Το κορίτσι με το όμορφο στραβό χαμόγελό της.
Το κορίτσι που γελάει γελάει κλαίει με το χαζό αστείο πιο έξυπνη
κι από όλα τα θινκ τανκ μαζί.
Το κορίτσι που ναι βέβαια, θέλει, γουστάρει, μα όμως πάντοτε αγκαλιάζει με τύψεις.

Το χέρι πάνω τους. Το ίδιο χέρι, την ίδια στιγμή.

Το άρωμα της μιας πάνω στο άρωμα της άλλης.
Το δέρμα της μιας πάνω στο δέρμα της άλλης.
Το σώμα της μιας πάνω στο σώμα της άλλης την ίδια ευλογημένη αυτή στιγμή της τρελής ξέφρενης κάβλας.

Το άρωμα που χώνεται σαν καρφί τρυπάει τον εγκέφαλό σου.
Το άρωμα που τρυπάει για πάντα πέρα ως πέρα τα καμένα μηνίγγια σου.
Το άρωμα που σε παίρνει σε σπρώχνει να σπας να ραγίζεις το ταλαίπωρο σώμα σου,
σε παίρνει σε σπρώχνει να σπας να ραγίζεις το ταλαίπωρο σώμα της ανύποπτης άλλης.

Που μετανιώνεις ύστερα που προσπαθείς με κάθε τέχνασμα με όλη τη μανία σου να ζεις.
Που μετανιώνεις που προσπαθείς με κάθε τέχνασμα με όλη τη μανία σου να δείξεις ότι ζεις ότι υπάρχεις στην άλλη.
Που μετανιώνεις που ταξιδεύεις σε σκοτεινά δωμάτια που μιλάς με σκονισμένα χώματα
που δε στρέφεις καν στη γωνία δε θέλεις να γυρίσεις το κεφάλι.

Που μετανιώνεις - γιατί δε ζεις.
Γιατί νομίζεις ότι ζεις.
Γιατί πεθαίνεις.
Γι΄αυτό.

Ω ναι γι΄αυτό.
.......

21/11/08

Ο ΚΡΕΟΠΩΛΗΣ, Ο ΠΕΛΑΤΗΣ ΚΙ Ο ΜΠΟΡΙΣ

Kάποιος κύριος μπαίνει σ’ ένα κρεοπωλείο.

-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα. Τι θα θέλατε παρακαλώ;
Ο πελάτης βγάζει ένα χαρτί τουαλέτας απ’ την τσέπη του, το διαβάζει προσεκτικά, σηκώνει το κεφάλι του και αναφωνεί στον κρεοπώλη.
- Μήπως έχετε Σαρτρ;
-Βεβαίως και έχουμε.
-Ε βάλτε μου μισό κιλό παϊδάκια.
-Τι μας περάσατε για τίποτα ερασιτέχναι;
-ε;
-Λέω, είμαστε σοβαρό μαγαζί. Γκέγκε; Παϊδάκια δεν έχομε, μόνο μπούτι. Είναι λίγο βαρύ όμως στη χώνεψη. Έχει και κάτι μύγες απάνω.
- Αφήστε το τότες. Από Κάφκα τι υπάρχει;
- Κάφκα γάλακτος, κάφκα κοκορέτσι, του βουνού.
- Θα πάρω μισό κιλό του βουνού.
- Σωστή επιλογή, θα σας τυλίξω δώρο και την μύτη του Γκογκόλ που μου ‘χει ξεμείνει.
Ο πελάτης βγάζει ένα άλλο χαρτί τουαλέτας απ’ το παντελόνι του το διαβάζει και το ξαναχώνει μέσα στην τσέπη.
-Αν έχετε κι Αδόλφο Χίτλερ χοιρομέρι τότε μ’ έχετε καλύψει πλήρως.
-Μια στιγμή να κάνω παραγγελία (καλεί τον αριθμό και σε λίγα δευτερόλεπτα κάνει την πολυπόθητη παραγγελία). Στείλτε μου παρακαλώ χοιρομέρι Χίτλερ, σπλάχνα Νίτσε και τον καινούριο που μου έχετε υποσχεθεί. Μια βδομάδα περιμένω. Έχω πελάτες που περιμένουν. Α, έρχεται. Ωραία.
Κλείνει το τηλέφωνο.
-Περάστε το απόγευμα και θα χω το χοιρομέρι.
-φχαριστώ. Κάτι τελευταίο. Ντόπια κρέατα;
-Αν έχω; Εννοείται αγαπητέ. Αυτή τη στιγμή όμως μόνο αμελέτητα Εμπειρίκου.
-Δε μ’ αρέσει.
-Γειά σας είμαι ο καινούριος συγγραφέας (ακούστηκε μια φωνή από πίσω τους).
-Πως λέγεσαι παιδί μου;
-Μπορίς Παστερνάκ.
-Λοιπόν Μπορίς μπορείς να περάσεις μέσα στο ψυγείο σε παρακαλώ; Θα ρθω αμέσως.
Ο Μπορίς αμέσως εκαταδέχθη να κλειστεί μόνος του και τότε ο κρεοπώλης χασκογελώντας λέει στον πελάτη.
-Μπορίς-μπορείς.
-…;
-Λέω, Μπορίς –μπορείς. Καλό; Το λογοπαίγνιο ντε.
Ο πελάτης σκεφτικός για λίγο.
-Δεν σας καταλαβαίνω.
-Άστο να πάει στο διάολο. (εντελώς ξενερωμένος)
-Τι σας οφείλω;
-5 φιλάκια.
Μετά τα φιλάκια ο πελάτης έφυγε κι ο κρεοπώλης μπήκε στο ψυγείο να βρει τον Μπορίς Παστερνάκ.
.......

6/11/08

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Τα βουνά απλώνουν την σκιά τους
στο χωράφι μας.
Κι ο πατέρας μου σ’ εμένα
τη δική του


Τραγούδι κάνουν την πλαγιά
τα πουλιά
Κι η αγάπη του σιωπή,
κι απότομος γκρεμός


Μυρωδιές και σκουλήκια
πατούν το έδαφος
Όπως βαδίζει, το βλέμμα του,
το κορμί μου


Στη ρίζα του βουνού
δεντρό γίνομαι
Πατρικό το χέρι
που με ποτίζει.
.......

14/10/08

Σε έναν ξανθό άγγελο

Όταν προχτές το βράδυ άφησα για λίγο το όργανο και πήγα κι εγώ σαν άθρωπος να κατουρήσω, σε είδα να κοιμάσαι στην τουαλέτα πιασμένη αγκαλιά με τη λεκάνη, σαν δυο αδερφάκια που κοιμούνται ένα χειμωνιάτικο βράδυ γαλήνια στο κρεβατάκι τους.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να συνεχίσει αλλά η ευγενής μου φύση δε θα μπορούσε να μου επιτρέψει έστω και μόνο να πιτσιλίσω από κοινή μας ανοησία τα ξανθά σου μαλλιά, τα πάντα υπέροχα (αλήθεια δε νομίζω να τα βάφεις ε;) Πόσα δεν είχα τραβήξει γιαυτές τις ξανθές ξεβαμμένες τρίχες στο παρελθόν! Και αλήθεια, πόσα επρόκειτο ακόμα.
Η φουσκωμένη μου κύστη ανυπόμονη διαμαρτυρήθηκε. Ένιωσα χαμηλά πιέσεις κοσμογονικές. Όμως, (και ενώ είναι αλήθεια πως για λίγο ξεκουμπώθηκα), δε μπόρεσα να ευτελίσω τη στιγμή, να κατουράω δηλαδή δίπλα στο πέρα βρέχει λυγερό κορμί σου...τραγουδούσες βλέπεις τόσο ωραία πριν τα αγαπημένα του Διονυσίου...η γλυκιά σου φωνή ανάδινε ηχοχρώματα άλλα, αγγελικά. Πίστεψα για λίγο πως όλα τα ούρι του Μωαμεθανικού Παραδείσου κατέβηκαν δίπλα μου, να απαλύνουν τη μίζερη μέχρι τότε πραγματικότητά μου, να μου χαρίσουν μια αυταπάτη γλυκιά που θα ευχόμουν να μην τελείωνε ποτέ.
Τόλμησα να σ’αγγίξω. Ναι ξέρω, είναι κάτι που δε θα έπρεπε καν να σκεφτώ. Σε άγγιξα όμως, όχι σε σημεία που δε θα προσέθεταν τίποτα άλλο παρά κοκκίνισμα στον αναγνώστη απλά και μόνο αν τα ανέφερα, αλλά στα ίδια αυτά ξανθά σου μαλλιά. Παραμέρισα ευγενικά το πρόσωπό σου προς τη μπανιέρα, μπας και γίνει χώρος να εξυπηρετηθούμε κι οι δύο τέλος πάντων. Την απειροστή αυτή στιγμή, σε άκουσα να ψελλίζεις το όνομά μου. Καλή μου Χριστίνα! ακόμη και μες το μεθύσι σου γνώρισες το τρυφερό άγγιγμά μου!...Όπως τότε. Χαμογέλασα, όμως μου κόπηκε αμέσως, καθώς έχωσες το κεφάλι σου μέσα στη λεκάνη και άφησες την πρώτη ριπή να ξεφύγει με κρότο σαν όλμος έξω από το Κουφόβουνο, τότε που ήμουν στην άσκηση με τα τεθωρακισμένα μαζί με το Ρούλια. Κατάλαβα τότε, κι ενώ παρέμεινες σε στάση καταδιωκτικού σε βύθιση, κεφάλι μέσα-κώλος πάνω, ότι θα ήταν πλέον μάταιο. Ο εγωισμός σου, κρατώντας τη λεκάνη επιδεικτικά για την πάρτη σου, θα ξεπερνούσε για ακόμη μια φορά την υπομονή μου, κι εγώ θα έπρεπε πάλι να γίνω μάρτυρας όσων θα λάβαιναν χώρα μπροστά μου, χωρίς καν να ερωτηθώ. Δε θέλησα να δω τη συνέχεια. Την ήξερα άλλωστε πολύ καλά. Σου ευχήθηκα καλή τύχη ενώ τόνοι τζιν ανακατεμένοι με φαγητά ανάβλυζαν από τα άλλοτε δροσάτα και μελένια σου χείλη, άνοιξα το βήμα και κατέβηκα τις σκάλες προς κάποιο -σαφώς πιο φιλόξενο- δέντρο, ενώ οι φωνές και τα βογγητά σου συνεχίζονταν αμείωτα πίσω μου.
.......

1/10/08

Και τότε

Ο ήλιος ανέτειλλε κοχλάζων πάνω από τη μικρή πόλη.

Μυρμήγκια ανεβοκατέβαιναν από νωρίς τα μεσάνυχτα
προς αναζήτηση τροφής, χρήματος κι ευκαιριών.

Άγνωστος διέσχισε βιαστικά το απέναντι πεζοδρόμιο.


Και τότε,
μέσα στην κάψα του στριφνού πρωινού,
του κάτασπρου,
όχημα παγωμένο δυο μέτρα από μένα
εξερράγη .......