23/5/11

Πτωχέ πλην

Πτωχέ πλην ελεύθερε εραστή
ξεπεσμένε εις πόλεις αγνώστους
τι γύρευες χτες βράδυ ανέστιος στον Υπόγειο;

Είδα σε
να ζητάς δώρα
να βολτάρεις σαν ερωτύλος γόης
να ψάχνεις το σακάκι σου μέσα έξω
για κάνα ψιλό.

Η Μοίρα -ως είναι προφανές- σε εγκρέμισε
σε τούτη τη γωνία της Υφηλίου,
στερώντας σου τελικά
νάμα, νόημα ή και σκοπό.
Σε τσάκισε μικρέ μου
και τώρα εσύ, ντοπιότερος των εντοπίων
μελαμψότερος των μελαμψών.

Κοιτάς την ώρα
στρίβεις τσιγάρα
επινοικιάζεις διαμερίσματα
σκέφτεσαι το νησί κρυφά στα πάρτι, όπου βρέθηκες
αγνοώντας πρόσωπα, γλώσσες
τα ήθη εκείνα,
πίνοντας μόνο, πίνοντας
μιλώντας μόνο, συλλαβίζοντας (καθώς απορρίπτεις)
τα ίδια παράξενα λόγια
στους ίδιους παράξενους ανθρώπους

που ψάχνουν κι αυτοί ένα νόημα, μιαν αφορμή
για να δοξάσουν τη ζωή,
να υμνήσουν τα νιάτα,
τα νιάτα τα μπερμπάντικα
για άλλη μια φορά.