28/5/16

Φεγγάρια



Φεγγάρια

φεγγάρια όμορφα

που βλέπω τα βράδυα

στο δρόμο προς το χωριό



Πού να τα δουν στην Αθήνα...



Να τα ανεβάσω!

Να μείνουν ανεβασμένα

να μάθουν όλοι στα πέρατα

τι πράγματα όμορφα

κάθε μέρα εγώ

βλέπω
.......

15/3/16

Πρόχειρες

Πρόχειρες σχέσεις

αδιάφορες


αυτό που εσύ λες ανοχή

εγώ το λέω

αδιαφορία


θα πλατσουρίζουμε αιωνίως

ο ένας

στα ρηχά νερά του άλλου


έχοντας καρφωμένη στο νου

την και καλά αίσθηση


της ελευθερίας

στην ουσία της

.......

27/12/15

CREDO

Πιστεύω στην καλλιέργεια.

Όσον αφορά στη ζωή:

Αν καλλιεργείς το θάρρος , θα λάβεις θάρρος.
Αν καλλιεργείς τη μελαγχολία
-κάτι που πάντα σιχαινόμουνα-
θα λάβεις μελαγχολία.

Αν καλλιεργείς την ευαισθησία,
τη σκληρότητα ή το μίσος,
θα λάβεις φυσικά
τα ανάλογα αποτελέσματα.

Αν καλλιεργήσεις μια Τέχνη βαθιά,
αν μάθεις τα μυστικά της,
θα γίνεις Μάστορας σε αυτή την Τέχνη
θα γίνεις Τεχνίτης.

Τίποτα παραπάνω.

Αν ακολουθήσεις μια φιλοσοφία,
μια συγκεκριμένη στάση
πάνω στα θέματα της ζωής,
θα γίνεσαι όλο και καλύτερος
στο δρόμο αυτό που διάλεξες,
θα γίνεσαι τέλειος.

Όμως χρειάζεται
επίσης

Να μπορείς να δέχεσαι,
ουσιαστικά και βαθιά.
Να μπορείς να απορρίπτεις,
ουσιαστικά και βαθιά.
Να μπορείς να αντέχεις.

Να μπορείς να καλλιεργείς
μέσα σου τη Φύση,
όσο μακρυά κι αν πιστεύεις
ότι αυτή βρίσκεται.

Και γι' αυτό το λόγο,
χρειάζεται να είσαι σκληρός
και μαλακός ταυτόχρονα.

Αυτά είναι όλα.

Αυτή είναι η καλλιέργεια
ολόκληρη,
στην οποία πιστεύω.
.......

3/5/15

Με Την Αλήθεια

Ας ζήσω ακόμα με λίγο ψέμα.


Ακόμα λίγο,

Ακόμα λίγο.


Αφού με την αλήθεια


Δε γίνεται εγώ

Δε γίνεται πια

Εγώ

Να ζήσω.
.......

1/8/14

Ήθελα

Ήθελα να σε ζωγραφίσω
Μα είναι οι ώμοι μου τόσο σφιγμένοι

Στον ύπνο μου σ' είδα
Με το όμορφό σου χαμόγελο

Ξέρω, δεν το παλεύω πια
Αφήνομαι στη δίνη
Των καθημερινών πραγμάτων
Στις παρυφές του δικού τους ορίζοντα

Καμιά φορά, πίσω απ' τις σκιές
Σε βλέπω
Και όσο σε βλέπω
Δεν κάνω λάθος, όχι
Όσο το χαμόγελό σου δείχνει το δρόμο
Είμαι καλά και βαδίζω
Φτιάχνω πράγματα
Σχεδιάζω, θαρρείς και όλα είναι έτοιμα από πριν

Γιατί η χαρά πάντα περνούσε
μέσα από εσένα
Γιατί πάντα ήξερα
Ότι στο δρόμο αυτό το μοναχό

Πάντα όλοι χρειαζόμαστε δυο μάτια

Δυο μάτια βαθιά, όμορφα
Δυο μάτια βαθιά, έμπιστα
Να κοιτάμε
Να αγαπάμε
Να ελπίζουμε
.......

3/6/14

ΤΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ νο2

Κυρίες και κύριοι
Κλικ-κλακ κάνει η πόρτα
Μπλεχτήκαμε Πρόδρομε,
Ο πατέρας μου με ξέρασε σ’ ένα βιριγκάνι
Με το μονόκλ μου βλέπω ένα άλλο ηλιακό οίδημα
Κι ένα συντριβάνι
Στην Τεχεράνη
Το συντριβάνι κάνει πλατς-πλουτς και ούλτα-εεε!
Πάνω πίνουν πανανάνα
Ο Πλεπλέξης πλεκουράει
Γάβου-γάβου κάνει ο Λαγός
Ο Μπόκος έφτασε στο χτένι
Να μια προοπτική αποχετευτικού σωληναρίου
Στην δευτέρα και στον κύβο
Κύριε των δυνάμεων!



.......

12/4/14

Φτηνιάρικο Ρετάλι

Είπαμε πως οι σχέσεις μας
ήταν για χρόνια σχέσεις εξουσίας
-και ξεχάσαμε να σχετιζόμαστε.

Στο βωμό
της αποτίναξης του ζυγού
αποτινάξαμε και κάθε γλυκιά φροντίδα
για τον άλλον.

Τα συναισθήματα απειλούσαν.
Κινδυνεύαμε να παρακαλέσουμε
για λίγη ζεστασιά, όπως παλιότερα.
Έτσι, τα πνίξαμε.

Η αξιοπρέπεια παρεξηγήθηκε.
Στην ίδια θέση πρόβαλλε κάτι ογκώδες,
κάτι μεταξύ εγωισμού
και ανώριμης περηφάνειας.
Υπεροψία από το πουθενά, που λένε.

Η αλληλεγγύη έγινε φτηνιάρικο ρετάλι
να καλύψει το φόβο της εμβάθυνσης
στον άλλο.

Το άλλο φύλο έγινε πια εχθρός,
ή στην καλύτερη περίπτωση,
αέναος ανταγωνιστής.

Και ολίγον από αλκοόλ.
Και ολίγον από ουσίες.
Και ολίγον από χαβαλέ.

Χάσαμε τόσα,
ώστε για να λυθεί η παρεξήγηση
χρειάζονται χρόνια
πράξεων και συζητήσεων.

Η απογοήτευση, ή μια πληγή,
κρατά το εισιτήριο
για τον υπέροχο αυτό κόσμο,
που έστησε ο Μεγάλος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός
στον εαυτό του.

.......

26/3/14

Ένα κι ένα

To μποέμ οδηγεί στο κάψιμο.
Πόσο πιο απλά να το εξηγήσω;

Η αερολογία, ιδιαίτερα αυτή του γαλλικού τύπου,
αποτελεί στη σημερινή Ελλάδα
παπαρολογία μικροαστικής κοπής, για να ακριβολογούμε.

Το συγκεκριμένο
πάντα θα είναι ο θανάσιμος εχθρός
οποιουδήποτε νεφελώδους οράματος,
οσοδήποτε φαντασμαγορικό κι αν είναι.

Ένα κι ένα κάνουν δύο,
εν τέλει.

Πόσο πιο απλά να το εξηγήσω γάτες;
.......

26/2/14

Όταν ξαπλώνεις

Όταν ξαπλώνεις τυλιγμένος
στα σκεπάσματά σου το βράδυ
να μη στενάζεις.

Οι αποτυχίες κι οι έγνοιες να μη θολώνουν
το στενό ορίζοντα της ζωής σου.

Αλλά να χαίρεσαι.

Να ευχαριστείς τα αστέρια
γι' αυτή σου την κατάσταση.

Γιατί αλλού πεθαίνουν.

Γιατί σε άλλα μέρη τρέμουν από το κρύο,
γιατί κάπου αλλού προσπαθούν να κοιμηθούν νηστικοί.

Γιατί αλλού ο φόβος για τη ζωή
συνοδεύει σαν σκιά κάθε τους βήμα.

Έτσι, τυλιγμένος σφιχτά στο πάπλωμά σου,
να μην αφήνεις τις έγνοιες και τις ανησυχίες
της άλλης μέρας να σου πάρουν το μυαλό.

Μόνο να γνωρίσεις αυτά που έχεις,
να χαίρεσαι,

και να ευχαριστείς τα αστέρια
γι' αυτή σου την κατάσταση.
.......

15/2/14

Ξένοιαστη Μάζα

Όταν οι άνθρωποι βαριούνται συνεχώς
κάτι συμβαίνει
όταν περιφρονούν την ποιότητα
όταν φεύγουν απ'την ομορφιά
κάτι δεν πάει καλά.

Όταν οι ώρες τρέχουν σαν άλογα,
ίδια και απαράλλαχτα
όταν όλοι είναι εντάξει
και όλοι μόνοι τους
όταν τα ψεύτικα χαμόγελα
μετατρέπουν τους ανθρώπους
σε αποτρόπαια κτήνη
τότε γίνεται φανερό ένα πρόβλημα.

Η στιγμή που τόσο εξυμνήθηκε -
δεν υπάρχει.

Οι λέξεις πια δεν είναι λέξεις
αλλά δικαιολογίες
κούφιοι σοβάδες

πέφτουν και γίνονται σκόνη,
τρίμματα σε ένα άδειο δωμάτιο.

Οι λέξεις σαν δε βγαίνουν απ' την ψυχή
τότε χαιρέτα μας
τότε κλάψε μας
τότε ας ξεχάσουμε το δρόμο
που έπρεπε να ακολουθηθεί
ας ξεχάσουμε την πορεία
που έπρεπε να δρομολογηθεί
ας αφήσουμε πια τις ανοησίες.

Ας βγούμε λοιπόν έξω ένα βράδυ
να πιούμε όσο θέλουμε,
όσο τραβάει η ψυχή μας

Ας γίνουμε επιτέλους ξένοιαστοι,
μάζα κι εμείς μέσα σε κείνη την μάζα,
τη φοβερή
που άλλοι αλλού αιωνίως
όρισαν τη μοίρα της.
.......

14/1/14

Ο Δημιουργός

Στο σαλόνι μου συνωστίζονται ο Βιζυηνός
με το Ράμφο, ο Μπόρχες με τον Τανιζάκι
και ο Κολοκοτρώνης με τον Τάκη Σινόπουλο.

Τα λογοτεχνικά περιοδικά εναλλάσσονται με τα κόμικ,
η Ιστορία Τέχνης με τα βιβλία της μουσικής,
ο Γιουνγκ, ο Εκκλησιαστής και ο Λάο Τσε
δίνουν μαθήματα ζωής ο ένας στον άλλο.

Η «Ιστορία Σουλίου και Πάργας» συνοδεύει
την Ψυχολογία των Μαζών.
Οι Ισλανδικές Σάγκες και τα τραγούδια της Ωκεανίας
σιγοντάρουν την παράνοια του Μιχάλη Κατσαρού,
στριμώχνονται δίπλα σε ένα χοντρό τόμο «Αλγορίθμων στη Μουσική»,
και όλα ακολουθούν τελικά τη μάνα των τεχνών, την Καλλιέργεια.

Πρακτικό κλάδεμα, Εμβολιασμοί, η Ελιά, το Αμπέλι.

Όρεξη να 'χεις να διαβάζεις.
Όρεξη να 'χεις να διαβάζεις, να φαντάζεσαι
και να πλάθεις εικόνες.
Να κάθεσαι με βροχή ή με κρύο και να διαβάζεις.

Και όσον αφορά τη δημιουργία;

Αυτός που θα κλείσει τα αυτιά του
τις περισσότερες φορές την ώρα που φτιάχνει,
αυτός είναι

και ο Δημιουργός.





.......

21/12/13

Η Ζωή

Μια σταγόνα πέφτει
στο μάγουλο

Μια κρύα δροσιά
σηκώνει
τις τρίχες στο σβέρκο

Η κοπέλα έφυγε
με το μυστικό,
στο χαμό της

Άλλες ήρθαν, έφυγαν
μαζί πάντα
τα μυστικά τους

Η ζωή είναι
δυστυχώς έτσι
δεν την συλλαμβάνουμε

Αργούμε κάπως

Κι όταν τελικά
κάτι αγγίξουμε
φεύγει και η ίδια από κοντά μας,

Αυτή η Άγνωστη Μελαμψή Κυρία

H Ζωή
.......

21/11/13

Όνειρα Άλλα

Ταξιδεύοντας αυτό το καλοκαίρι
είδα πολλά, πολλά.
Όχι τέρατα και σημεία, όχι φρικώδη φοβερά,
πάντως όμως σίγουρα θαυμαστά.

Πάνω σε βουνά,
λίμνες που γυάλιζαν
χερσόνησοι χώνονται μέσα,
αγρια αμπέλια τα πρωινά, αδέσποτα
κατσίκια την ημέρα,
πρόβατα ήρεμα το σούρουπο.

Αυλές προσεγμένες
αυλές χρωματιστές
αυλές με γλάστρες, λουλούδια
βαμμένες πόρτες
μπαλκόνια στην κόψη ενός βουνού.

Σπίτια,
έρημα σπίτια
παρατημένα σπίτια
αγριόχορτα που πνίγουν τις ελιές
χωράφια με βάτους
κυπαρίσσια μέσα σε σπίτια ξέσκεπα
ο αέρας θερίζει έρημα καταφύγια
κι απέναντί σου η Αλβανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία,
είναι το ίδιο.

Οι άνθρωποι φύγανε
άφησαν πίσω τους σόμπες με ξύλα
πόρτες από λαμαρίνα
αραιοκατοικημένα καφενεία
έρημους στάβλους χέρσες καλλιέργειες
μελίσσια που πετούν αδέσποτα
αντίκες να παλιώνουν όπως τα χωριά τους,
γονείς και παππούδες πίσω τους.
Στα μεγάλα κέντρα ή στο εξωτερικό,
όπως άλλωστε και τώρα.

Ζητώντας τι;
Σε καιρό ειρήνης, από μια ευλογημένη γη
σε κάνει να φύγεις τι;

Είναι ένα άλλο όνειρο.
Είναι ένα άλλο όνειρο, ένας άλλος στόχος.
Πρόκειται περί ενός διαφορετικού συστήματος αξιών.
Η ζωή ίσως ακόμα μπορεί να εξαγοραστεί, να κερδηθεί,
ν’ ανθίσει, μιλάμε όμως εδώ
για ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής.

Τι κι αν «Είναι τα μήλα κόκκινα τα σταφύλια μου μέλια»;
Τι κι αν «Παίρνω τα ζαγαράκια μου να πάω να κυνηγήσω»;
Το όνειρο διαφωνεί. Το όνειρο πλήττει.
Το όνειρο διατάζει πια αλλού,
δείχνει αλλού, σέρνει από τα μαλλιά αλλού,
το νιώθουμε όλοι.
Προς τα πού, μπορούμε μόνο να το μαντέψουμε.


Όμως ποιος;


Ποιος άλλαξε τα όνειρά μας μέσα σε πενήντα χρόνια;



.......

2/11/13

ΔΙΑΤΥΜΠΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΣ ΤΥΜΠΑΝΙΣΜΟΙ

Μιλάς για σένα συνεχώς όρια δεν γνωρίζεις
εγώ κι εμού όταν μου λες δεν ξες πώς μου τα πρήζεις
και όταν δεις τα δύσκολα
ωσάν την στρουθοκάμηλο
τα μούτρα σου τα κρύβεις

Φαίνεται είναι δύσκολο στο νου σου να συλλάβεις
πως κι άλλα όντα έμβια τον λόγο έχουν λάβει
μόλις βρεθεί πιο έξυπνος
το πρώτο πλοίο της γραμμής
θα τρέξεις να προλάβεις

Σαν να περνά ο άξονας της γης μες από σένα
μα πόσα έχεις μέσα σου συμπλέγματα κρυμμένα
τα όμορφα ματάκια σου
κρυφά από τη φράντζα σου
γιατί τα ‘χεις κλαμμένα

.......

17/10/13

1000 γυναίκες

Χίλιες γυναίκες γύρω μου
να μ' αγγίζουν να με ηρεμούν

---

Τρεις γυναίκες γύρω μου
να διώχνουν την τρέλα μου

---

Κι εγώ θα τις λατρεύω
με όλη τη δύναμη της ψυχής.

---

Θα λατρεύω τη φύση
θα προσκυνώ τα ακατανόητα μυστήρια
του σύμπαντος

---

Δίχως σταγόνα
ψεύτικα σταλλαγμένης ηθικής
στο κεφάλι μου

.......

22/9/13

Ο ΝΙΤΣΕ ΛΑΝΤΖΙΕΡΗΣ

Και ξάφνου τα λεφτά τελείωσαν. Εκεί ανάμεσα στον υπεράνθρωπο και τις κόντρες με τον άνθρωπο Βάγκνερ ο Νίτσε πλέον έπρεπε να σκεφτεί και την επιβίωσή του. Έτσι απλά και πολύ ανθρώπινα. Διότι τα λεφτά του πανεπιστημίου όπου δούλευε δε θα μπορούσαν να κρατήσουν μια ζωή. Η γέννηση της τραγωδίας έγινε όταν κάποια στιγμή πήγε να πάρει καπνό για την πίπα του. Τότε αντιλήφθηκε ότι χρήμα γιοκ… τετέλεσται… «επτωχεύσαμεν», σκέφτηκε, κι αντί να πάρει καπνό πήρε τους δρόμους να βρει κανά μεροκάματο γιατί αλλιώς δεν έχει μαμ. Έτσι ο Φρίκος, Φρίκο τον φωνάζανε στο σχολείο ειδικά ο φίλος του ο Βαγγέλης επειδή τον φοβότανε, σαραντατεσσάρων χρονών αμούστακο παιδί βρέθηκε να δουλεύει στου Λέντζου λάντζα. Ο Λέντζος που ήταν αμόρφωτος αλλά εκτιμούσε πολύ την αξία των πιο εξεζητημένων γνώσεων, τον κόπο των ανθρώπων του πνεύματος για την απόκτησή των και την ευαισθησία τους απάνω στα πιο παραμικρά ζητήματα, ένιωθε τρομερές ενοχές που είχε αυτόν τον φιλόσοφο στη βρύση να πλένει ενώ αυτός αραχτός χασκογελούσε με τους πελάτες. Αν ο Νίτσε δεν είχε πέσει στα πόδια του να τον θερμοπαρακαλέσει για οτιδήποτε μεροκάματο δεν θα υπήρχε περίπτωση να το δεχτεί ποτέ. Δεν ένιωθε καλά, δεν έτρωγε καλά, δεν κοιμόταν καλά αλλά κρυφά από όλους τους γνωστούς του διάβαζε ασταμάτητα τα βιβλία του λαντζιέρη του με θρησκευτική συνέπεια και απόλυτη προσήλωση χωρίς απαραίτητα να καταλαβαίνει τίποτα. Όλα αυτά τα αναγνώσματα γινόταν στο κελάρι κάτω από ένα βαρέλι με κρασί δώδεκα χρονών υπό το φως της λυχνίας. Συχνά η μέρα τον έβρισκε στο ίδιο σημείο ξύπνιο να σκέφτεται και να πίνει κρασί. Τις ίδιες νύχτες που ο Φρίκος κοιμόταν σαν μοσχάρι από την σωματική κούραση. Ο Νίτσε την ίδια εποχή κατάλαβε πόσο μούχλας υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά χωρίς να μπορεί να αποφύγει την ίδια του την ιδιοσυγκρασία έσκισε το Ecce Homo λέγοντας «νισάφι πια» κι έγραψε το «Διθύραμβοι στη λάντζα», το οποίο έχει χαθεί, καθώς και τους στίχους στο κομμάτι που λέει ο Κοντογιάννης «Καθόμουνα στου Λέντζου». Υπήρξε όμως δραστική αλλαγή στη στάση της ζωής του. Άρχισε να βγαίνει πιο συχνά, να πίνει μπύρες και να απαγγέλει τον Αντίχριστο στις γκόμενες χωρίς καμιά επιτυχία. Ύστερα την έπεφτε στο κρεβάτι του χαρούμενος που δεν μιλάει μόνος του πλέον. Ο Λέντζος απ’ την άλλη είχε ρέψει το ‘χε πάρει κατάκαρδα αλλά είχε μάθει τον Ζαρατούστρα απ’ έξω. Οι φίλοι του τον κορόιδευαν, η γυναίκα του τον άφησε για έναν τορναδόρο και μετοίκησε στο Αγρίνιο και τα παιδιά της γειτονιάς του, του δένανε άδεια κουτιά γάλατος εβαπορέ στον κόμπο της ποδιάς του για να κάνει θόρυβο καθώς περπατούσε. Αυτός, παραδομένος στην κατάντια του δεχόταν τα πάντα χωρίς καμιά αντίδραση. Η όχι; Στις τρεις Ιανουαρίου του χίλια οχτακόσια ογδόντα εννέα την ώρα που σχολάγανε απ’ το μαγεριό ο Φρίκος πέρασε βιαστικά από την πλατεία σκεφτόμενος το κρεβάτι του και τη Λίλα που δεν πρόκειται να του κάτσει ποτέ. Πέρασε βιαστικός και δεν είδε τον αμαξά. Τον είδε όμως ο Λέντζος κι έμεινε για δύο λεπτά στήλη άλατος. Εξ αιτίας της βίας που ασκούσε με το καμτσίκι του πάνω στον γάιδαρό του. Μην αντέχοντας άλλο τον εξευτελισμό του γαϊδάρου, τον οποίο ασυναίσθητα συνέδεσε με τον Νίτσε και την βία του καμτσικιού με την καταπίεση που προκάλεσε ο ίδιος σε έναν άνθρωπο του πνεύματος, έτρεξε προς το μέρος του και με δάκρυα στα μάτια τον αγκάλιασε. Τότε επήλθε η κατάρευσις. Ύστερα από έντεκα χρόνια ο Λέντζος ψόφησε. Την ίδια βραδυά, ο αμαξάς αγκαλιά με τον Φρίκο, τα έπινε σε ένα χάνι όπου δούλευε η βυζαρού Μαρλένα που κι αυτή δεν θα του καθόταν ποτέ.
.......

15/9/13

Η Λαϊκή Δεξιά

Η Μεγάλη Λαϊκή Δεξιά είναι εκεί και περιμένει.
Η Μεγάλη Λαϊκή Δεξιά στέκεται στη γωνιά και καραδοκεί.

Θα θάψει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες της
για να υποδεχτεί την Τάξη και το Νόμο.
Θα καταπιέσει και θα επιτεθεί
για να επιβάλλει την Ασφάλεια και την Ηθική.

Όχι, ο Εμφύλιος και η Χούντα δεν καλλιέργησαν συνειδήσεις.
Όχι, ο παππούς μου και ο παππούς σου δεν άφησαν πίσω τους τσάμπα Διαθήκη.
Όχι, οι νέες γενιές δεν έβαλαν κουκούτσι μυαλό.

Τα πράγματα θα γίνουν όπως πρέπει να γίνουν, και πάντα
θα βρίσκονται άνθρωποι έτοιμοι να υπερασπιστούν
την υποτέλειά τους μέχρι τέλους.

Γιατί το ιδεώδες της Ορθότητας δε θα ξεπεραστεί ποτέ.
Γιατί η επαγγελία μιας καλολαδωμένης ταξικής κοινωνίας
θα ξεγελάει για πάντα τις πρόχειρα κατασταλλαγμένες καρδιές.
.......

22/8/13

Άγνωσται αι βουλαί

Μιλώντας για ποίηση
ξεκινώ βράδυ ταξίδι μακρυά,
να με βγάλει σε φως ημερήσιο
να με βγάλει στην πεδιάδα με τα αμπέλια
με τις ροδακινιές, τις γυναίκες
με τους ποταμούς που οι αρχαίοι είχαν θεούς -
ξεκινώ να τα αντικρύσω γύρω μου όλα αυτά.

Άγνωσται αι βουλαί γύρω
άγνωστα τα φρούρια
άγνωστο γιατί κάποτε κλειδώθηκαν
άγνωστο γιατί κάποτε έφτασε η μέρα.

Παίζεις λαούτο, χτυπάς το σφυρί
δεν τα παρατάς,
αφού είδες, η ώρα πέρασε
άλλη ώρα φτάνει και είναι στατική
το νόημα  α π ω λ έ σ θ η
ένα χέρι μόνο τώρα σου δείχνει το δρόμο.

Άκουσέ με
Όταν με δεις στο δρόμο μη σταθείς
κάνε πως δε με είδες
θα κάνω κι εγώ πως είμαι σκεφτικός
όπως είμαι συνήθως
τα βράδια και τις μέρες μου
που περπατώ
που τρεκλίζω
που μιλάω τρυφερά
θα κάνω πάλι πως συλλογιέμαι βαθιά.

Γιατί το σκυλολόι δε μπορεί,
δ ε  δ ύ ν α τ α ι
η ράτσα του φτηνή σκυλίσια
θα αρπάξει θα φάει θα εξαφανιστεί.
Το μεγαλείο αναζητώ τελικώς
όπου βρεθεί,
σε ανθρώπους, πράξεις ή πράγματα,
αυτό γεμίζει το άδειο, αυτό δημιουργεί
τους ανθρώπους.

Μη μου λες άλλο τη γνώμη σου δεν ακούω
σε κατάλαβα
έ λ α β α  ε σ έ  εν τέλει καλώς
ένιωσα το φορτίο το αληθινό
δε μου κάνεις
δε θέλω λόγια
ούτε καλημέρες
ούτε χαμόγελα ψεύτικα στημένα.

Την υγεία σου
το δρόμο σου να βρεις
την τύχη σου εύχομαι εγκαρδίως
και αν με συναντήσεις στο δρόμο μη σταθείς,
κάνε τότε κι εσύ πως δε με είδες.
.......

8/8/13

Γλυκά παιδιά

Γλυκούλια μου
όμορφά μου παιδιά
με τα κόκκινα μάγουλα και τα χτενισμένα σας μαλλάκια
με τα μοντέρνα toys σας στο καθιστικό
τα πράσινα λιβάδια και τα χρωματιστά
λουλούδια στις ιστοσελίδες σας
με τις χαζές μελωδίες σας
και τα «όλα όμορφα -
όλα χαρούμενα» χαμόγελά σας,
τον ψαγμένο dress code
και τα πάντα προχωρημένα αστεία σας
αν γνωρίζατε το τέρας
αν κοιτάζατε λίγο πιο μέσα
το τέρας αυτό που θέλει τα πάντα
για τον εαυτό του
το κτήνος που κατασπαράζει
ανθρώπους, ζώα κι ιδέες
αν σκύβατε πάνω του για λίγο,
με λίγη προσοχή, με λίγη σημασία
ο κόσμος τότε
ω, πόσο θα γινόταν αληθινά καλύτερος
ω, πόσο πιο ουσιαστικός
πόσο πιο άγριος
πόσο πιο αθώος
.......

26/7/13

Εγκάρδια κι ευγενικά

Πάντα μου φέρθηκα καλά στις γυναίκες
ευγενικά, με κατανόηση
πολλές είχαν περάσει άσχημα σε χέρια
βρωμερά ή ανώριμα, φοβισμένες,
φέρθηκα καλά και αρχικά ανταμείφθηκα.
Μου χάρισαν ζέστη, ομορφιά και σοφία.

Ό μ ω ς - ό μ ω ς - ό μ ω ς . . .

Λένε πως όταν η δουλεία καταργήθηκε, γιατί ήταν ασύμφορη,
πολλοί γέροι σκλάβοι, ελεύθεροι πια,
παρακαλούσαν τα αφεντικά τους
να τους κρατήσουν.
Έκλαιγαν στο κατώφλι.

Δ ε  μ π ο ρ ο ύ σ α ν  ν α  α ν τ έ ξ ο υ ν  τ η ν  ε λ ε υ θ ε ρ ί α

Οι γυναίκες που γνώρισα δεν έμειναν μαζί μου
έφευγαν ή τις έδιωχνα
γιατί δεν είχαν μπούσουλα
γιατί δεν τους έλεγα τι να κάνουν
γιατί δεν έλεγχα τις εξόδους τους, τα μηνύματά τους,
τα κινητά και τις φίλες τους

Ή θ ε λ α  α ν θ ρ ώ π ο υ ς   λ ε ύ τ ε ρ ο υ ς

Όμως δεν φταίγαν αυτές -
δεν τις είχαν μάθει τι θα πει ελευθερία
τις μεγάλωσαν σκλάβες
ο σκλάβος πάει με τη διαταγή
ψάχνει έλεος, αγαπάει και μισεί στα χρόνια
τον αφέντη του

Δε  θ έ λ ω  ν α  χ ω θ ώ  σ τ ο   ά ρ ρ ω σ τ ο  σ ύ σ τ η μ ά  σ α ς

Δεν το έφτιαξα εγώ, δεν το ψηφίζω
συμπονώ, μα τη θέση του καταπιεστή δεν την παίρνω,
πάτε αλλού για αφέντες
σας αγαπώ πάντα - μα ας μείνω μόνος

Κι αν ποτέ φίλοι δείτε κάποιο πνεύμα ελεύθερο,
που θά ' λεγε κι ο Νίτσε
πέστε του ας έρθει να με βρει

Ε γ ώ  φ έ ρ ο μ α ι  ό π ω ς   π ά ν τ α  ε γ κ ά ρ δ ι α
κ ι  ε υ γ ε ν ι κ ά



.......

22/6/13

ΜΙΚΡΑ Nο2


Ο Θουκιδίδης


-Παιδιά ποιος κάνει φασαρία;

-Ο Θουκιδίδης κύριε.

-Θουκιδίδη, σπάσε έξω.

Ο Δημόκριτος

Δημόκριτος: Γυναίκα…

Γυναίκα: Σκάσε.

Ο Επίκουρος

-Έλα Επίκουρε, ψιτ ψιτ, έλα να… φάε

Ο Παρμενίωνας

(Χαϊκού)

Ο Παρμενίων

βρέχεται( ή τρομπάρει… ότι θέλετε)  κάτω από

την κερασιά

Ο Αναξαγόρας

-Αναξαγόρα, ένα κόκκινο audi δικό σου είναι;

-Όχι

Ο Αναξίμανδρος

Πωλείται σκατζοχοιράκι 3 μηνών από καλά αίματα. Θηλυκό, δεν δαγκώνει. Καραφλό.Ακούει στο όνομα Αναξίμανδρος.Τιμή: 3 ευρώ.

Ο Ζήνων

-Ζει η νονά σου;

-Ζήνωνα σου;

-Όχι ρε. Ζει η νονά σου;

-Α, ναι ναι, βέβαια.

 

Ο Ηρόδοτος

-Ηρόδοτε…

-…

-Κοιμάσαι;

Ο Θαλής

Οι ίπποι νόμιζαν ότι θα λείπω, ο Θαλής ότι θα είπω.

Ο Στράβων

-Όταν μιλάς στον Στράβων μίλα λίγο δυνατά. Δεν ακούει καλά.

.......

6/6/13

Εις την Πόλιν

Τι ποίημα να γράψω,
τι λέξεις
για ανθρώπους που οργίζονται,
διαμαρτύρονται δικαίως
σε πλατείες, σοκάκια σκοτεινά
εισπνέουν πιπέρι, τρέχουν τα αίματα
ματ τους ψεκάζουν με ότι βρουν πρόχειρο

Mου είναι μακρυνά

Όταν τα πράγματα έχουν ξαναβιωθεί
είναι αδύνατον να μπείς στο ίδιο ποτάμι
ξύλο, δακρυγόνα, μπάτσοι
αλληλεγγύη της στιγμής,
εξέγερση γιατί είναι μια χαρά
- το ξέρουν άλλωστε όλοι.

Η εξέγερση δεν αγγίζει το βάθος,
την ανατροπή
δε συντελείται αλλαγή ούτε βήμα δημιουργίας,
δεν τολμάμε να περάσουμε απέναντι,
στο ανασφαλές,
να αιωρούμαστε ακάλυπτοι
από θεσμούς και συνήθειες.

Ανέτοιμοι, ανυποψίαστοι κατεβαίνουμε στο δρόμο
ζητώντας ο καθείς και άλλα
ζητώντας ο καθείς απ' τους άλλους
χωρίς να αλλάζουμε
χωρίς να ποθούμε το νέο
χωρίς τη βαθιά λαμπυρίζουσα συνείδηση
μας μένει η γκρίνια, οι φωνές και το ξύλο,
σαν παιδιά μπρος στον άσπλαχνο γονιό.

«Να παραιτηθεί ο Πρόεδρος!»
Θέλουμε άλλο πρόεδρο λοιπόν.

Φοβάμαι πως έχω γίνει λίγο σνομπ,
λίγο σνομπαρία, που λέει κι ένας παλιόφιλος
αλλά την κατάληξη μιας κίνησης σπασμωδικής,
νευρικής, πια την ξέρω.
Την ξέρουν φυσικά και οι αντίπερα.

Όπως όμως και να έχει το πράγμα
για μένα, τον χ.ζ.,
αυτό που έχει ουσία τελικά
είναι μόνο αυτό που μένει.
.......

2/6/13

Η φάση της γάτας

Δε βρίζω πια,
ούτε λυπάμαι.

Δεν κλαίω.

Eίμαι τώρα στη φάση της γάτας

που μετά από μερικά
πονετικά σπρωξίματα

Αφήνει τελικά
το ψόφιο γατάκι της

να το φαν οι μύγες.
.......

17/5/13

Μίζεροι

Μίζεροι άνθρωποι
κακόμοιροι
που αντί να κοιτάζουν το δικό τους καλό
νοιάζονται μην κάποιος τύχει και ταλαιπωρείται
λιγότερο απ’ τους ίδιους

Έτοιμοι να χιμήξουν
να τιμωρήσουν όποιον ξεστράτισε
να αποκαταστασήσουν το δίκαιο
μπροστά στον Αφέντη.

Μίζεροι
κακεντρεχείς
χαμερπείς
αξιολύπητοι
που αντί να δουν το κοινό καλό
δε μπορούν να δουν
ούτε πέρα από τη μύτη τους.

Να ένα ξεροκόμματο!
Πιάστε το!
Ροκανίστε το στη γωνιά με ευγνωμοσύνη
μέχρι να σας δοθεί το επόμενο.
Κακόμοιροι άνθρωποι
δε σας θέλω για συντροφιά μου
βράζουμε στο ίδιο καζάνι
αλλά δεν έχουμε τίποτα κοινό.

Η Επανάσταση
αυτή η αιωνίως παραφουσκωμένη έννοια
με αφήνει όπως πάντοτε αδιάφορο
γιατί εσείς
είστε το πρώτο
και το τελευταίο
αντεπιχείρημά της.
.......

5/5/13

Ο Υπόκοσμος

Ο Υπόκοσμος είναι ένας κόσμος τραγικός.
Οι άνθρωποί του είναι άνθρωποι ορφανοί, από μάνα
και πατέρα, παρατημένοι σε μοίρα τυχαία, ξεχασμένοι.
Δεν έχουν φίλους - ούτε αποκτούν ποτέ.

Γιατί ο κόσμος της μαγκιάς
είναι ένας στυγνός ατομικιστικός κόσμος.
Είναι ένας κόσμος της στιγμής, μιας στιγμής
που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
-Ποτά για τη λήθη.
-Καπνοί για το ψέμα.
-Χάπια, σκόνες, υγρά, για το κουράγιο.
Εξ’ ού και το πονηρό χαμόγελο.
Εξ’ ου και το κλείσιμο του ματιού.

Ο Υπόκοσμος είναι ένας κόσμος για άντρες.
Η γυναίκα που θα βρεθεί στην αγκάλη του είναι απ’ την αρχή χαμένη.
Η σαγήνη θα φέρει την εκμετάλλευση.
Η φαντασία και το παιχνίδι θα φέρουν το ξερό γαμήσι.
Η αγάπη και ο έρωτας θα γίνουν πατήματα εξουσίας.

Στον κόσμο αυτό δε νικά κανένας.
Ο Μεγάλος είναι μόνος.
Ο μικρός είναι δούλος.
Το σύστημα αυτό δε μπορεί να αναπαραχτεί από μόνο του -
γι’ αυτό και είναι αποτυχημένο.
Ο Υπόκοσμος τραβάει αίμα νέο από τον Κόσμο για να εμπλουτίζεται.
Τσιγκλά ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΟΣ
ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΑ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ
ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΜΑ ΕΙΝΑΙ Ο
ΠΙΟ
ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΚΟΣΜΟΣ
ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ
.......

17/4/13

//

Γιατί όταν της έλεγα

τα ίδια λόγια που έλεγα σε σένα

όταν τη φιλούσα

στα ίδια αυτά σημεία

τα δικά σου σημεία

όταν τα χέρια μου

ακολούθαγαν άλλες καμπύλες

από τις δικές σου τις καμπύλες

δεν ένιωθα τότε άσχημα

δεν ένιωθα τότε

ντροπή ενοχή ή κάτι παρόμοιο

ένιωσα μόνο

για λίγο

μια μικρή ανακατωσούρα

στο στομάχι

.......

22/3/13

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ (ή το τελευταίο οργισμένο μου ποίημα)

Θέλω ν' ανοίξει η κατακόμβη μέσα μου και να βγει

όλο το μίσος που μάζεψα

που πόστιασα κάτι χρονάκια τώρα

με βρισιές με σάλια

γαμωσταυρίδια

για όλες τις ευκαιρίες

για όλη την ευγένεια που ξόδεψα

να σκάσει έτσι, σαν αντίβαρο

πρέπει να γίνει,

το λέει κι η Φυσική

σ' όλους τους τελειωμένους

σε κάθε λεπτό κατανόησης στα πονεμένα νιάτα

στους κακόμοιρους τύπους που καταφεύγουν στο πιοτί

στις καημένες που πόνεσαν

και είναι γκόμενες πια

τι να κάνουν

«εδώ που φτάσαμε δε σώζεται τίποτα»

Ξεφτίλες

αγκάλιασε το κενό και κοιμήσου μαζί του

μηδενίσου κι εσύ με το κοντέρ

αύριο ξέχνα τα όλα προσεκτικά

φάε μια τυρόπιτα με γάλα

κι εμένα

ξέχασε το νούμερο, το μέιλ μου

παράτα με

δεν έχω άποψη συμβουλές καλοσύνη

δε γουστάρω

Πάρτε πρέζα ρε

αφού είστε σκληρά παιδιά

σκληροί παπάρες

έχετε κι εσείς ένα καταφύγιο μικροί μου

Όλη η ψυχολογία λάθος

τους τελειωμένους μην τους πονάς

όχι ευγένειες

όχι οικειότητες

προπάντων όχι γαμήσι

χέσε τους όπως όλοι

αυτό περιμένουν

αυτό γουστάρουν

μετά θα λατρέψουν κι εσύ

μόνος

θα χαίρεσαι τα σκήπτρα σου

αν είσαι τέτοιο καθίκι τότε

πεδίο δόξης λαμπρόν

Εμένα ξεχάστε με παιδιά

το ΄πιασα το παραμύθι

ένα μάτσο ζώα

όλα τα δυνατά τους να βάλουν

δε μπορούν

να μου γαμήσουν τη ζωή
.......

11/3/13

Ροδιες

Εχω ενα
χωραφι
με ροδιες
πα
λιες
φυτεψα μια
ροδια νεα
στο οριο του
χωρα
φιου

μια γρια
και ενας γε
ρος την
ξεριζωσαν

ξαναφυτεψα
3 φορες
ξαναξεριζωσαν
3 φο
ρες

μαλωσα εβρισα
εγω
τους γε
ρους
ξαναξερι
ζωσαν

αποψε
βρεθηκα να κραταω
ενα μεγαλο
κλαδευ
τηρι πανω απο το
αμπελι το δι
κο τους

σταθηκα στα χορτα
ψυχη δεν ύπαρχε
σε μεγαλη
μακρυ
νη
αποσταση

νυχτα,
κυμα η λιμνη, δροσια το
φεγ
γαρι
το αμπελακι κατω
ειχα εξου
σια
τα κληματα
ηταν
στο
ελεος μου

τα αμπελια
η λιμνη
τα αστε
ρια
μου ειπαν
μου εμαθαν
μου φω
ναξαν

δε μπορω εγω
να κατα
στρεψω κατι
ομορ
φο
κατι ηδη υπ
αρχον

δε μπορω εγω
να καταστρε
ψω
μπορω μο
νο
να φτια
χνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω
να φτιαχνω
.......

27/2/13

νυχτα

ζορικος

χωρις ορια

χωρις αξιες

χωρις φραγμους

επικινδυνος

σκοτωστε τον

σκοτωστε τον

σκοτωστε τους

ολους
.......

17/2/13

Χειμώνας

Η δυστυχία σαν σκύλα μου γδέρνει την πόρτα

έφυγες ενώ σου έφτιαξα τη ζωή

τη διαλύεις τώρα

παντού άνθρωποι

που δεν αγγίζονται προσεκτικά

μην πονέσουν

νότες που σπάνε πέφτοντας




Με την ψαλίδα και το πριόνι

φροντίζω, κλαδεύω δέντρα

τους μιλάω τρυφερά, τα αγαπάω

περιμένω τα άνθη τους, τα φύλλα, τους καρπούς τους

για να αντέξω κι αυτό το χειμώνα

για να μην τρελαθώ κι εγώ


.......

3/2/13

Αφαβητάρι

Απόψε η νύχτα δε θα ‘ρθεί
με μαύρες άγριες σκέψεις.

Βήματα βράδυ μπροστά απ’ την πόρτα σου
για σήκω για βαλ’ τα καλά σου

Γέφυρα ανάμεσα εσένα και μένα
γέφυρα γιοφύρι μόνη ελπίς

Δίνομαι τώρα, σου δίνομαι τώρα,
δίνομαι σε σένα τώρα

Έχω πως έχω κατέχω θαρρώ

Ζω τη ζωή μου, ζω τη ζωή μου μαζί σου

Ήλιος που ζει στην αρχή και ήλιος στο τέλος
 σε καρφί και σε βέλος

Θόλωσ’ τη νύχτα σου θήλασε στήθος βαθύ
ξεκίνησε τώρα ταξίδι

Ίριδα μελένια
κάθε μάτι με τρυπάει ως μέσα

Κείτομαι εδώ εκεί παρακάτω,
κείτομαι μέρες, κείτομαι ώρες,
κείτομαι μήνες ή ίσως λεπτά

Λάμνω με σένα στη λίμνη μας,
λάμνω το βράδυ μαζί σου αγκαλιά

Μελίσσι ο αέρας γεμάτος οσμές
για σένανε μύρισε φίλε μου

Νεαρό φως αγκάλιασε νεαρό φως,
νέα φρέσκια ζωή, λαμπερή ατραπός

Ξύσε με τ’ άλλο μου δέρμα
ξύσε με τα νύχια σου ενώ σε φιλάω στο στόμα

Ολοστρόγγυλο ψέμα σφηνωμένο μυαλό,
και ποιος θα το σβήσει και ποιος θα το δείξει
και ποιος θα το πει

Παίξε με πάνω και κάτω και πέτα με,
πίεσε κι άλλο αντέχω

Ράγισε την καρδιά μου
κι άλλο κι άλλο κι άλλο αντέχω

Σύρσιμο κάτω απ’τη θάλασσα
χάδι νερού απαλό στα κόκκαλα του σαλαχιού αντέχω

Ταινία η ζωή μα μην τηνε βλέπεις
μα σήκωσ’ το βλέμμα σου μη

Υλικά θ’αναδεύουν καιρό
θα μας δώσουν το νέο το σώμα
θ’ αναδεύουν για χρόνο για χρόνο ακόμα αντέχω

Φιλί για το φ,
φιλί στη φωτιά σου στο χέρι παιδί μου

Χρώμα και χώμα αυτά ορισμός σου
αυτά φως στο δρόμο σου σήκω

Ψυχή από ψ είναι άγνωστον άραγε
πάντως μόνη ή μονή ενοχλεί

Ωραία η ζωή, ωραία η ζωή, ωραία η ζωή,
μα ίσως δεν είναι
.
.......

22/1/13

Δε θα δει κανείς

Ναι
φίλε μου
θα τη γαμήσω τη μικρή
μου γελάει, ψήνεται
με κερνάει συνέχεια
κι εγώ, δε λέω, καθόλου
είναι πολύ καλό μωρό
δε θα με χαλάσει καθόλου
θα πάρουμε για λίγο
κάτι που θέλουμε κι οι δυο
-Κι η άλλη;
-Ποια άλλη;
Η μόνιμη;
Βλέπεις τι γίνεται, βλέπεις...
Δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
θα μείνει μεταξύ μας
εγώ και το τρυφερό περιστεράκι της βραδυάς
θα το αγγίξω και
θα νιώσω κάτι που ίσως το ‘παν κι αγάπη
για λίγο
-Kι η κοπελιά;
η κοπελάρα σου;
-Ποια η μόνιμη;
δε θα δει κανείς
δε θα μάθει κανείς
γιατί καίγομαι για πάρτη της
γιατί λιώνω για πάρτη της
γιατί τραβάω τα άπειρα
για πάρτη της
γιατί θέλω να ξεχάσω λίγο
πως υπάρχω
για πάρτη της
.......

9/1/13

Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΠΕΤΡΑ


Η ΑΡΑΧΝΗ

Ο ιστός μου απλωνόταν σαν ένας αόρατος δρόμος γεφυρώνοντας το κενό ανάμεσα στις δύο πανύψηλες αροκάριες.Μόνο το ελαφρύ χρύσισμα που προσέφεραν οι ακτίνες του ήλιου, το οποίο γινόταν αντιληπτό υπό συγκεκριμένες οπτικές γωνίες, πρόδιδαν την ύπαρξή του.

Εγώ, κρεμασμένη ανάποδα στο δημιούργημά μου ανέμενα κάποιο θύμα ενώ λιαζόμουν ταυτόχρονα από τον γενναιόδωρο Ινδικό ήλιο. Αν τραβούσα έναν εντελώς ευθύ ιστό από το κεφάλι μου στην γη το δρόμο θα μου ανέκοπτε μια πέτρα την οποία παρατηρούσα αδιάφορα και μισοκοιμισμένα για πάνω από μισή ώρα. Το περίεργο ήταν ότι είχα την αίσθηση πως κι εκείνη με παρατηρούσε. Ήταν ολόλευκη χωρίς τις συνηθισμένες άγριες γωνίες των πετρών αλλά όχι και εντελώς λεία. Σ’ αυτό το παραμυθένιο μέρος θα μπορούσε κανείς να πει ότι έμοιαζε με απομεινάρι πανάρχαιου μύθου, ή με μια ρευστοποιημένη ράγκα παιγμένη από ρούντρα βίνα.

Μετά από πολύ ώρα ένας πολεμιστής ήρθε και έκατσε πάνω στην πέτρα. Έπιανε με απελπισία το κεφάλι του σαν να ήθελε κάπου να στηριχτεί εναγωνίως. Αρχικά έκλαιγε πνιχτά σκύβοντας προς το έδαφος σαν να ‘θελε να θάψει τα δάκρυα στο χώμα. Σιγά-σιγά όμως ο πόνος του ξεπερνούσε τις ντροπές του και την περήφανη θέλησή του κι άρχισε να γίνεται δυνατό κλάμα, αργότερα οδυρμός κάποιες στιγμές ουρλιαχτό κι ύστερα πάλι μετασχηματιζόταν σε ένα θρηνώδες μουρμουρητό, παγερό όσο τα μάτια της κουκουβάγιας.Από το ύψος που ήμουνα δεν μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά πέρα από το σκούρο δέρμα του και τα μαύρα του μαλλιά. Όμως έβλεπα έναν άνθρωπο να γίνεται κουβάρι σαν να ‘θελε να εξαφανιστεί μέσα στον εαυτό του, η πλάτη του του ‘χε γίνει ατελείωτο βάρος που τον έκανε να σκύβει και να σκύβει και να σκύβει, τα δάχτυλά του τον προστάτευαν από τον, για άλλους εκείνη τη στιγμή φιλικό, ήλιο κι έκλαιγε σαν σύννεφο γεμάτο νερό. Το βάρος της ψυχής του ήταν πολύ βαρύτερο από την πέτρα στην οποία καθόταν αλλά ευτυχώς γι' αυτήν οι πέτρες δεν καταλαβαίνουν από συναισθήματα. Ανάμεσα στα δάκρυα, τρία ονόματα βγαίναν από τα χείλη του κι ακολουθώντας τον αέρα, όπως τα φύλλα που πέφτουν στην γη αλλά με αντίθετη πορεία, έφταναν συνεχώς στ’ αυτία μου. Απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω ο πολεμιστής ο οποίος ήταν χωρικός στην πραγματικότητα είχε μόλις γυρίσει από κάποιον πόλεμο και βρήκε τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά νεκρά. Κάθε φορά που έλεγε τα ονόματά τους η απελπισία του γινόταν μεγαλύτερη και οι ήχοι από το κορμί του απλωνόταν στα γύρω κλαδιά, μπερδεύονταν στους θάμνους, προσπαθούσαν να φτάσουν στην τέλειωση του κόσμου και γκρεμίζονταν βίαια στους γκρεμούς. Μετά από πολλές ώρες κι αφού είχε αρχίσει να σουρουπώνει ο άνθρωπος αυτός έπεσε αποκαμωμένος στο χορτάρι και κοιμήθηκε.

Η ΠΕΤΡΑ

Ήταν πρωί κι ο ήλιος πλουσιοπάροχος απλωνόταν σαν σαλαμάνδρα στο σώμα μου. Σ’ αυτό το μικρό ξέφωτο καρφωμένη εδώ και πάρα πολλά χρόνια παρατηρώ τις δύο αροκάριες που συναγωνίζονται πια θα φτάσει πιο ψηλά. Τις τελευταίες μέρες μια αράχνη φτιάχνει τον ιστό της ανάμεσά τους, τόσο πολύ περίτεχνα που μόνο κάποιες από τις ακτίνες του ήλιου προδίδουν την ύπαρξή του. Εκείνο το πρωί που το δημιούργημά της ολοκληρώθηκε, αυτή, απολάμβανε τους κόπους της κρεμασμένη ανάποδα πάνω του, ακίνητη σαν να προσμένει κάποιον επισκέπτη. Από δω που βρίσκομαι μου δίνε την εντύπωση ότι κρέμεται στο κενό. Ξάφνου κάποιες ακτίνες μου παρουσιάζουν σε όλο το μεγαλείο του τον ιστό που μόνο να τον θαυμάζει κανείς μπορεί. Ήταν τόσο όμορφα πλεγμένος όπως πλέκει τον αυτοσχεδιασμό του σε κάποια πρωινή ράγκα ένας καλός οργανοπαίχτης του σαρόντ. Την ζήλεψα που μπορεί να επιλέξει αν θα μείνει ακίνητη ή όχι. Που μπορεί να δημιουργεί. Εγώ ακίνητη ως πάντα μόνο παρατήρηση και υπομονή γνωρίζω.

Ύστερα από λίγη ώρα ένας πολεμιστής ήρθε και έκατσε πάνω μου. Τότε όλα σκοτείνιασαν. Ο ήλιος δεν μπορούσε να με πλησιάσει από πουθενά κι η σκοτεινιά αυτή έγινε ένα, σε τέτοιο σημείο που δεν την ξεχώριζες από την σκοτεινάδα στην ψυχή αυτού του ανθρώπου. Αρχικά, τ’ αναφιλητά του ήταν τόσο ψιθυριστά που απλά χάιδευαν το κορμί μου κι έτσι όπως ήταν σκυμμένος σαν κουβάρι έδινε την εντύπωση ότι δεν ήθελε να τον δει κανείς ούτε ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο ήλιος. Το πνιχτό κλάμα του σύντομα το διαδέχτηκαν ποταμοί δακρύων που έβρεξαν το χορτάρι αλλά και το σώμα μου από την κάτω μεριά, αλλά και σπασμοί σωματικοί οι οποίοι είχαν τέτοια ένταση που ταρακουνιόμουν μαζί του σαν να με παρέσερναν κύματα σε κάποια άγρια θάλασσα. Τα χέρια του χτυπούσαν τα πόδια του με τέτοια ορμή, σαν να θελαν να τα σπάσουν, κι ύστερα πάλι έκλειναν τα μάτια του, ενώ το σκυμμένο πρόσωπό του ήταν μονίμως στραμμένο πάνω μου. Ήμουν σίγουρη ότι η αράχνη που παρατηρούσε την ίδια εικόνα με μένα θα πίστευε ότι εγώ ως πέτρα δεν θα αντιλαμβανόμουν τον ανθρώπινο πόνο. Αντιθέτως, και είμαι απόλυτα ειλικρινής, πήγα να σπάσω.Τόσους αιώνες ύπαρξης δεν θα μπορούσα να είμαι αδαής σε οποιοδήποτε ανθρώπινο συναίσθημα. Τους γνωρίζω, γνωρίζω τις αδυναμίες τους, τα ονόματά τους και τις οικογένειές τους. Τρία ονόματα έβγαιναν από το στόμα του. Και τα τρία μαζί με τα δάκρυα έπεφταν σαν ατσάλι στο κορμί μου δημιουργώντας μέσα μου ατελείωτες χαρακιές. Στον θρήνο του πάνω κατάλαβα ότι ήταν χωρικός και σαν γύρισε από τον πόλεμο βρήκε την γυναίκα του και τα παιδιά του νεκρά. Σαν από σύννεφο έβγαιναν τα δάκρυά του και κάθε φορά που τους ανέφερε οι φωνές του γινόταν πιο απελπισμένες και γραπώνονταν πάνω μου, έτρεχαν σε ακανόνιστες κατευθύνσεις, πάντα όμως γυρνώντας πίσω σ’ αυτόν, προσπαθούσαν να κρυφτούν στον πυρήνα της γης και τελικά γκρεμίζονταν βίαια στους γκρεμούς. Μετά από πολλές ώρες κι αφού είχε αρχίσει να σουρουπώνει ο άνθρωπος αυτός έπεσε αποκαμωμένος στο χορτάρι και κοιμήθηκε.
Εγώ ακίνητη ως πάντα έμεινα να παρατηρώ την αράχνη.
.......

28/12/12

Το Παιδί και το Σκυλί

Μου πρήξανε τον πούτσο εκείνο το απόγευμα,
το παιδί και το σκυλί.
Τα χαμόγελα σάπια, τα τραπεζάκια παρακμή,
και το καράβι απέναντι, καράβι.

Ψάχναμε οι δυο μας συννενόηση,
και θα τα πηγαίναμε και καλύτερα ακόμη,
αν δεν έπρηζαν το πουλί μας απογευματιάτικα
δυο πανηλίθιοι:
Το παιδί και το σκυλί,
ο Σέργιος και η Σάντυ.

Το ποδήλατο σπίνιαρε δίπλα μου,
ο κοπρίτης -πλην όμως γούνα πολυτελείας-
αλυχτούσε στο αυτί μου.

Αν η σχέση μας θα τα πήγαινε καλά ή όχι,
δε μπορούσε τότε να διαφανεί καλά.
Ήθελες να με πείσεις οτί ταιριάζαμε, ότι άξιζε
τον κόπο ένα τέτοιο τράβηγμα, ενώ εγώ
ρουφούσα στοχαστικά το πούρο μου και γύρω μας
πέφτανε βροχή ρόδες, σκύλοι και τσιρίδες.

Σηκώθηκα τελικά και πλέρωσα,
ακολούθησες πίσω μου κι εσύ,
ενώ απέναντι στο πέλαγο,
ένα καράβι που παρέμενε πάντα καράβι,
ταξίδευε.

.......

1/12/12

O ΓΑΒΡΙΗΛ

Ο Γαβριήλ Γαροβάνης καθόταν σκεπτόμενος στον καναπέ του και έγραφε, με πολύ προσοχή και αφοσίωση, στίχους για το νέο του τραγούδι «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ». «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ … ένα νερό … ζεστό…» διάβαζε συλλαβιστά έτοιμος να επέμβει σε κάθε κέλευσμα της έμπνευσης. Πράγματι επενέβη αλλάζοντας τη λέξη ζεστό με την λέξη κρύο σκεφτόμενος ότι «κάνει μόνο για ξύρισμα». Αυτάρεσκα χαμογέλασε, έκανε ένα ζεστό μπάνιο, έφαγε ένα κρύο σάντουιτς και έτρεξε στα στούντια να το ηχογραφήσει αμέσως, με μια λατέρνα ένα otamatone και τη συμφωνική ορχήστρα του Κατάρ. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και έγινε χρυσός, πλατινένιος και κεχριμπαρένιος. Η καρδιά του λαού μάτωνε με το otamatone. Μια μέρα καθώς ηχογραφούσε την «Γερακίνα» θυμήθηκε ότι ο προπάππους του τραγουδούσε το «κυρά βαγγελιώ» ανέκαθεν. «Θα με κάψει» σκέφτηκε. Έτσι, κίνησε για το σπίτι του προπάππου του όπου τον πέτυχε να συζητάει στα Εσθονικά, για το ζήτημα της διαλεκτικής στην κοινωνία των αιγοπροβάτων, με ένα ορτύκι Δαλματίας και έναν κοντό κοκκινοπράσινο καμηλάνθρωπο. Μετά από πέντε λεπτά, αφού σφουγγάρισε τα αίματα του παππού του κι αφού μάζεψε τους κάλυκες και το κεφάλι του καμηλάνθρωπου, έφυγε χαρούμενος από το σπίτι οδεύοντας προς το αεροδρόμιο όπου θα πήγαινε στην Κοζάνη, γιατί την ώρα που μακέλευε τον προπάππου του θυμήθηκε ότι σ’ ένα χωριό της Κοζάνης είναι πέντε γριές που κι αυτές θυμούνται το τραγούδι «κυρά Βαγγελιώ». «Αν τις σκοτώσω δεν θα το θυμάται πλέον κανείς κι έτσι θα γίνει δικό μου» σκέφτηκε. Μέσα σε τρία λεπτά αφού πάτησε το πόδι του στο χωριό οι γριές έγιναν παρελθόν και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις κατοικοεδρεύουν στα θυμαράκια. Ένας σκύλος που κατουρούσε στα θυμάρια κείνη την ώρα τραγούδησε «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ…» σταματώντας απότομα γιατί τον διέκοψε η αποκοπή του κεφαλιού του απ’ το υπόλοιπο σώμα του. Ο Γαβριήλ καθάρισε τα αίματα από το ξίφος του και συνέχισε κατηφορίζοντας καβάλα στον γαϊδαράκο του. Στον δρόμο του συνάντησε πέντε Κοζανίτες Ζεν βουδιστές όπου ψάλανε το Shodoka. Τους άφησε να συνεχίσουν να αναπνέουν διότι το συγκεκριμένο κομμάτι δεν σκεφτόταν ποτέ να το ηχογραφήσει. Η επιτυχία του κομματιού συνεχιζόταν και ήταν αναμενόμενο να παρευρίσκεται καλεσμένος σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Σε μία από αυτές όπου το χειροκρότημα του κοινού τον έκανε να συγκινηθεί, η παρουσιάστρια τον επαίνεσε για τις ευαισθησίες του ενώ αυτός απάντησε «έχω της πουτάνας της ευαισθησίες». Τα κλάματά του κοπήκανε μαχαίρι όταν πήρε τηλέφωνο από ένα χωριό του Αγρινίου ο καφετζής και εδήλωσε ότι «το κυρά Βαγγελιώ το γνωρίζουν όλοι στο χωριό». Η παρουσιάστρια απήντησε ότι την επαύριο θα σταλθεί συνεργείο στο χωριό για το πολύ σημαντικό αυτό ρεπορτάζ που προκύπτει από την απλή καθημερινή ελληνική κοινωνία. Ο Γαβριήλ προφασιζόμενος έναν ξαφνικό πόνο στην κάτω γνάθο έφυγε τρέχοντας από την εκπομπή. Την άλλη μέρα όταν το δημοσιογραφικό συνεργείο έφτασε στο χωριό του Αγρινίου δεν ήταν κανένα έμβυο ον να συνεντευξιαστεί. Αντίθετα μια εκατόμβη πτωμάτων έφραζε τον δρόμο. Τα αίματα είχαν κοκκινήσει το χώμα, τα άψυχα κορμιά αγκαλιάζονταν απενοχοποιημένα, μύγες ξεκουράζονταν απ’ το τσιμπούσι στα χείλη παιδιών, γυναικών και αντρών κάθε ηλικίας. Η αστυνομία έκανε μπλόκα παντού. Κάθε αμάξι, κάθε μηχανάκι και κάθε πεζός ψάχνονταν εξονυχιστικά. Ο Γαβριήλ θεωρήθηκε ύποπτος γιατί στον ένα τροχό βρέθηκε μια κηλίδα αίματος. Όμως μετά από αιματολογική έρευνα διεπιστώθει ότι η κηλίδα άνηκε σε ένα τρυγώνι από το Σουρινάμ. Αμέσως αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε τον δρόμο του για το σπίτι. Τώρα που αυτές οι δολοφονημένες πρώην έμψυχες υπάρξεις δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους, τώρα που δεν θα ξαναπάρουν καμιά απόφαση, τώρα που καμιά απόφαση δεν έχει καμιά σημασία γι’ αυτές, τώρα που έπαψαν να εισπνέουν, τώρα που έχασαν μια για πάντα τον εναγκαλισμό του ηλιακού φωτός, τώρα χάθηκε και το μνημονικό τους, τώρα χάθηκε και το τραγούδι. Το τραγούδι έσβησε από την λαϊκή κουλτούρα και επαναπροσδιορίζεται πλέον ως καινούριο, και μάλιστα με ονοματεπώνυμο. «Το «κυρά Βαγγελιώ» του Γαβριήλ Γαροβάνη, θα λένε όλοι», μονολογούσε ο Γαβριήλ οδηγώντας χαρούμενος, ενώ ήδη σκεφτόταν το επόμενο του εγχείρημα, τη συγγραφή δηλαδή του καινούριου του βιβλίου με τον γενικό τίτλο «Το έπος του Γκιλγκαμές».
.......

12/11/12

Καθώς οι

Καθώς οι γέροντες χίπις γίνονται πια τραγέλαφος μεταξύ ανθρώπων και ζώων ασυναρτώντας χαρούμενα, καθώς οι αλλεπάλληλες γενιές που πήραν ταυτότητα ανάλογα με το ναρκωτικό που κατάπιναν βγαίναν από τις τρύπες του καμμένου κρανίου τους και την ίδια στιγμή που οι μετανεοεναλλακτικοί τουρίστες μπαινόβγαιναν στην Ευρώπη ψάχνοντας το νέο trend σε κάποια Ασιατική πια πρωτεύουσα, εγώ σε μια γωνιά της Ελλάδας περνοδιαβαίνω για να δω δυο μάτια αγαπημένα, μα δεν τα βρίσκω, έχουν πια μαυρίσει από τα πιοτά τους μπάφους το τυχαίο σεξ και το μοδάτο κυνισμό. Στο επόμενο βήμα που μας ενώνει όλο και πιο πολύ καθώς πλησιάζουμε στον τάφο, βλέπω κάποιον σαν εμένα να προσπαθεί να αναστήσει την αχτίνα του ήλιου σε μάτια μαύρα σαν και τα δικά σου, που μαύροι είναι κι οι κύκλοι τους, μαύρα ειν’ και τα μάγουλα, μαύρα είν’ και τα δάκρυα που τρέχουν ξεβαμμένα. Αδύνατο. Γυρνάμε σελίδα και βλέπουμε τις ορδές των νέων που προανέφερα, να προσπαθούν να μάθουν μια τέχνη πέραν του στριψίματος ή και του σπασίματος ακόμη, λόγου χάρη να γίνουν αγρότες, οινοποιοί, μελισσοκόμοι ή ακόμη και οργανοποιοί. Kάποιοι θα βρουν το δρόμο προς το Όρος το Άγιον, να ζητήσουν ελπίδα και άφεση, και ξεχνώντας τις μπόμπες σε χρώμα εμετού θα πίνουν στο εξής μόνο Αγίασμα. Έτσι λοιπόν, μεταξύ Κολάσεως και Παραδείσου θα περνούν οι μέρες πνίγοντας όσο γίνεται στο μυαλό τη φωνή που ρωτά «γιατί όλα αυτά Θεέ μου» και η ζωή θα γίνεται μια κουραστική ταλαιπωρία που κρατιέται σε μια τρίχα για να μην ξεσπάσει ο συναισθηματικός ποταμός και διαλυθούν για άλλη μια φορά όλα. Έτσι οι οι μέρες θα περνούν κι οι μήνες θα καλπάζουν κι η Αρετή που απόμεινε στην ξενητιά στα ξένα θα αναρωτιέται αν θα πρέπει να συνεχίσει το πλέξιμο ή να δοκιμάσει το νέο υβρίδιο μανιταριού made in Amsterdam γιατί εκεί ξέρουν από καλό κρασί, και γιατί η ζωή βρε αδερφέ, πώς να το κάνουμε, είναι εδώ και τώρα. Και αλήθεια, και τότε η ζωή ήταν εδώ και τώρα, και τώρα η ζωή είναι εδώ και τώρα, όμως τώρα αγαπητέ, τώρα που δεν καταλήξαμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα που δε μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα τι θα μπορέσουμε τελικά να κάνουμε, τι θα μπορέσουμε τελικά στους επόμενους να πούμε.
.......

22/10/12

Το μεγάλο ποτάμι

Καπνίζω.
Και κάθομαι.
Η ζωή μου έχει γαμηθεί εντελώς τελευταία
όμως εγώ
καπνίζω. Και κάθομαι.

Κάθομαι όρθιος, κάθομαι σε σκαμπό, σε καρέκλα,
κάθομαι πάνω στο καβλί του τύπου εδώ δίπλα - δεν έχει σημασία,
σημασία έχει ότι μπορώ σταθερά, να κάθομαι
και να καπνίζω.

Δεν διάλεξα τίποτα απ’ όλα αυτά.
Δεν ήθελα εγώ τίποτα απ’ όλα αυτά.
Όμως όλοι οι άλλοι, οι φίλοι μου, το σπίτι μου, παντού,
όλοι φώναζαν τελικά στ’ αυτιά μου ένα και μόνο πράγμα.
Κι έτσι κι έγινε.

Εγώ θα ήθελα μάλλον ένα σπιτάκι με κήπο,
κι έναν άνθρωπο ήρεμο να ζει δίπλα μου,
να περνάν οι μέρες όσο γίνεται απλά.
Όμως είμαι εδώ.
Και πρέπει να γελάσω και με τις παπαριές που λένε τριγύρω -
κάποτε μου φαίνονταν αστείες.
Όμως τώρα δε μου φαίνονται.
Τώρα τίποτα δε μου φαίνεται πια αστείο.
Έχουν γίνει όλα πάρα πολύ σοβαρά.

Θα μου άρεσε να φανταστώ ένα μεγάλο ποτάμι που θα ‘ρθει,
θα με ξεπλύνει στην ορμή του και θα με πάει μακρυά,
«σ’ άλλη γη σ΄άλλα μέρη» που λέει και το τραγούδι.
Ένα ορμητικό ποτάμι που θα με παρασύρει - πού ξέρεις,
μπορεί και να υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει,
το σκέφτομαι συχνά.

Όταν θα έρθει εγώ θα είμαι εδώ,
να το περιμένω.
.......

1/10/12

Ένα για Εκείνην

Έτσι, ξαναγυρνάω στα παλιά.
Όταν για να κοιμηθώ
έπρεπε να ιδρώσω πάνω από ένα χαρτί,
ή ακόμα πιο μίζερα,
μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή.

Έγραφα λέξεις, τότε.
Ταίριαζα ήχους, τότε.
Έκοβα τη νύχτα στη μέση,
για μερικές χρυσές σταγόνες λυρισμού.
Και μετά κοιμόμουν ξαλαφρωμένος,
έχοντας δει αυτήν, την ποθητή τρελή
να με κοιτάει με το αλαφιασμένο μάτι της.

Ανταλλάζαμε λέξεις, τότε.
Μου σφύριζε τους ήχους, τότε.
Αγαπιόμασταν σεβαστικά, χωρίς ενοχές.
Αγκάλιαζα τη μικρή μου αγαπημένη μετά,
έχοντας ζήσει ό,τι περιέγραψα, αυτήν
και τις τρέλες της μαζί μου.
Μετά κοιμόμουν ήσυχα.
Μετά περπατούσα ήσυχα.

Πώς τόλμησα λοιπόν να σκεφτώ πως την ξεπέρασα;
Πώς μπόρεσα, εγώ ο ίδιος,
να πιστέψω πως κάποια στιγμή,
σε κάποιους μήνες μέσα, δεν ήταν τίποτα άλλο
από μια νεανική, επιπόλαια αγάπη;
Ήταν λάθος, και μου το απέδειξε.
Σαν μια εξουσιαστική και ζηλιάρα ερωμένη,
με τους χειρισμούς της με ντρόπιασε.
Γύρισα ξανά σκυφτός κι ευγνώμων στο αγαπημένο
σπίτι της, να της αφιερωθώ.
Και δίνοντάς της την αγάπη μου,
μου δίνει γαλήνη, ομορφιά και νόημα.

Θα κοιμηθώ κι απόψε,
στη μέση της νύχτας, πιο ήσυχος.
Γιατί σύρθηκα στα σκαλιά της και την έχω δει.
Γιατί δε μπόρεσα να υποκριθώ κούφια ειδύλλια.
Γιατί η λατρευτή μου είναι εκεί,
θαρρείς πάντα ξάγρυπνη, και με κοιτάει.
Κάθεται σε μια γωνία του δωματίου
και απαιτεί την αγάπη μου
για να γίνει λαμπερή γυναίκα.
Κι εγώ, ο ταπεινός,
γίνομαι τότε ο δυνατός εραστής της.
.......

20/9/12

Τραγούδι

Σαν όνειρο ότι ζήσαμε θα μείνει μες τα χρόνια

σαν μια εικόνα μες τον ύπνο μας σκληρή

του έρωτα η ανάμνηση, ρίγη και κάτι ακόμα

που δεν αρκούν δυο παλιολέξεις να ειπωθεί




Η εικόνα σου θα έρχεται όταν γυρνώ το βράδυ

στο σπίτι μου από μια όμορφη γιορτή

θα νιώθεις την ανάσα μου κι εσύ στο προσκεφάλι

όταν ξυπνάς για δίχως λόγο την αυγή




Tα λόγια και τα χάδια μας σβήσαν κι αυτά στ΄αλήθεια

όπως τα φώτα της ομίχλης το πρωί

μα η αγάπη που τη ζήσαμε ερίζωσε στα στήθια

και όσα χρόνια κι αν περάσουνε θα ζει


.......

31/8/12

Κύριε Ζ.

«Είναι η ώρα εννιάμιση μα περιμένω ακόμα»
Χ. Βασιλειάδης

Kι όπως φαίνεται η αναμονή δε θα πάψει
εκτός κι αν περιμένετε κάτι πιο συγκεκριμένο, κύριε Ζ.
κάτι λιγότερο θαμπό
απ' το χνώτο σας
στο κρύο πρωινό τζάμι του αυτοκινήτου
γιατί
ναι μεν
το Παρίσι σας τελείωσε
ναι μεν
κάθε άλλη τέτοιου είδους πόλη στα γύρω μήκη
και πλάτη
έχετε όμως πάντα
αυτή την αναμονή
αυτό τον χρόνο
αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό σας
κι αν δεν απατώμαι
κι αν δεν ψεύδομαι
ίσως έχετε και αυτό,
το κρύο μέταλλο στο μέρος της καρδιάς σας.
Κύριε Ζ.,
πέστε μου
πάντοτε σας γέμιζαν ανία οι άνθρωποι
οι γεμάτοι ανία,
οι άδειοι αντοχής,
οι πρόχειρα κατασταλλαγμένοι άνθρωποι
πέστε μου λοιπόν,
προς τα πού τώρα ο δρόμος,
where now, where now?
Mήπως επιστροφή στη γνωστή πάγια τακτική σας,
τη δοκιμασμένη τακτική
όπου δύο χέρια διώχνουν
το κενό ανάμεσά τους βγάζοντας νερό, βγάζοντας ζέστη,
μέταλλο και άλλα;
Maybe somewhere else, where perhaps it’s worse?
Ξέρω πως δε θα μου πείτε,
πως ίσως απλά δεν ξέρετε,
πως αυτή την ώρα
σας απασχολεί μόνο το μοσχοβοληστό
Ischlerkipferl
από απέναντι
και το βράδυ ίσως πείτε πως
θα σας απασχολήσει μόνο κάτι τρυφερό,
ελαφρώς ψημένο με αίμα
από απέναντι
όμως
από εμένα
θα έχετε μόνο ευχές
θα έχετε μόνο εκτίμηση
όσο κι αν δεν το θέλετε,
όσο κι αν αυτό δεν ταιριάζει σε
σας
λυπάμαι κύριε Ζ.
που ίσως κλονίσω ένα φαντασμένο,
ετοιμοπαράδοτο,
όσο και λιγάκι passé
image
.......

7/8/12

Τα Άπαντα

Φέρτε μου ρε ένα χαρτί εδώ να γράψω...
τα άπαντα του Μακρυγιάννη.

Αφού τι να κλάσει.
Τι να κλάσει η σχέση μας.

Έφυγες τρέχοντας στη μαμά σου κι όλα τα ρούχα σου στο κουτί
κι εγώ να διαβάζω για το Τάο και τους αρχαίους φιλοσόφους.

Αλλά είπαμε, δε με νοιάζει πια τίποτα.

Όλες ηλίθιες,
όλοι βλάκες φαλλοκράτες
και κανείς δεν ξέρει τι του γίνεται.

Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν κάνουμε τίποτα.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν πιάνουμε μία.
ΟΛΟΙ - ΟΛΑ - ΤΩΡΑ, αλλιώς, τίποτα, στο κενό.

Έτσι λοιπόν που λες αγαπητέ.
Όλοι μαλάκες.

Και καθαρίσαμε.
.......

23/7/12

ΚΑΡΓΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

Και η καρδιά προσβλήθηκε με τα λεγόμενά σου,και ξάφνου εσταμάτησε σωριάστηκα μπροστα σου
Εις μίαν κλίνη βρίσκομαι διασωληνωμένος, και ο γιατρός απλήρωτος τρεις μήνες ο καημένος
Aγγαλιασμένος χώματα 'πο πάνω μου ο τάφος, η μάνα μου η κλαίουσα λιπόθυμη στο βάθος 
Αν είν' αυγή ή μεσημβρινή καμιά δεν ξεχωρίζει, πασίγνωστο, τα βάθη αυτά η μέρα δεν γνωρίζει /Σκουλήκια κατακλύσανε το νέο σπιτικό μου, κι ένα σαν μ' είδε φώναξε "να το, το φαγητό μου!"  
Σε στόματα καμιάς λαλιάς, σκουλήκοι παιχνιδίζουν, πλούσιους φτωχούς μεσοαστούς, δεν τους διαχωρίζουν 
 (Ανέκαθεν)
.......

15/6/12

ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ

Ξημέρωσε. Η γυναίκα ανοίγει τα παράθυρα και το φως ξεχύνεται σαν σκύλος που μόλις έχει λυθεί απ’ τα στοργικά του αφεντικού του χέρια, στο δωμάτιο καλύπτοντας ολοκληρωτικά το τετράγωνό μου σώμα που το ανδρικό κορμί ακόμα βαραίνει. Εικοσιπέντε χρόνια στην ίδια θέση, εικοσιπέντε χρόνια μια μόνιμη σκιά από κάτω μου. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια πόσες φορές άραγε φιλοξένησα αυτά τα δύο κορμιά πάνω μου. Ούτε εγώ δεν μπορώ να υπολογίσω. Γνωρίζω τα πάντα γι αυτούς παρ’ όλο που δεν μπόρεσα ποτέ να αρθρώσω ούτε μια κουβέντα συμπόνιας, συμβουλής ή επίκρισης. Από τότε που αγαπιόντουσαν ως νεόνυμφοι μέχρι και τώρα γνωρίζω το απαλό σύρσιμο που προκαλεί ο παραμικρός ψίθυρος, έχω νιώσει την υγρασία που προκαλεί το κάθε δάκρυ πόνου ή χαράς, έχω νιώσει την ζέστη ενός βλέμματος πραγματικής αγάπης καθώς και την ψύχρα των ένοχων απ’ την απιστία κοιταγμάτων. Γνωρίζω τους ανθρώπους παρ’ όλο που μόνο ένα δείγμα από κάθε φύλλο έχω στο σώμα μου δεχθεί. Στην αρχή είναι ερωτευμένοι και το πάθος περισσεύει. Τα βογγητά τους συντονίζονται με τα τριξίματά μου, τα ιδρωμένα γέλια τους με τα ιδρωμένα σκεπάσματά μου. Αργότερα όταν το πάθος χαμηλώσει την έντασή του φαίνεται καθάρια αν μπορεί να έχει συνέχεια ή όχι, αν η αγάπη δηλ. στηρίζεται σε γερές βάσεις. Τότε οι αγκαλιές και τα φιλιά αποκτούν βάθος, γίνονται μέσο για μια καλύτερη γνώση του συντρόφου κι όχι αυτοσκοπός για την ικανοποίηση της ορμής. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν αντιδρώ όπως αντιδρούσα στην άγρια επίθεση των κορμιών τους απέναντι στο δικό μου σώμα όταν το πάθος τους βρισκόταν στην αρχή της φθοράς του. Αντίθετα η κίνησή τους με την δική μου γίνονται σε απόλυτο συντονισμό και αρμονία. Σ’ ένα τρίτο στάδιο όπου το ζευγάρι έχει ρουφήξει την αγάπη μέχρι το μεδούλι της, όπου ο ένας γνωρίζει απόλυτα τον άλλο, όπου οι πρώην ερωτευμένοι γίνονται αδέρφια τότε οι αγκαλιές ελαττώνονται, τα φιλιά γίνονται τυπικά και οι πλάτες βρίσκονται αντίκρυ υπό την πλήρη ακινησία μου. Μετά; Δεν γνωρίζω. Ίσως κοιμούνται διαφορετικά, ίσως χωρίζουνε, πάντως σίγουρα κάποια στιγμή πεθαίνουν κι εγώ μένω άδειο για πάντα. Όμως μια τέτοια στιγμή δεν πρόκειται να την ζήσω. Το προηγούμενο βράδυ σε μια από τις ελάχιστες συζητήσεις που γίνονται πια μεταξύ τους ο άντρας είπε «Αυτό το κρεβάτι πρέπει να πεταχτεί. Αύριο κιόλας θα αγοράσω ένα καινούριο. Τι λες κι εσύ;» Αυτή δεν απάντησε. Λίγο αργότερα ενώ αυτός ροχάλιζε ξεδιάντροπα ένα πνιχτό κλάμα τάραξε τον λαιμό της καθώς κι ένα μικρό μέρος του στρώματος, αρκετό όμως να συντονιστεί απ’ άκρη σ’ άκρη με το γερασμένο μου σώμα. Μεσημέρι. Ο άντρας έχει γυρίσει απ’ τη δουλειά του και διαβάζει ίσως την εφημερίδα του στο σαλόνι. Η γυναίκα πάνω μου με κρυμμένο το κεφάλι στο σεντόνι και τα χέρια της με δύναμη να το κρατάνε, σαν ορειβάτης που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί μάταια στον βράχο προσπαθώντας να αποφύγει την ντετερμινιστικά δεδομένη πτώση, κλαίει χωρίς ντροπή υγραίνοντας το στρώμα. Αν είχα χέρια θα σε αγκάλιαζα Ιφιγένειά μου, έκανα να της πω ξεχνώντας για μια στιγμή πως φωνή δεν έχω. Αν είχα στόμα θα σε φιλούσα και θα προσπαθούσα να σε κάνω να γελάσεις αλλά θα με συγχωρέσεις γιατί δεν είμαι παρά ένα κρεβάτι, έτσι θα συνέχιζα και θα έκλεινα την φράση μου. Οι εργάτες ήρθαν με τον αντικαταστάτη μου. Σε λίγο θα αρχίσουν να με ξηλώνουν κι η Ιφιγένεια λυπάται περισσότερο γιατί ο έρωτας που ζωντανός ήταν κάποτε, πάνω μου γεννήθηκε κι έσβησε μια για πάντα. Γιατί ξέρει πως το καινούριο κρεβάτι δεν σημαίνει αναγέννηση συναισθημάτων και μοιάζει με ειρωνεία η καθαρότητά του προς την σκονισμένη από την παλαίωση σχέση τους. Μην κλαίς Ιφιγένεια, υπάρχουν και απόλυτα μοναχικοί άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο κι άνθρωποι που τα πεζοδρόμια και τις χαρτόκουτες έχουν κρεβάτι κάνει. Χαίρεται ζεύγος, το βράδυ κατά πως φαίνεται δεν θα προλάβω να δω. .......

5/6/12

Ρέθεμνος

Ρέθυμνο πόλη όμορφη με τους πολλούς μπεκρήδες

με οπλαρχηγούς, με βιαστές, καμμένους, χασικλήδες

Ρέθεμνος σένα αγαπώ εσύ μου δίνεις θάρρος

κι απόξω από σένανε εγώ παντού είμαι βάρος

εσύ μου δίνεις δύναμη εσύ μόνο με θρέφεις

γιατί όπου αλλού και να βρεθώ, γυρνώ σκυφτός σαν κλέφτης

Εμείς εδώ γιορτάζουμε εμείς εδώ γλεντάμε

εμείς εδώ δεν ξέρουμε άλλο απ’ το να τα σπάμε

Μη λες κουβέντα φίλε μου μόνο άδειασε την κούπα

να μην ακούω τσιμουδιά μα πέσε με τα μούτρα

ουίσκι θέλεις, θέλεις τζιν, πάρε και λίγη κόκα

άντρα τρανό να σε θωρώ κι όχι σαν καμιά κότα

Έτσι μωρέ, κανόνιστη κι αυτήνε από δίπλα

για να μην ξέρει πού πατεί να ‘ναι σε λίγο πίτα

να μη θωρεί πού βρίσκεται και πούθε θα ξυπνήσει

να ναι στ’ αλήθεια αξέχαστη η βραδυά που θα ‘χει ζήσει

Ρέθυμνο ξακουσμένο μου σαπίζεις και πηγαίνεις

κατήφορος σε ρούφηξε βρωμίζεις κι ομορφαίνεις

έτσι κι εγώ σε θώρησα, μικρό ξεφτιλισμένο

να ‘σαι καλά μα εγώ σε σε δεν ξαναματαβαίνω.
.......

30/5/12

«Ένας που...» παιδικά σκίτσα από το Νίκο Αναστασάκη (Β' Δημοτικού)

Έκθεση με παιδικά σκίτσα
Διάρκεια 31/05/2012-14/06/2012, Εργαστήρι Ζωγραφικής Pape Moe, Σαρανταπόρου 33, απέναντι απ' το Γαλλικό Ινστιτούτο, Θεσσαλον
ίκη
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Με τίτλους όπως «Ένας που είναι μέσα στον ήλιο και χοροπηδάει», «Ένας μπρατσαράς που σπρώχνει μια πέτρα πάνω σε έναν», «Ένας που τον καταπίνει το χορτάρι»,«Ένας μπασκετμπολίστας που πατάει πάνω σε ένα παιδάκι και καρφώνει», «Ένας που τον κυνηγάει μια πέτρα» και πολλούς ακόμη, ο Νίκος Αναστασάκης της Β' Δημοτικού δεν μας υπόσχεται κάποιο αισθητικό ταξίδι στη χώρα των σχεδίων και των χρωμάτων, ίσως άλλωστε και να μη μπορεί ακόμα. Προσφέρει όμως, χωρίς να το ξέρει και ιδιαίτερα χωρίς να το θέλει, μέσα από τις μίνιμαλ γραμμές του και τον εντελώς υποτυπώδη του χρωματισμό, ένα καταπληκτικό ταξίδι μέσα στις πηγαίες συλλήψεις του ανθρώπινου μυαλού, σε ιδέες εντελώς παράδοξες, αστείες αλλά και συχνά βίαιες. Βλέπουμε μέσα από τα σκίτσα του, ένα παιδικό μυαλό που ρουφάει και επεξεργάζεται οποιοδήποτε ερέθισμα του περιβάλλοντός του δοθεί, μετατρέποντάς το σε κάτι διαφορετικό και ανώτερο, μέσα από μια διαδικασία που μπορεί να ονομαστεί διαδικασία της Τέχνης. Οι αφιλτράριστες από τους κανόνες και τα ταμπού των ώριμων καλλιτεχνών ιδέες του μπορούν, όπως πιστεύω κάθε πετυχημένο έργο, να ρίξουν φως σε μια ακόμα σκοτεινή γωνιά του ίδιου του ανθρώπινου μυαλού. Ο Νίκος ζωγράφισε τα σκίτσα του κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2010-11, στη διάρκεια των μαθημάτων της μουσικής, στο 10ο Δημοτικό Σχολείο του νομού Χανίων, στην Κρήτη.


Επιμέλεια, συλλογή κλπ: Χρήστος Ζάχος (χ.ζ., εκπαιδευτικός μουσικής κ.ά.)











.......

19/5/12

Η λύρα

Ο ήλιος βρισκόταν στο υψηλότερό του σημείο όταν διασχίζαμε, εγώ και ο Nephomir Εsfan, αυτήν την έρημη από κάθε δέντρο πεδιάδα κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Η δίψα μας επιτιθόταν κατά κύματα απ’ το πρωϊ, είχαμε τρεις μέρες να πιούμε νερό. Ο-Νephomir μέσα στα μαύρα ρούχα του έλιωνε σιωπηλά κι όπως και εγώ δεν έβγαζε λέξη διαμαρτυρίας γιατί βαθιά μέσα μας πιστεύαμε πως η εγκαρτέρηση θα μας έκανε πιο ανθεκτικούς. Κι όμως να που και οι δυο μας σιωπηλά παρακαλούσαμε για μια πηγή, ένα πηγάδι ή έστω ένα ποτήρι νερό από κάποιο φιλικό χέρι εδώ στη μέση του πουθενά. Εκεί που πραγματικά από την αδυναμία σκύβαμε ανήμποροι πάνω στα άλογά ένα σπίτι έκανε την εμφάνισή του ακριβώς μπροστά μας ενώ λίγα μέτρα απ’ την εξώπορτα ένα πηγάδι περίμενε να ξεδιψάσει τα χείλια μας. Αμέσως, σχεδόν γκρεμιστήκαμε από τα άλογα και κουτρουβαλώντας ο ένας πάνω στον άλλο βρεθήκαμε να πίνουμε αχόρταγα νερό ξεσπώντας σε νευρικά γέλια. -Ποιος είναι ο προορισμός σας αν επιτρέπεται; Όταν ακούστηκε η φωνή στρίψαμε τα κεφάλια μας προς την πηγή της ξαφνιασμένοι γιατί μες την παραζάλη της δίψας δεν είχαμε πρωτύτερα αντιληφθεί καμία παρουσία. Ο τυφλός γέρος καθισμένος σε ένα από τα τρία ξύλινα σκαλιά σαν να ατένιζε το άπειρο, συνέχισε. -Αν συνεχίσετε τον δρόμο μέσα στο δάσος, της λύρας τα κελεύσματα, αν θεωρείτε ότι η ζωή σας έχει ακόμα νόημα, να μην ακούσετε και σαν κουφοί κι εχθροί των πιο γλυκόλαλων μελωδιών να την προσπεράσετε. -Γέρο, είπα. Εγώ είμαι ο Carnellio Coop και δίπλα μου το ίδιο διψασμένος για νερό και μάθηση στέκεται ο Nephomir Esfan. -Μάθηση; -Είμαστε μαθητές του πατέρα Καντρόλιρχου. -Ααα. (είπε με δήθεν αδιαφορία αυτός, αλλά τα μάτια του αν και κλειστά κόντεψαν ν’ ανοίξουν διάπλατα τόσο που αφού δεν τα κατάφεραν εκείνη την στιγμή δεν θα άνοιγαν ποτέ. Συνέχισε) Ο καταραμένος Άγιος. -Ακριβώς αυτός, απάντησε ο Νephomir. -Γιατί να αποφύγουμε αυτήν την λύρα; ρώτησα -Όταν φτάσετε στο σημείο τον ήχο της τον γλυκόλαλο να ακούτε, ένα θέαμα ποιητικό θα αντικρίσετε και τότε θα καταλάβετε. -Δηλαδή τι έχουμε να φοβηθούμε; -Θα σας πω μια πρόσφατη ιστορία. Πριν δυό μέρες ένας ξακουστός πολεμιστής έκανε την ίδια διαδρομή με εσάς. Jodor Scoolp το όνομά του. Χοντροκομμένος καθόλου ευγενής αλλά με αμόλυντη καρδιά γιατί απ’ ότι έμαθα μετά, ούτε μία ατιμία δεν είχε ακουστεί γι’ αυτόν, είχε κερδίσει τον σεβασμό των αντιπάλων του κι ούτε ένα ψεύτικο γέλιο ή ένα απέριττο ευγενικό χάχανο δεν ξεπρόβαλαν τα χείλη του ποτέ. -Πραγματικά ευγενής. Τα χάχανα και οι καλοί τρόποι είναι υποκρισία και δείγμα τεράστιας ανθρώπινης βλακείας, συμπλήρωσα. -Ακριβώς. Καθώς, και δυσκοιλιότητας. Όσο περισσότερα περιττώματα έχει κάποιος μέσα του τόσο περισσότερο ξινός και αλαζόνας γίνεται. -Πλούσιοι και ευγενείς. Αυτές οι μαϊμούδες που κλάνουν απ’ το στόμα, αναφώνησε ο Nephomir. Τότε ξεσπάσαμε σε γέλια και οι τρεις. -Συνεχίζω, είπε σοβαρότατα ο τυφλός. Όσο βρισκόταν εδώ, όταν του είπα ότι θα πάω να κοιμηθώ, μου είπε «Να κοιμηθείς; Όλη μέρα έχεις τα μάτια σου κλειστά» κι έφυγε ζητώντας μου συγγνώμη αλλά δεν μπορούσε λέει να αντισταθεί σε ένα καλό αστείο. Ο πολεμιστής αυτός αρνήθηκε να πάρει στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις μου κι έτσι, όταν πλησίασε τον τόπο όπου η λύρα ακουγόταν στάθηκε έκπληκτος ν’ απολαύσει τον ήχο της. Ένας βοσκός που παρακολουθούσε από απόσταση την αποτρόπαια εικόνα που συνέβη κατόπιν, προστατευμένος απ’ τον ήχο της λύρας αφού γνώριζε πολύ καλά τις επιπτώσεις, μου διηγήθηκε τρομαγμένος ότι ο Jodor σχεδόν σαν παραδομένος μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα βρήκε μια εύκαιρη θηλιά, θηλιά ορφανή απ’ το κουφάρι που την συμπλήρωνε μιας και είχε πολυκαιρίσει με συνέπεια, αφού τα σκουλήκια τέλειωσαν την δουλειά τους με ότι από τον άνθρωπο τρώγεται, τα κόκκαλα να γλιστρήσουν απ’ το σχοινί, κι εκεί το κεφάλι του πέρασε και να αιωρείται στον αέρα το κορμί του μέχρι να λιώσει άφησε. Θα βρείτε πολλά πτώματα να σας διηγηθούν παρόμοιες ιστορίες. Τον νου σας. Εμείς γρήγορα ξεκινήσαμε να μπούμε στο δάσος. Κι αν με τον συνοδοιπόρο μου στοίχημα βάλαμε πόσο θα αντέξουμε στον ήχο της λύρας, ο τρόμος και η αγωνία κρυφογελούσαν στα πιο κρυφά σημεία της ψυχής μας. Καθώς διασχίζαμε το δάσος, αυτό που στην αρχή ειρηνική εντύπωση δίνει σε κάποιον ανίδεο, μια άσχημη μυρωδιά σαπισμένου κρέατος και ούρων έγδερνε τις μύτες μας. Ήχοι από τρωκτικά, αρπακτικά κι ανάμεσά τους ψίθυροι από πρώην ζωντανούς, τώρα νεκρούς, και τα βογγητά ενός ετοιμοθάνατου. Κυρίαρχος όμως πάνω απ’ όλα ο ήχος της λύρας που αναμφισβήτητα πιο θεϊκό και ταυτόχρονα δαιμονισμένο, δύσκολα κάποιος στη ζωή του έχει ποτέ ακροαστεί. Με τον Nephomir κοιταχτήκαμε να συνεννοηθούμε και χωρίς να αρθρωθεί μία λέξη γυρίσαμε να κοιτάζουμε αποβλακωμένοι την λύρα, καταλαμβανόμενοι, σαν σε τελετή αποκρυφιστικών τεχνών, από τον ήχο της. Η λύρα κατασκευασμένη από ένα καθόλου εντυπωσιακό κομμάτι ξύλο, το οποίο ήταν σχεδόν ακατέργαστο. Το ηχείο της ήταν μικρό και στρογγυλό, ενώ ένα λεπτό μπράτσο προσπαθούσε να αγγίξει τις τρεις χορδές που σκιά έκαναν πάνω του. Ένα δοξάρι στερεωμένο στον αέρα όπως άλλωστε και το υπόλοιπο όργανο έπαιζε αργόσυρτα και σταθερά σαν κάποιο φοβερά επιδέξιο χέρι να το καθοδηγούσε. Γύρω απ το όργανο ένας μαύρος κύκλος, κι αυτός στον αέρα αιωρούμενος, κρατούσε την ισορροπία των πραγμάτων. Φαίνεται πως έκανα μια κίνηση να κατεβώ από το άλογό μου όταν το χέρι του συντρόφου μου ένιωσα στο μπράτσο μου, την κάθοδο σωτήρια να μου διακόπτει. Τον κοίταξα κι αυτός γελούσε δυναμικά σαν κατακτητής. Τον μιμήθηκα και τότε άνοιξαν τα μάτια μου και είδα το θέαμα που μπροστά μου παρουσιαζότανε. Εκατοντάδες κορμιά, που πάνω στο ίδιο τους το μαχαίρι τα σωθικά τους στήριξαν, στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, δεκάδες οι απαγχονισμένοι απ’ τα δικά τους, που κάποτε απαραίτητα τα είχαν για την επιβίωσή τους, σχοινιά. Με έναν σύντομο υπολογισμό, πάνω από χίλιοι οι αυτόχειρες. Μύγες, ούρα, ξερατά, να τρεις λέξεις που μπορούσαν να περιγράψουν κάπως πιο ελεύθερα την εικόνα αυτή. Εμείς όμως στεκόμασταν ακίνητοι να κοιτάμε την λύρα που όσο κι αν πάσχιζε να υπερνικήσει την θέλησή μας, της ήταν αδύνατο. Ξεκινούσε δυναμικά κάθε προσπάθεια και σαν να αντιλαμβανόταν τις αντιδράσεις μας ύστερα από λίγο έχανε τη φρεσκάδα της. Αυτό έγινε πολλές φορές ώσπου από κάποια στιγμή και πέρα η ένταση και η ποιότητα του ήχου της έπεσαν κατά πολύ μέχρι που έφτασε στην απόλυτη σιγή. Περιφρονητικά λοιπόν συνεχίσαμε την πορεία μας, κυριολεκτικά πατώντας επί πτωμάτων, υπό το άψυχο βλέμμα των σκουληκομισοφαγωμένων ματιών ενός καθισμένου κουφαριού που έτυχε να βρίσκεται μπροστά μας.
.......

6/5/12

βασικά βασικά βασικά

βασικά σταρχίδια μου για κάποια πράγματα που θεωρούν κάποιοι μερικοί σημαντικά, πχ οι εκλογές ή πού θα βρω για το νοίκι και η ΔΕΗ ή να του μιλήσω πρέπει γιατί με πήρε πριν από μισή ώρα. Εμένα για κάποιο λόγο με νοιαζει πιο πολύ πώς θα την παλέψω το βράδυ ή αν θα είμαι ψιλοσκατά αύριο και τι μπορώ να κάνω στη ζωη αυτή για να ΞΕΧΑΣΩ.Να ξεχάσω το παιδί στο σχολείο που του σβήναν τσιγάρα πάνω του με 30 σημάδια στα χέρια κι είναι ήδη στα εννιά του καμμένο χαρτί, το άλλο που βρίζει και βαράει σαν τρελό με το μπαμπά του στη φυλακή και το άλλο που το παράτησε η μαμά του στην πλατεία κι έφυγε με γκόμενο για άγνωστον πού. Με νοιάζουν τέτοια πράματα, όπως πχ, η κοπελιά με βιασμό και κρίση ταυτότητας η μέτρια σχέση που έχει ο άλφα γνωστός μου πιο πέρα αλλά και ΝΤΑΞ ΜΩΡΕ!, ή η καμία σχέση που δε μπόρεσε να κρατήσει ο άλλος φίλος μου λόγω κολλήματος πίσω. Πώς την παλεύουν όλοι αυτοί; Και ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μειοψηφία. Κι ο μπαμπάκος μου έτρωγε ξύλο έως αίματος, και ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μειοψηφία. Ας το καταλάβουμε αυτό. Καλά, τα πρεζάκια δεν τα συζητάμε πια, πάνε αυτοί. Ας πάρουν την πρώτη τους δόση υπερβολική κατευθείαν, να γλιτώσουν. Ανθρώπινα σκουπίδια. Άμα κάψεις κάμποσα κύτταρα εκειμέσα τι νομίζεις, θα ξανάρθουν, πάει πια, μόνο συναίσθημα μετά και κλάμα. ΤΡΕΛΑ. Δεν ξέρουμε να την παλέψουμε δεν ξέρουμε να την ΑΝΤΙΚΡΥΣΟΥΜΕ δε μπορούμε καν να τη Φ Α Ν Τ Α Σ Τ Ο Υ Μ Ε. Κι όμως υπάρχει κι είναι εδώ δίπλα. Ψυχολογικά προβλήματα τα ονομάζουμε σήμερα μέσω επιστήμης και καλά σου λέει ΟΚ, έχει Ψυχολογικά Προβλήματα ο άλλος, πάρτον χαλαρά. Ποιον μωρέ; τον καμμένο; Κι ας γαμιούνται κι ας μαλώνουν οι γάτες εδώ έξω και μεχουν πρήξει, οι άνθρωποι ψιλοξέχασαν και να σκοτώνονται και να δέρνονται και να χειρονομούν αλλά και να γαμιούνται όμως. Μόνο καθόμαστε αδελφέ μου. ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ, Χα! να σε δω κι εσένα όταν πλησιάσεις στο σημείο που κανείς δεν έχει να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο πας έξω και τσιμπάς και πίνεις και περνάς καμιά φορά ωραία με παρεούλα είναι αλήθεια, δε με νοιάζουν οι καΐλες των εξαρχείων του 80, ΣΤΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ ΠΙΑ με τη Γώγου και τον ΆΣΗΜΟ και τους άλλους ήρωες της τσιμεντούπολης και τους μπάτσους τους από δίπλα. Γαμάτοι ως το σημείο μετά αυτόχειρες ναρκομανείς και μανιοκαταθλιπτικοί κι ας όψεται το σύστημα. ΜΗΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ λέω εγώ. ΒΡΕΣ λόγο να ζεις να αναπνέεις να κινείσαι και να μιλάς με τους γύρω άλλους. Δεν είναι πια όλοι μαλάκες κι εσύ μάγκας. ΓΙΝΕ επιτέλους άνθρωπος, φίλε μου αδελφέ, γαμώ το χριστό σου, ΜΗ ΜΕ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙΣ ΑΛΛΟ με παπαριές, έχω κι εγώ τα δικά μου, γκέγκε; ΠΑΛΕΨΕ την, μην αγαπάς άλλο παρακμή, η παρακμή έχει πάτο, πιάσε πάτο και μπουμ κάτω τρως τα μούτρα σου και μη με ζαλίζεις πια. Αν με γουστάρεις κούνα το δαχτυλάκι σου και μην ξανακούσω πια ΚΛΑΨΑ. Κίνα προς κάπου, προς Κίνα, τράβα Κορέα τράβα πάνω στο ξεφτιλισμένο Νοβοσιμπίρσκ που λες απλά κούνα το γαμημένο δαχτυλάκι σου αδελφέ μου καλέ, γαμώ το θεό σου και μην ακούσω ξανά παπαριές πια βαρέθηκα έχω κι εγώ τα δικά μου
.......

4/5/12

Κοιμάσαι

Κοιμάσαι όμορφη, όμορφα.

Εγώ με την πένα
θα σκοτώσω τα δαιμονικά
που εσύ
μου εφύτευσας.

Ή μήπως εγώ;

Η φαντασία είναι δαίμων από μόνη της,
δε θέλει πολλά για να τραφεί.
Αρκούν λίγες αδιάφορες ή σκληρές λέξεις.
Για να τιθασευτεί θέλει πολλά.
Θυσίες, αϋπνίες.

Θα κάνω οτιδήποτε για να σε κερδίσω.
Για να με κερδίσω.

Θα δουλέψω σκληρά,
θα χτίσω τοίχους, θα γκρεμίσω άλλους,
θα σπάσω φράγματα.

Για να σκοτώσω τα δαιμονικά.

Τα δαιμονικά που ακόμα πιστεύω
πως εσύ
μου εφύτευσας.
.......

21/4/12

ΕΝΑ ΜΠΡΩΙΝΟ

Ένα μπρωϊνό η παναγιά μου/ έβαλε τα καλά της, πήρε και δυο φίλους/ τον Γιώργο και τον Στέλιο και κατέβηκε στην Ομόνοια/ εκεί αντίκρισαν ένα αποτρόπαιο θέαμα/ εγώ έβαζα μπόμπες στον ποπό μιας πεταλούδας/ οι μπόμπες σκάγανε κι εγώ έσπαζα πλάκες/ με τις εικοσιπέντε προσωπικότητές μου/ ανάμεσα σε μένα κι αυτούς υπήρχε ένα συντριβάνι/ το συντριβάνι έκανε πλατς-πλουτς και ούλτα-εεε/ (πάνω πίνουν πανανάνα ο πλεπλέξης πλεκουράει)/ Κουνούσαν τα κεφάλια τους με αηδία / κι ύστερα ήρθαν τα τανκς/ μια αυγή χρυσή (σαν σήμερα)/ κι ύστερα κάποιοι πήγαν εξορία/ μετά ήρθε ο χειμώνας και πάγωσε η τσιμινιέρα/ μετά σκοτώθηκαν κάποιοι αλήτες στο πολυτεχνείο/ (εκεί ήταν όλοι οι φίλοι της μαμάς κι όλοι οι φίλοι του μπαμπά του Φαίδρου του Μπαρλά)/ εγώ διάβαζα μ’ έναν παπά(δεν πήρα χαμπάρι)/ κι έβαζα μπόμπες στον κώλο μιας πυγολαμπίδος (μόνο ο Σημίτης κι ο Μπίστης βάζανε μπόμπες πολιτικές)/ μετά ήρθε η εικοστή τετάρτη του Ιούλη/ κι έσβησε η ελπίδα/ μετά ήρθαν οι εξόριστοι/ μετά ήρθαν απ’ την κωλοΓαλλία/ μετά ήρθε η δημοκρατία και το σκυλάδικο/ μετά ήρθαν οι Πολωνοί μετά οι Αλβανοί/ κι ύστερα οι Πακιστανοί με τους μουσώνες τους και τα τσουνάμια/ κι όλοι χρόνια τώρα/ αναπολούν τον γιώργο/ (ταξιτζήδες-φορτηγατζίδες-λεωφοριούχοι-λιμενεργάτες-περιπτεράδες-μπαμπάδες και μαμάδες)/ μετά ήρθε η κρίση/ μετά, το φάντασμα του Αντρέα(που πλανιώταν πάντα)/ μετά η εγκληματικότητα των αλλοδαπών (εμείς είμαστε φιλότιμοι δεν ξέρουμε απ’ αυτά)/ γελάει ο Μιχαλολιάκος/ το μόνο που μένει είναι να δούμε/ πότε θα ξανάρθουν τα τανκς/ κάποιο μπρωϊνό ίσως .......

15/4/12

Ο δράκος


Το χαρτονένιο στυλό του δράκου Συμεών έγραφε, έγραφε, έγραφε...χωρίς σκοπό μα και χωρίς σταματημό. Δεν είχε πολύ κέφι αυτή τη νύχτα, που η δροσιά απλωνόταν σε κάθε γωνιά της αυλής και της πόλης του αλλοπρόσαλλου αυτού μέρους. Θέλησε να τραβηχτεί. Να τρίξουν όλα τα κόκκαλά του, από τα νύχια ως το σβέρκο. Κρακ!... Μόνο αυτό μπορούσε να κάνει στη μικρή σπηλιά του, στο λιλιπούτειο διαμέρισμά του. Η ουρά του κουλουριασμένη ως τη γωνία. Τα φτερά του μαζεμένα ελαφρώς πιασμένα. Έστριψε τσιγάρο σε δυόμισι δεύτερα και το άναψε σε ενάμισι, μην πάει και σταματήσει την ιστορία του, το γράψιμό του. Κάτι μέσα του μαζεύτηκε σε μια μπάλα και πάγωσε σαν κρύο μέταλλο. Δεν του άρεσαν τα λάθη. Δεν έχει σημασία τι θα έφτιαχνε, απλά δε σήκωνε λάθη. 

Η ώρα χτύπησε στον τοίχο αργά και μισή, και οι κοιλάδες και τα χωριά στα γραφτά του ακόμα ξεδιπλώνονταν, όμορφα, χρωματιστά και γαλήνια. Εικόνες μιας περασμένης εποχής, που σαν φαναράκι πού και πού έρχονταν κι έφεγγαν μέσα στα δωμάτια του μυαλού του. Κοιλάδες, γεφύρια...και πολλά κυπαρίσσια. Κι άλλα δέντρα, που το όνομά τους είχε πια ξεχαστεί. Ποιος ήξερε πια τη διαφορά μιας λεύκας από ένα πλατάνι, ενός ευκάλυπτου από μια φτελιά; Μιας καρυδιάς από μια σκαμνιά; Μιας μυρτιάς από ένα περνάρι; Μόνο εικόνες μαγευτικές, σχεδόν εξωτικές, σαν από άλλο ημισφαίριο. Δέντρα και δέντρα, σύννεφα και αέρας...Τα φτερά των δικών του τότε έτριζαν σαν σκοινιά αερόστατου, τα πόδια τους δροσίζονταν σαν πάπιες σε καταρράκτη. Εικόνες πάνω από κοπάδια λευκά, από σπιτάκια, από λόφους και βράχους. Μιας φανταστικής ευδαιμονίας. Μιας φανταστικής ζωής. Μιας ξεχασμένης, αλλοτινής, διαφορετικής αγωνίας. 
Αχ...Τα δωμάτια του μυαλού του, γιατί να είναι τόσο απέραντα...
.......