17/12/11

Δεν αλλάζω, το ξέρω καλά

Άλκης, Α' Δημοτικού, Θεσσαλονίκη
.......

6/12/11

Συνολικό χτύπημα (σε κρύο θάλαμο)

Μα

Εμπρός, τι,
κάτω απ’ το

Σαγόνι

Πλάγια
έρχεται η εισβολή
στo

στο από μέσα

ΔΕΝ

ενδιαφέρει ο πόνος
ΑΛΛΑ
ο εξευτελισμός

Λυπηρόν, το ξέρω
Οδυνηρόν, προφανώς

Όμως
συνέχισε τώρα
ΓΙΑΤΙ
αγνοείς τις αντοχές;

Αν ενδιαφέρεσαι
θα
εκπλαγείς, επαναλαμβάνω:

ΔΕΝ ενδιαφέρει ο πόνος
αλλά να σβήσεις
με τον τρόπο σου
αυτό που τυλίγεται - ξετυλίγεται

λίγο λίγο ακόμα πιο λίγο
και έχεις το αποτέλεσμα
το επιθυμητό

ΜΗ δειλιάζεις
ΜΕ ευθύτητα

Πρόσεξε
Αυτά δεν ακούγονται συχνά
πάρεξ εάν ενδιαφέρεσαι

για τη
φιλοσοφία
.......

21/11/11

ΠΟΙΟΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙ ΠΟΙΟΝ

Με μισόκλειστα τα μάτια και σκυμμένο το κεφάλι, μουδιασμένος αλλά ψύχραιμος, θολωμένος κι αποσβολωμένος από την πόση λίτρων αλκοόλ, τρεκλίζοντας ακολουθώ τον δρόμο που βρίσκεται μπροστά μου. Ακολουθώ, γιατί δεν επιλέγω. Ούτως ή άλλως όταν ξυπνήσω δεν θα θυμάμαι τίποτα. Σταματώ σε έναν στύλο σε μια απόμερη γωνιά, λες και το σώμα μου μες σ’ αυτό το χάλι κρατάει κάποια αξιοπρέπεια προφυλάσσοντάς με από τα αδιάκριτα μάτια των περαστικών, και κοιμάμαι όρθιος. Σταγόνες βροχής σκάνε πάνω μου χωρίς να καταφέρουν όμως να με ξυπνήσουν, ενώ κάποιες γριές που πηγαίνουν στην πρωινή λειτουργία με κοιτάνε και κουνάνε τα κεφάλια τους. Κάποια στιγμή ανοίγω τα μάτια μου κι επειδή είμαι ακόμα ανάμεσα στον ύπνο και στο να ξυπνήσω βλέπω μπροστά μου έναν τεράστιο σαμουράι τουλάχιστον οχτώ μέτρα στο ύψος να κρατά με το ένα χέρι το κατάνα του έτοιμο να ξεθηκαρωθεί. Φορά μια πολύ εντυπωσιακή στολή απ’ αυτές που έβαζαν οι σαμουράι όταν ήταν να πάνε σε πόλεμο, που τους έκαναν να μοιάζουν με σκαθάρια. Κοιτάζει μπροστά και προς τα πάνω χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Σκέφτηκα ότι αυτό που έβλεπα δεν ήταν αληθινό, ότι σαμουράι στην εποχή μας δεν υπάρχουν, και να υπάρχουν δεν θα ξεπερνάνε το ένα εξήντα. Αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Περίμενα να δω τι κίνηση θα κάνει, καθώς η βροχή με είχε κάνει ήδη μούσκεμα. Κάποια στιγμή ο Le Monte Young μαζί με τον Teri Rilley έπαιξαν σε ένα δευτερόλεπτο έναν εξηνταπεντάωρο αυτοσχεδιασμό και τετράγωνα διανθισμένα με κβάντα και αίμα περνούσαν κάτω από τα πόδια του σαμουράι ένα ένα(σημειώσατε Χ). Με ξαναπαίρνει ο ύπνος μετά απ’ αυτό το υπερθέαμα, ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει δυνατότερα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι συμμετέχω σε μια σουρεαλιστική ομάδα ποδοσφαίρου με την επωνυμία Άγγελος Σικελιανών η οποία την πρώτη αγωνιστική δεν συμπλήρωσε ενδεκάδα και την δεύτερη ήμασταν εκατόν τριάντα άτομα στον αγωνιστικό χώρο αλλά δεν είχαμε τερματοφύλακα. Τελικά πήραμε το πρωτάθλημα. Ξαφνικά νιώθω ένα άγγιγμα στον ώμο μου το οποίο ήταν αιτία να πάρω μεταγραφή από την ομάδα, να διαλυθεί το σύμπαν, να παίξω τάβλι με το βελγικό grindcore συγκρότημα Agathocles να πάω φαντάρος με τον Χριστό, όλ’ αυτά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, και εν τέλει να ξυπνήσω. Βλέπω μπροστά μου ή τρία ή έξι κορίτσια, χωρίς να είμαι σίγουρος για τον τελικό αριθμό, τα οποία προσφέρονται να με φιλοξενήσουν ευγενέστατα. Κι εκεί με πιάνει το φιλότιμο. Ε όχι κυρίες μου, λέω. «Είπαμε, είμαι κομμάτια, δεν ξέρω που βρίσκομαι, κοιμάμαι όρθιος στην μέση του δρόμου, μπορεί να έχω δει τετράγωνα να περπατάνε και σαμουράι οχτώ μέτρα, μπορεί να έχω γίνει μούσκεμα απ’ την βροχή και να μην το έχω πάρει χαμπάρι διότι εμείς οι ποδοσφαιρισταί παίζουμε παντός καιρού, αλλά δεν θα πέσω τόσο χαμηλά να δεχθώ την ομολογουμένως ευγενική σας φιλοξενία. Έχω και κάποια αξιοπρέπεια». Μετά απ’ αυτό το αλκοολικό λογύδριο από το οποίο μπορεί να μην ακούστηκε ούτε μία λέξη ολόκληρη οι κοπελιές συνέχισαν τον δρόμο τους ενώ εγώ συνέχιζα να βρέχομαι μ’ ένα πανηλίθιο χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα μου σκεφτόμενος ότι τους την είπα άσχημα και έδειξα χαρακτήρα. Μετά από δυο ώρες που σύρωνε η βροχή από κάθε μόριο του σώματός μου, αποφάσισα να πάω προς το σπίτι, ανίκανος να αντιληφθώ ποια ήταν πραγματικότητα, ποια η ψευδαίσθηση και ποιο το όνειρο, ακολουθώντας τον δρόμο με σκυμμένο το κεφάλι και μισόκλειστα τα μάτια. .......

12/11/11

Χωρίς να το αξίζουν

Φτιάχνω γκαφέ
ελληνικόν, παπαγάλον

εσύ ποδίτσα, βγάζεις λάτζα
(ναι μωρέ θα βοηθήσω κι εγώ)
οι άλλοι από μέσα σταθερά, καίγονται.

Εγώ - τι να κάνω -
έτσι τσίτα που είμαι, βαριέμαι το κάψιμο.
Εσύ χειρότερα.

Απλά παρέα θέλουμε εδώ,
κι έτσι ο ένας μένει κοντά στον άλλο,
παρά, παρά.

Προσπάθεια φίλε μου, αυτό χρειάζεται
χτύπημα στον τοίχο
αυτό, αυτό,
όχι για τον εαυτό σου, σιγά

απλά μην πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου,
αυτό μόνο
να το βουλώνεις,
να μην έχεις άποψη καμιά φορά

Γιατί ξέρω πολλούς χασικλήδες
που έθαψαν φίλους, γκόμενους
παιδιά
χωρίς οι μικροί να το αξίζουν.
.......

26/10/11

Σκισμένα μαλλιά

Γιατί κάποτε

θα καθίσω κοντά σας

με σκισμένα μαλλιά

με σκισμένα ξεσκισμένα ρούχα

με βλέμμα στραμμένο στην ώρα

που τσιρίζει

που τραβάει απ' τα ρούχα

απ' τα σωθικά

κι αν είσαι τρελός

κι αν είσαι κι εσύ προσεκτικός, με κανονισμένους

λογαριασμούς, με ρυθμισμένες υποθέσεις φίλε μου

μην την ακολουθήσεις

αν είσαι κι εσύ τρελός

φύλαξε τα ρούχα σου

φύλαξε τα μαλλιά σου

κράτα ακέραια τα σωθικά σου

θα χρειαστούν

κάποιος πρέπει να συνεχίσει

να παίζει μουσική

σε τούτο εδώ το πανηγύρι
.......

15/10/11

Χανιά - 38 C

Με βλέπει ο τύπος κάτω που είμαι μουσικός κι αρχίζει γρήγορα με το δοξάρι του για να του πετάξω κάνα κέρμα. Όμως τώρα βιάζομαι. Το ζευγαράκι απέναντι με καρφώνει η τύπισσα, κι ο άλλος της από δίπλα. Bαρεθήκατε ε παιδιά; Ηλίθιες συνωστίζονται στη Bershka να βρουν έκφραση και καθυστερημένοι πίνουν τον καφέ τους σε άσπρα σκαμπό στο πεζοδρόμιο για να είναι in. «Να 'στε καλά» από χαμηλά η Σέρβα ομόθρησκος με το εικονισματάκι. Να 'σαι καλά κι εσύ. Πολύς κόσμος, πολλή φασαρία, ζέστη, πάω στην ProBank να δω πόσα έχω γιατί του χρόνου παίζει να 'μαι άνεργος. Αδιάφορον όμως αγαπητέ. Όσο έχω το όργανο στην πλάτη μου θα μπορώ να φάω. Μια παχουλή με ποδήλατο στο δρόμο αγκομαχεί, ιδρώτας, μπράτσα. Αυτό είναι όμως μπούστο κύριοι. Μυστήριοι με κοιτάνε μυστήρια γιατί έχω όργανο μαζί μου, προσοχή παιδιά, κίνδυνος - θάνατος η μουσική. Άκου μια φορά μια ιστορία. Ήμασταν σε πάρτυ με τον Carnellio και βάραγε στο στενό ως τις 4 πολύ δυνατά, οι γείτονες κανένα πρόβλημα, όλα μια χαρά, κλείνουν κάποτε το μηχάνισμα, παιδιά λέει θα βγάλετε όργανα. Μα είναι πρωί, μα ξέρω γω, στις τρεις πρώτες νότες που παίζουμε που λες οι γείτονες ανοίγουν τα παράθυρα και θα φέρουν λέει τους μπάτσους. Κατάλαβες; Κίνδυνος η ζωντανή μουσική φίλε. Δημιoυργείς άρα. Εν πάσει περιπτώσει, πάω απέναντι στο περίπτερο να πάρω νερό γιατί κόλλησα. Πρέπει να προλάβω και το λεωφορείο. Θα λιώσω πάλι στη ζέστη αλλά στ' αρχίδια μου. Για τα πάντα. Και για μένα. Το βράδυ παίζω.
.......

1/10/11

Ένα για την Υπεροψία

Υπεροψία
Υπεροψία

είμαι ανώτερος εσού, αδελφέ

Δεν το βλέπεις γαμώ
το
θεό σου;

Eίσαι σκουλήκι
και βρώμικος και μιαρός και κατώτερος
Κι Εγώ είμαι
το φ ω ς
το φ ω ς, αδελφέ

Αγάπα με τώρα
απελπίσου
πες λόγια ανάγκης
κι εγώ από κοντά, θα σε φροντίσω
θα απαλύνω τον πόνο σου

Tο δικό σου τον πόνο, σκουλήκι
θα τον φορτωθώ εγώ,
ο
Τιτάνας
θα τον απλώσω στους ατσαλένιους ώμους μου
σαν μαρμελάδα

Έλα σκουληκάκι,
φίλα μου τα γόνατα,
κόλλησε πάνω στον ευεργέτη σου

ΣΕ ΣΩΖΩ ΤΩΡΑ ΚΤΗΝΟΣ

Θα σε γλιτώσω απ΄όλα, στο είπα
φτάνει μόνο
να είσαι εσύ εκεί
κι εγώ

για πάντα εδώ,

εδώ
.......

21/9/11

Ξυραφιά

Είδα / ένιωσα μια ξυραφιά
στον αέρα

Aμέσως έτρεξα σπίτι
να την μετατρέψω σε τομή
στο μπράτσο μου.

Δυστυχώς
το αυλάκι που άνοιξε το κόκκινο
ήταν πιο άγριο απ’ ότι
αρχικά φαινόταν.

Έμεινα να κοιτάω
το κόκκινο το σύννεφο
το κόκκινο ποτάμι
ν’ ανάβει το μυαλό μου
ν’ ανάβει το χέρι μου
να στάζει ήρεμα
στον άσπρο μου νιπτήρα

και ένιωσα πια,
ναι με σκοτάδι,
ναι με κλάματα,

το ξυράφι να έχει κομμένη
και την καρδιά μου
ως πέρα
.......

3/9/11

Γαμωσταυρίδια

Όταν γαμωσταυρίζω
(Γαμώ την Παναγία σου γαμώ το Χριστό σου)
μη με ακούς
δεν τα εννοώ πραγματικά.

Είναι που θέλω κάπου να ξεσπάσω
είναι γιατί η υπομονή έχει και τα όριά της
και δε μπορώ ν’ ακούω άλλες τσουβαλιασμένες μαλακίες
μέσα σε τούτο το μπουρδέλο
που βρεθήκαμε κι οι δυο μπλεγμένοι.

Κι εντάξει να μου λένε όλοι οι άλλοι
τις παπαριές τους, αλλά κι εσύ;
Κι εσύ τέκνον;
Όχι δα, γαμώ το Χριστό μου.

Γι΄αυτό φάε άλλη μια Παναγία (να σε βοηθάει)
κι ετοιμάσου μπρος, να φύγουμε από δω
γιατί ξέρεις άλλωστε
ότι μ’ έχεις του χεριού σου
γιατί ξέρεις άλλωστε
ότι ο σκύλος αυτός γαβγίζει γαβγίζει
αλλά όπως όλα τα βρωμόσκυλα αυτού του είδους
δε μπορεί ποτέ να δαγκώσει.
.......

24/7/11

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Tώρα μ’ αγκαλιάζουν οι πέτρες, λίγο χώμα, η μπόχα της ιδρωτίλας και του θανάτου αγκαζέ με τους ήχους των σφαιρών και των παραγγελμάτων. Βέβαια δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ ολ’ αυτά όντας νεκρός και φρέσκος μάλιστα. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα κοιτάνε ευθεία αλλά και προς το τίποτα. Κενά, μιας κι η ψυχή μου στο φεύγα της, μου έκλεψε την όραση για να βρει τον δρόμο της. Έφυγε χαζογελώντας σαν αποφυλακισμένος ισοβίτης, και πώς να μην γελούσε άλλωστε που άφηνε μια για πάντα αυτό το άχρηστο σώμα. Είμαι σίγουρος ότι και οι υπόλοιπες συναδέλφισσές της που θα την κοιτούσαν θα την ζήλευαν τα μάλα και ίσως αυτή είναι η αιτία που έσπρωχναν τα κορμιά με λύσσα στον πόλεμο και στον θάνατο. Όχι όλοι ήρωες, πολλοί φοβισμένοι όπως τον φαντάρο δίπλα μου που σοκαρισμένος από την τύχη μου τον πήραν τα κλάματα. Κάποιος του φώναξε να κρυφτεί στο απέναντι όρυγμα αλλά αυτός κοκαλωμένος από τον πανικό και τις χριστιανικές του ενοχές, προφανώς ήθελε να με θάψει με παπά και διάκο, η δυνατόν, ρούπι δεν έκανε. Μόνο όταν χειροβομβίδα έσκασε στα τρία μέτρα απ’ αυτόν ξύπνησε κι άρχισε σαν κυνηγημένος να τρέχει στο όρυγμα. Τα άθλιά μας κορμιά σαν θησαυρούς τα προστατεύουμε σε καταστάσεις άμεσου κινδύνου, τα ίδια κορμιά που καθόλου δεν τα σεβόμαστε σε περιόδους ειρήνης και μαλθακότητας. Το βλέμμα του μέσα από το όρυγμα διασταυρώθηκε με τα άδεια μάτια μου που ασάλευτα μέσα στο ορυμαγδό του πολέμου δε λέγανε να ξεκουνήσουν από την αρχική ευθεία. Πρέπει να ‘ταν δύσκολο να βλέπεις θάνατο πασαλειμμένο με μυρωδιές πανικό και γνήσιο αίμα κάτι το οποίο δεν γίνεται να σου προσφέρει το PSP. Τα δάχτυλά μου μπερδεμένα στα χαλίκια λες και ψάχναν άνοιγμα για τον κάτω κόσμο μια και καλή, από περιέργεια περισσότερο. Είναι καλό να αλλάζεις παραστάσεις. Σκέψου να πέθαινες που και που και να ξαναγυρνούσες στη ζωή όποτε εσύ γούσταρες, πόσο πιο άφοβο και πληκτικό θα ήταν το ανθρώπινο είδος. Αυτά τα δάχτυλα λοιπόν θα ήθελα για τελευταία φορά να αγκάλιαζαν το κορμί αυτηνής που αγάπησα γερά, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο δεν θα γίνει. Το χέρι μου κοκκινισμένο από το αίμα, λευκό και κρύο απ’ τις σφαίρες, τις σφηνωμένες στην πλάτη μου,… πιο λευκό κι απ’ το δικό της ακόμα,. . . δεν θα ‘ταν ωραίο να με δει έτσι,… ίσως καλύτερα να με ξεχάσουν. Το χειρότερο είναι ότι θα πεθάνω εδώ παρετημένος, χωρίς νεκρικές φροντίδες και ασπασμούς στην βόλεψη του φέρετρου. Δεν θα ‘ρθει η μάνα μου να με πλύνει και να με ντύσει. Δε θα ‘ρθει αυτή να ζεστάνει τα κρύα μαγουλά μου με καυτό δάκρυ, απλά θα μείνω εδώ να με φάνε τα όρνια. Λες και τα πόδια μου το γνωρίζουν αυτό κι έχουν πάρει θέση έρπην. Το δεξί πόδι μαζεμένο προς τα πάνω έτσι ώστε το γόνατο να φτάνει στο ύψος του στομαχιού και το αριστερό έτοιμο να ακολουθήσει την ορμή του δεξιού. Έτσι θα πάμε μέχρι να φτάσουμε στην πύλη σώμα μου, στην πύλη της αιωνιότητας, και να βουτήξουμε στην κόλαση πριν οι γύπες αρχίσουν να πετούν χαμηλά. Αλλά οι νεκροί δεν κουνιούνται τελικά. Όσο περνά η ώρα μαθαίνω τα χούγια αυτής της κατάστασης. Ας μην ζητάω πολλά λοιπόν κι ας περιμένω, και τους γύπες, και τις χειροβομβίδες, κι αυτούς που θα ληστέψουν ότι έχω πάνω μου, και τα σκουλήκια. Η μέρα φεύγει, η μέρα χάνεται, η τελευταία μέρα. Σε λίγο νυχτώνει κι η μάχη καταλάγιασε. Φύγαν όλοι μάλλον, γι αυτό επικρατεί ησυχία παντού, γι’ αυτό με πλησίασαν οι γύπες κι άρχισαν να δαγκώνουν και να μασουλάνε ζεστή πλάτη, συκωτάκι, πλευρά και λαιμό βεβαίως βεβαίως. Να που γίνομαι και σε κάτι χρήσιμος, αλλά μια απορία έχω βαθιά μέσα μου. Αυτή η γυναίκα, η μαμά πατρίδα που λένε όλοι την έχει δει κανείς από κοντά; Την αναφέρουν οι πάντες και ‘γω που λυπήθηκα την κατάστασή της και την ανάγκη της έτρεξα εθελοντής να πολεμήσω σ’ έναν άδικο γι’ αυτήν πόλεμο. Αλλά αυτοί που τ’ όνομά της αναφωνούν κάθε λίγο και λιγάκι γιατί δεν είναι και αυτοί εδώ; Την τραβολογάν από δω, την τραβολογάν από κει, την νοηματοδοτούν, την κονταίνουν και την μακραίνουν κατά πως θέλουν ως άλλοι Προκρούστες, την βρίζουν, την βιάζουν, την πουλούν σε άλλους νταβατζήδες, την κλειδώνουν σε δωμάτια για μέρες, της φοράν άλλοτε επίσημα ρούχα και γιορτινά και την εξυμνούν στους δικούς μας θανάτους. Γι’ αυτό λοιπόν καλοί μου γύπες αφήστε και λίγο κρέας και μεδούλι γι’ αυτήν. Μπορεί κάπου εδώ ρακένδυτη να γυρίζει και θα χει λυσσάξει της πείνας. Ας φάει κι αυτή λίγο. Δεν έχει πια σημασία. Δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος, αλλά για μένα αυτός ο πόλεμος και οτιδήποτε άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο των δογμάτων και της αυθυποβολής έχει τελειώσει. Καληνύχτα. .......

12/7/11

Σκληρή

Η ζωή είναι σκληρή
πολύ σκληρή, σα χώμα
το μούτρο μου τρίβεται στα χώματα
και στις πέτρες
κάνα δυο δόντια γδέρνονται

Πάγωσα κάτω
κι αλληθωρίζω
κοιτάω τα χορταράκια.

Ωραία η παρομοίωση ε;

Νομίζεις φίλε.
Μην ξεκινάς τη ζωή με ανοιχτή καρδιά
μην προχωράς με ανοιχτές προσδοκίες
μην έχεις τη δύναμη εκατό αντρών
μη.

Θα ψοφήσεις
θα σε ψοφήσουν
θα παρακαλάς για έλεος,
αργότερα

Σφιχτόκαρδος να είσαι
να τα θες όλα δικά σου
να έχεις τη δύναμη έκτης δημοτικού
για να τα κερδίσεις όλα.

Να εκμεταλλεύεσαι,
ανθρώπους, καταστάσεις
να σε ενδιαφέρει η εικόνα σου
και η πολιτική
κι έτσι θα πας μπροστά γιε μου,
θα λάμψεις.

Κι αν ποτέ συρθείς στο χώμα
αν καταπιείς έστω και μια πετρούλα μικρή
τόση, τόση δα μικρή λέω,
έλα τότε κοντά και βρες με
κάπου εδώ θα είμαι, με τα ράμματα,
έλα τότε κοντά και πες μου.
.......

2/7/11

Ιούνιος στην πλατεία

Σε είδα πάλι και χτες στο Σύνταγμα

με ασπρισμένο πρόσωπο

κόκκινα μάτια

το δάκρυ σου κορόμηλο

να ενώνεσαι μαζί μου

να σφίγγεις τη γροθιά σου οργισμένος

κόντρα στα ΜΑΤ, στους πολιτικούς,

στα Ιδρύματα

να υψώνεις τη βραχνή φωνή σου στο μέλλον

να εξαγριώνεσαι

να σχίζεις τα ιμάτιά σου πολεμώντας

με όση δύναμη σου απέμενε

για μια καλύτερη

κοινοβουλευτική δημοκρατία.
.......

18/6/11

Τρέλα Β.

Τρέλα για τους τρελούς, τρέλα
τρέλα στους λογικούς, τρέλα.

Τραύμα για τους αθώους, τρέλα
δρόμο στους συνετούς, τρέλα

Ο ίσκιος στο ντουλάπι, τρέλα
η λάμψη στο κρεβάτι, τρέλα

Μανία στην ψυχή, τρέλα
ο πόνος στο κορμί, τρέλα

Τη νύχτα στα σκοτάδια, τρέλα
η μαύρη τρύπα μέσα μου, τρέλα

Θα κάψεις, θα πεθάνεις, τρέλα
κι ο πόνος δε θα γιάνει, τρέλα.
.......

2/6/11

ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΟΣ

Κάποτε στο πιο απομονωμένο χωριό που βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο του πιο ψηλού βουνού στον πιο απομακρυσμένο πλανήτη του πιο μακρινού γαλαξία από την Γη έγινε κάτι που δεν θα μάθουμε ποτέ. Αυτό είναι δεδομένο. Εγώ τότε ξεπέζεψα από το άλογο μου και κατέκτησα τη Ρώμη όπου ως τότε αντιδρούσε επιδεικτικά. Βρέθηκα στο συμβούλιο των σοφών όπου και μου παρέδωσαν το κλειδί της πόλης όσο πιο δουλικά μπορούσαν. Εγώ τους απευθύνθηκα φωνάζοντας «Δεν το θέλω» συνεχίζοντας «σας βαρέθηκα όλους». Έτρεξα όσο μπορούσα πιο γρήγορά από τα ανάκτορα και χάθηκα στο δάσος. Εκεί άκουσα την εξής συζήτηση.
-Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον, και μια δεύτερη ερώτηση, πιστεύετε ότι ήταν οφσάιντ το γκολ στο εβδομηκοστό πέμπτο λεπτό;
- Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ όσα μου λέτε.
Ήταν ένας δημοσιογράφος που ρωτούσε ένα ποδοσφαιριστή ενώ εγώ στεκόμουν πίσω τους με την περικεφαλαία μου κρατημένη στην μασχάλη και την πορφυρή μου χλαμύδα να ψιθυρίζει στα φύλλα του δάσους μυστικά αιώνων. Δίπλα μου εκατό νεκροί στρατιώτες στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο για ένα δευτερόλεπτο. Το αμέσως επόμενο μετακινήθηκε όλη αυτή η μάζα ταχύτατα είκοσι χιλιόμετρα μακρύτερα και μια μυρωδιά προσπάθησε να με ζαλίσει. Οι θεοί γελούσαν κι έκλαναν προς το μέρος μου. Απευθύνθηκα στους ουρανούς γονατιστός κλαίγοντας γοερά και φωνάζοντας «Γιατί; Δεν ξεδιψάσατε ακόμα με τόσο αίμα χυμένο τόσους αιώνες, ανεύθυνοι θεοί; Δεν σας φτάνει ο πόνος και θυσίες τόσων, αχόρταγοι θεοί; Δεν βαρεθήκατε να δοξάζουν τα ονόματά σας ανάμεσα σε νεκρούς και απελπισία, αυτάρεσκοι θεοί; Δείξτε ένα σημάδι ότι μ’ ακούτε.» Μετά από ένα λεπτό ο Δίας πέταξε έναν κεραυνό κι έκαψε την Ρώμη. «Στο διάολο το παλιάμπελο» αναφώνησε περνώντας τρεχάμενος δίπλα μου ο Ζαρατούστρα κι έπεσε στη φωτιά όπου κάηκε ζωντανός. Η πόρτα άνοιξε και μια ευγενική κυρία είπε: «Ο επόμενος». Τότε σηκώθηκα και μπήκα στο γραφείο του γιατρού. Κάθισα στην καρέκλα κι άρχισα: «Γιατρέ. Δεν είμαι καλά. Πολλές φορές νομίζω ότι είμαι ο αυτοκράτορας της Ρώμης, βλέπω δάση, νεκρούς, θεούς και ένα χωριό πολύ απομακρυσμένο το οποίο μάλλον δεν υπάρχει. Δεν γνωρίζω ούτως η άλλως τίποτα γι αυτό και δεν ξέρω βέβαια πως σας ακούγονται αυτά αλλά σε λίγες μέρες σκέφτομαι να σκοτώσω τους θεούς. Ξέρετε αυτό αν ακουστεί παραέξω θα στοιχίσει στην καριέρα μου ειδικά τώρα που περιμένω μεταγραφή για τον Ολυμπιακό.»
Τότε ο γιατρός αντέδρασε με πνιχτά γέλια. «Σιγά μην πάρεις μεταγραφή για τον Ολυμπιακό. Η μοίρα σου έχει άλλον δρόμο διαλέξει για σένα. Έναν δρόμο ηρωικό που θ’ αφήσει τ’ όνομά σου γραμμένο με ολόχρυσα γράμματα στην αιωνιότητα.» Αμέσως σηκώθηκε και φώναξε. «Χαίρε Κλαύδιε Γενοκτόνε αρχηγέ των μίζερων και των απελπισμένων. Χαίρε άρχοντα, εκδικητικέ κι ανίερε.» Ο τοίχος άνοιξε κι από πίσω βγήκαν χιλιάδες πολεμιστές έτοιμοι για σφαγή. Αρματώσαμε τα αερόπλοιά μας και βγήκαμε στους ουρανούς όπου συναντηθήκαμε αρχικά με τον Δία για τους όρους της παράδοσής τους. Ο Δίας ήταν ανένδοτος και σίγουρος για την νίκη του. Δεν ήξερε όμως ότι οι στρατιώτες μου είχαν ήδη ξεκινήσει τον πόλεμο με τους άλλους θεούς και πολλά θεϊκά κεφάλια βρισκόταν καθ’ οδόν μέσα σε σακιά, δώρο σ’ αυτόν τον άθλιο τυχοδιώκτη αρχηγό τους. Ο αρχηγός αυτός των θεών με κοιτούσε αυτάρεσκα και χαμογελούσε όταν ένας στρατιώτης μου πλησίασε γρήγορα το τραπέζι, κι αφού πρώτα μου απέδωσε ψιθυριστά τιμές, άδειασε ένα σακί κεφάλια πάνω σ’ αυτό. Τότε μπροστά στην αμηχανία του Δία ζήτησα εκ νέου την παράδοσή του με σκληρότερους όρους. Αυτός αρνήθηκε και τότε το κεφάλι του βρέθηκε ανάμεσα στ’ άλλα κεφάλια. Οι θεοί όμως ήταν πονηροί. Είχαν φτιάξει πολλαπλά είδωλα για τον κάθε ένα τα οποία ανανέωναν την ύπαρξη τους. Επ’ άπειρον. Μετά από διακόσα χρόνια συνεχών πολέμων ηττηθήκαμε έχοντας τραγικές απώλειες εκατομμυρίων νεκρών και βασανισμένων. Εμένα με διάταγμα του Δία μ’ εξόρισαν τυλιγμένο σε ιστό αράχνης στο πιο απομακρυσμένο χωριό απ’ όλους τους γαλαξίες με συνοδό μου την ίδια την αράχνη που με δάγκωνε συνέχεια ρουφώντας μου έτσι όλη την ενέργειά μου και την ζωτικότητά μου. Το χωριό λέγεται ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ. Με φυλάνε προσεκτικά σε ένα δωμάτιο και αυτοί οι μικροί θεοί φοράνε ρούχα ολόασπρα λες κι είμαι τίποτα νεκρός. Δεν ξέρω ίσως και να έχω πεθάνει. Όταν χιονίζει όμως είναι πολύ όμορφα. Γίνονται όλα άσπρα σαν αυτούς και σίγουρα δεν μπορεί μ’ αυτόν τον καιρό να με πλησιάσει η αράχνη αφού αυτές πεθαίνουν με το κρύο. Αυτό είναι δεδομένο. Και την άνοιξη καλά είναι.
.......

23/5/11

Πτωχέ πλην

Πτωχέ πλην ελεύθερε εραστή
ξεπεσμένε εις πόλεις αγνώστους
τι γύρευες χτες βράδυ ανέστιος στον Υπόγειο;

Είδα σε
να ζητάς δώρα
να βολτάρεις σαν ερωτύλος γόης
να ψάχνεις το σακάκι σου μέσα έξω
για κάνα ψιλό.

Η Μοίρα -ως είναι προφανές- σε εγκρέμισε
σε τούτη τη γωνία της Υφηλίου,
στερώντας σου τελικά
νάμα, νόημα ή και σκοπό.
Σε τσάκισε μικρέ μου
και τώρα εσύ, ντοπιότερος των εντοπίων
μελαμψότερος των μελαμψών.

Κοιτάς την ώρα
στρίβεις τσιγάρα
επινοικιάζεις διαμερίσματα
σκέφτεσαι το νησί κρυφά στα πάρτι, όπου βρέθηκες
αγνοώντας πρόσωπα, γλώσσες
τα ήθη εκείνα,
πίνοντας μόνο, πίνοντας
μιλώντας μόνο, συλλαβίζοντας (καθώς απορρίπτεις)
τα ίδια παράξενα λόγια
στους ίδιους παράξενους ανθρώπους

που ψάχνουν κι αυτοί ένα νόημα, μιαν αφορμή
για να δοξάσουν τη ζωή,
να υμνήσουν τα νιάτα,
τα νιάτα τα μπερμπάντικα
για άλλη μια φορά.
.......

10/5/11

ΕΦΗ

Το αμαξάκι τσουλάει στους βρεγμένους δρόμους
ενώ το ραδιόφωνο παίζει ροκ

οδηγείς με το μυαλό στην Αθήνα
και δίπλα, η φίλη σου
να σκέφτεται το δικό της φίλο που δεν την παίρνει συχνά
τηλέφωνα.

«Είχα ξεχάσει πως υπάρχει τέτοια μουσική»
σπάω τη σιωπή κι είναι τόσο ξεκάρφωτο
που φυσικά δεν παίρνω απάντηση.

Οδηγείς πάντα αφηρημένη (κουνάς λίγο και το κεφάλι)
και δίπλα ο λευκός λαιμός της φίλης σου
φαντάζει στα μάτια μου λαχταριστός σαν παγωτό.

Αναρωτιέμαι λοιπόν (κι ενώ γύρω τα βουνά φεύγουν)
πόσο ξεκάρφωτο θα ήταν αν έριχνα στο σημείο αυτό
μια πεταχτή γλυψιά

τώρα
.......

23/4/11

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ

Καθώς, επαναλαμβάνω, καθώς έβγαινα από το σπίτι μου την σωστή ώρα, βιαστικός και ψύχραιμος για να πάω στην δουλειά μου, το ενδιαφέρον μου κεντρίστηκε από ένα πελώριο μαύρο φύλλο που έπεφτε απ’ τον ουρανό και τραγουδούσε το AVE MARIA του josquin Desprez. . Έμεινα εκεί ακίνητος σαν να προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν. Οι γείτονες είχαν βγει απ’ τα σπίτια τους και κοιτούσαν κι αυτοί μ’ απορία και φόβο. Φόβος για το τι μπορεί να επέλθει μετά απ’ αυτό το φαινόμενο, έτσι δηλαδή μου το εξήγησε το βρέφος που ήταν δίπλα μου μέσα από το καροτσάκι του. Και συνέχισε:
-να, πάρε το παράδειγμα του Ρεθύμνου
-Τι είναι το Ρέθυμνο;
-Ήταν μια πόλη που εξηφανίσθη πριν από οχτακόσιες χιλιάδες χρόνια.
-Γιατί αυτό;
-Στην αρχή ήταν όλα καλά. Μετά έπεσε απ’ τον ουρανό ένα πελώριο μαύρο φύλλο. Τότε άρχισε ο κατήφορος. Μετά από δύο μήνες ήρθαν κάποιοι νευρικοί τύποι και έφαγαν τους ντόπιους και μετά ήρθαν κάποιοι άλλοι κι έφαγαν τους προηγούμενους. Έφτιαξαν πολιτισμό που καταποντίστηκε από τους εχθρούς τους οι οποίοι ήταν καλοί στην μουσική αλλά τους έφαγαν οι επόμενοι, οι οποίοι δεν ήταν καλοί σε τίποτα και μετά ήρθαν οι τουρίστες, οι μέλισσες, ο Αύγουστος και μια φορά ο Ιεκινί με τον Ολυμπιακό για ένα φιλικό. Αφού έφαγαν τα πάντα στο τέλος έφαγαν τους εαυτούς τους κι έτσι στη θέση του Ρεθύμνου υπάρχει μια μαύρη τρύπα.
-Άσχημα τα πράγματα.
-Θα πεις σ’ αυτήν που είναι δίπλα σου να μου δώσει λίγο γάλα γιατί φωνάζω τόση ώρα και δεν μ’ ακούει;
Αφού εκτέλεσα την εντολή του, το αποχαιρέτησα κι έφυγα σκεπτικός και αποχαυνωμένος. Δεν πήγα στη δουλειά αλλά σε μια βιβλιοθήκη και διάβασα για την περίπτωση του Ρεθύμνου. Εκστασιάστηκα τόσο πολύ που χτυπούσα τα χέρια μου στα τραπέζια και ούρλιαζα.(και μάλλον γι’ αυτό με έδιωξαν. Ίσως να μην είναι σωστό να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο μέσα σε μια βιβλιοθήκη) Τέλος πάντων πρόλαβα, επαναλαμβάνω, πρόλαβα και συγκράτησα ένα τηλέφωνο κάποιου επιφανή Ρεθυμνιώτη. Μετά από δύο μήνες του τηλεφώνησα.
-Καλησπέρα. Είναι ο κύριος Τζον Τραβόλτα εκεί;
- Ο ίδιος.
- Σας παίρνω από τις Συρακούσες και θα ήθελα, αν δεν ενοχλώ βεβαίως,
-Παρακαλώ…
-ευχαριστώ, με διευκολύνετε υπερβολικά, θα ήθελα λοιπόν να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις για το ιστορικό φαινόμενο του Ρεθύμνου.
-….
-Μ’ ακούτε;
Ξάφνου η σύνδεση διακόπηκε. Προφανώς ο Τζόν δεν ήθελε να το συζητήσει αλλά μου φαίνεται πως άκουσα ένα δάκρυ να φεύγει απ’ τα πρησμένα απ’ την κόκα μάτια του. Τόσο πολύ λοιπόν πονάει η ιστορία αυτή. Μήπως όμως κάτι κρύβεται; Μήπως δεν είναι όλα στο φως; Αυτές οι ερωτήσεις με ταλάνιζαν για πολλές ώρες μετά το τηλεφώνημα.
Την επομένη ακούσαμε να συμβαίνουν τα πρώτα κρούσματα κανιβαλισμού. Ύστερα από ένα μήνα έγινε πραξικόπημα και οι εκτελέσεις αντιφρονούντων ήταν καθημερινό θέαμα, μετά μας κατακτήσαν οι Σουηδοί οι οποίοι ήταν πολύ βάναυσοι, ύστερα εξαρθρωθήκαμε από την πανούκλα και οι Αφρικανοί κατακτητές μας, μας έφεραν χιλιάδες μαύρα μάμπα και τα πετούσαν στα σπίτια μας για να μας εξαφανίσουν. Κι αφού έφυγαν κι αυτοί και μας άφησαν μόνους μας, οι κανιβαλισμοί πολλαπλασιαστήκανε.
Και τώρα, καινούρια μου προσωπικότητα, που για σένα κάνω τον απολογισμό για να με κατανοήσεις δηλαδή, τώρα βρίσκομαι εδώ σ’ αυτό το υπερβολικά μικρό δωμάτιο με το τσεκούρι στα χέρια έτοιμος για επίθεση. Ή μάλλον καλύτερα, έτοιμος για άμυνα σ’ αυτούς που προσπαθούν να σπάσουν την πόρτα πεινασμένοι για σάρκα.
.
.......

11/4/11

Πρέπει να

Πρέπει να
κάποτε ίσως
βρεθείς
κι ας σου είπαν πως
απ' το στόμα
το ίδιο.

Μα-
δεν είναι άνθρωπος;
φυσικά γι’ αυτό
ράφτο
δεν πρόκειται για σένα
το ξέρουμε
χτίσε τη τη νέα
και: τέλος.

Μα τι λέξεις ν’ αρχίσεις
τι;
Τίποτα και
σπάσε κάτι
ρήμαξε κάτι
αυτοί οι στίχοι
«η των καλών»
δε βαρέθηκες;
Τούτοι όμως ναι, γιατί
άλλο βρήκες,
άλλο σου είπαν
οι «καγαθοί» πως είναι.

Όχι, πια
φόβος για τον ίσκιο
της όμορφης της μέρας
όχι, για τη βροχή,
όχι.

Πάψε μόνο,
μη στο κενό
κι ας κύλησε κι ας κυλήσει στραβά,
εσύ
έδωσες σε κάποιον
τράβηξες απ' τη λάσπη
κάτι

γι' αυτό
μη ζαλίζεσαι
δες το
κι αν όντως αξίζει
χάρισέ τες
τις δυο μαχαιριές
.......

4/4/11

*

σκοτάδι

σκοτάδι

σκοτάδι




σκοτάδι

σκοτάδι

σκοτάδι



σκοτάδι

σκοτάδι

σκοτάδι




/σκίσε τη μαύρη σελίδα

.......

24/3/11

Θάνατος

Θάνατος

παντού θάνατος
γύρω μέσα
έξω στο μπαλκόνι
στα σκαλάκια στην κουζίνα
στο πεζοδρόμιο
στο γαμημένο μου μυαλό
θάνατος.

Στέλνεις μήνυμα και χτυπάει
λέει: ζωή
ζωή;

ε όχι ακριβώς.

Εννοείς: σχεδόν ζωή.
Όπως τη θες εσύ
όπως τη φαντάζεσαι εσύ
όχι όπως τη φαντάζομαι εγώ,
όπως τη θέλω εγώ.

άρα: θάνατος.

Βράχια άγρια μαύρα κοφτερά
σκοτάδι αγέρας κι έρημος
βατράχια που τραγουδούν το βράδυ τη ζωή
και πάλλονται οι λαιμοί τους
να ζευγαρώσουν,
να φύγει η μια γενιά να έρθει η άλλη,
να ζήσουν

όμως κάπου μακρυά
όχι στο άχρηστο κεφάλι μου,
όχι στο άχρηστο μυαλό μου

εδώ σκοτάδι
εδώ μαύρα κάγκελα

εδώ σκοτεινός
γαμημένος

θάνατος
.......

15/3/11

Άνθρωποι

(Ακούστε το από εδώ. Μουσική και φωνή δικιά μου)

Άνθρωποι παιδιά και άνθρωποι έφηβοι
Και ενήλικοι παιδιά και παππούδες μπεμπέδες
Και παιδιά γέροι και κορίτσια γυναίκες πριν την εφηβεία τους
Και κορίτσια με τακούνια και φουστάνια γυναίκας
πριν τον καθρέφτη το δικό τους
Και αγόρια με όπλα και μίσος και παντόφλες σκισμένες

Και οικογένειες μικρών και τα παιδιά να οδηγούν τους μεγάλους
Και η μαμά να φτιάχνεται κι η κόρη να κάνει απόπειρα
Κι ο μπαμπάς να φαντάζεται κι ο γιος να δουλεύει για το γραμμάτιο
Και άνθρωποι θρύμματα και σκέψεις σμπαράλια

Και άνθρωποι που φύγαν παιδιά - υπέροχοι άνθρωποι
Κι άνθρωποι αγνοί αθώοι σαν άνθη
Κι άλλοι άνθρωποι βρώμικοι παιδιά πιο μικρότερα
δαρμένα στο κύμα από άλλα παιδάκια
που μέθυσαν πιο αργά τούτο το βράδυ
και κράτησαν την πονηριά πιο σφιχτά στο μυαλό τους
.......

3/3/11

Στ' αρχίδια μου

Μου λεν ότι έχω γίνει τελευταία πολύ προσωπικός
αλλά στ’ αρχίδια μου
μου λεν ότι έχω γίνει σαν ποιητής πολύ συναισθηματικός
αλλά στ’ αρχίδια μου
ότι οι στίχοι μου δεν αφορούν κανένα,
μόνο εμένα
και τα ψυχολογικά μου
(στ’ αρχίδια μου όμως κι αυτό)
ότι δεν έχω σπίρτο, ούτε χαβαλέ
κι ούτε κάνω πια ανατροπές έξυπνες.

Τι να πω, τι να πω, κι εδώ στ’ αρχίδια μου λέω.

Γιατί αδερφέ μου (ξέρεις γιατί ε;)
γιατί φροντίζω να είμαι συνεπής στον εαυτό μου.
Γιατί δε φροντίζω οι αλλαγές στη ζωή μου
να συγκαλύπτονται από ωραία, στρωτά,
πονηρούλικα ποιήματα.
Γιατί αν νιώθω έτσι θα γράψω έτσι,
και γιατί πιστεύω εν τέλει
πως ένα ποίημα καλό θα γραφτεί
μόνο αν το δει αυτός που το ΄γραψε,
το αποδεχτεί, βαθιά μέσα του,
και μετά πει γενικώς
«στ’ αρχίδια μου.»
.......

14/2/11

Στο Πέρασμα

Κτίσματα
και πέτρες

πιο πέρα η φωνή σου
μιλάει σ' έναν τύπο

στο βουνό απέναντι
χιόνια και
πέτρες και

ήρθαν τώρα
σε ένα μπλε αμάξι
κατέβηκαν
πλησίασαν, ήπιαν κάτι

πάνω στο τραπεζάκι ένα πιστόλι
κρύο
κανείς στην κοιλάδα
την ώρα του απογεύματος

καλύτερα έτσι
με χαμηλά τα φώτα
μη βγει καμιά φωτογραφία
καλύτερα,
να προφτάσουν την αλλαγή σε δυο μέρες

στο πέρασμα
σκαλιά
και πέτρες και
ένα ραδιάκι που παίζει ειδήσεις

η κοιλάδα
αχνοφέγγει κολυμπώντας στο σύννεφο

κι εσύ
τυπώνεις το χιόνι μέσα σου

και μπαίνεις τελικά
σκυφτός
στο μπλε αμάξι
.......

1/2/11

Nα διαβώ

Να στηριχτώ

να διαβώ από κάπου

να τραγουδήσω πάλι

τον αρχαίο σκοπό

τα μάτια μου τσούζουν

ατμός βγαίνει απ' το χνώτο μου

πατάω σε λάσπες, βάλτο

πιο πέρα κάτι γυαλιά

σπάσανε

φαίνεται πως είναι αργά

μάλλον

εγώ πάντως θα συνεχίσω

πρέπει να τραγουδήσω

πρέπει να θυμηθώ τους στίχους εκείνους

τους αρχαίους, πρέπει

να κάτι μου έρχεται, ωραία

κι η μελωδία, ναι, κάτι γίνεται

αχ να 'χα μια χορδή στα χέρια μου

έτσι, μεταλλική

να δονείται όπως το νιώθεις στις άκρες των δακτύλων

αν δεν παίξω καιρό το βλέπω στον ύπνο μου

δεν πειράζει, και τα όργανα με βλέπουν όμως

είναι σίγουρο

μόνο πρόσεξε εδώ στις καλαμιές

μια μαύρη βάρκα

να την πάρω; - δε γίνεται αλλιώς

όταν ψάχνεις, βρίσκεις

ο σοφός δεν ψάχνει το τέλειο

παίρνει ό,τι βρίσκει

μπαίνει στη βάρκα που βρίσκει

μπαίνω

τα νερά πρέπει να διασχιστούν

με κάθε τρόπο

σπρώχνω με το κοντάρι τη γη

απομακρύνομαι

σιγά σιγά

μια τεράστια οργή με πνίγει

το στήθος μου θα εκραγεί

θέλω να κάψω

ναι, το βρήκα

το βρήκα αυτό που θέλω

βρήκα αυτό που χρειάζομαι

θα περάσω απέναντι

και θα τους σφάξω όλους
.......

24/1/11

Οδηγίες για το θάνατό μου

1. Θα κλέψω όσα περισσότερα όπλα μπορώ από ένα γλέντι

2. Θα τα χώσω όλα μες το στόμα μου

3. Θα δέσω τις σκανδάλες τους φιόγκο από τα κέρατα μιας γίδας από δω απόξω

4. Και καθώς δε θα κάθεται ο διάολος τέλος πάντων να την αρμέξω
θα της παίξω μια στα πλευρά

κι αυτή θα φύγει

καλπάζοντας

στο ηλιοβασίλεμα.



(μετά φυσικά αναγιγνώσκεται αυτό)
.......

5/1/11

Νύχτα γλυκύτερη

Ένα πλοίο που ήρθε
Μία κούπα που καίει
Ένα βλέμμα που τρέχει

Ένα πάπλωμα γλίστρησε
Ένα χέρι το διόρθωσε
Μια αγκαλιά πιο ζεστή

Μία νύχτα γλυκύτερη
Μια ανάσα βαρύτερη
Ένα χάδι πιο βίαιο

Ένας δρόμος που έφυγε
μία πόλη που τέλειωσε
μια ζωή που γυρίζει

δυο κορμιά
//////δυο ματιές
////////////δυο καρδιές

//////////////////που ενώνονται.
.......