28/12/12

Το Παιδί και το Σκυλί

Μου πρήξανε τον πούτσο εκείνο το απόγευμα,
το παιδί και το σκυλί.
Τα χαμόγελα σάπια, τα τραπεζάκια παρακμή,
και το καράβι απέναντι, καράβι.

Ψάχναμε οι δυο μας συννενόηση,
και θα τα πηγαίναμε και καλύτερα ακόμη,
αν δεν έπρηζαν το πουλί μας απογευματιάτικα
δυο πανηλίθιοι:
Το παιδί και το σκυλί,
ο Σέργιος και η Σάντυ.

Το ποδήλατο σπίνιαρε δίπλα μου,
ο κοπρίτης -πλην όμως γούνα πολυτελείας-
αλυχτούσε στο αυτί μου.

Αν η σχέση μας θα τα πήγαινε καλά ή όχι,
δε μπορούσε τότε να διαφανεί καλά.
Ήθελες να με πείσεις οτί ταιριάζαμε, ότι άξιζε
τον κόπο ένα τέτοιο τράβηγμα, ενώ εγώ
ρουφούσα στοχαστικά το πούρο μου και γύρω μας
πέφτανε βροχή ρόδες, σκύλοι και τσιρίδες.

Σηκώθηκα τελικά και πλέρωσα,
ακολούθησες πίσω μου κι εσύ,
ενώ απέναντι στο πέλαγο,
ένα καράβι που παρέμενε πάντα καράβι,
ταξίδευε.

.......

1/12/12

O ΓΑΒΡΙΗΛ

Ο Γαβριήλ Γαροβάνης καθόταν σκεπτόμενος στον καναπέ του και έγραφε, με πολύ προσοχή και αφοσίωση, στίχους για το νέο του τραγούδι «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ». «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ … ένα νερό … ζεστό…» διάβαζε συλλαβιστά έτοιμος να επέμβει σε κάθε κέλευσμα της έμπνευσης. Πράγματι επενέβη αλλάζοντας τη λέξη ζεστό με την λέξη κρύο σκεφτόμενος ότι «κάνει μόνο για ξύρισμα». Αυτάρεσκα χαμογέλασε, έκανε ένα ζεστό μπάνιο, έφαγε ένα κρύο σάντουιτς και έτρεξε στα στούντια να το ηχογραφήσει αμέσως, με μια λατέρνα ένα otamatone και τη συμφωνική ορχήστρα του Κατάρ. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και έγινε χρυσός, πλατινένιος και κεχριμπαρένιος. Η καρδιά του λαού μάτωνε με το otamatone. Μια μέρα καθώς ηχογραφούσε την «Γερακίνα» θυμήθηκε ότι ο προπάππους του τραγουδούσε το «κυρά βαγγελιώ» ανέκαθεν. «Θα με κάψει» σκέφτηκε. Έτσι, κίνησε για το σπίτι του προπάππου του όπου τον πέτυχε να συζητάει στα Εσθονικά, για το ζήτημα της διαλεκτικής στην κοινωνία των αιγοπροβάτων, με ένα ορτύκι Δαλματίας και έναν κοντό κοκκινοπράσινο καμηλάνθρωπο. Μετά από πέντε λεπτά, αφού σφουγγάρισε τα αίματα του παππού του κι αφού μάζεψε τους κάλυκες και το κεφάλι του καμηλάνθρωπου, έφυγε χαρούμενος από το σπίτι οδεύοντας προς το αεροδρόμιο όπου θα πήγαινε στην Κοζάνη, γιατί την ώρα που μακέλευε τον προπάππου του θυμήθηκε ότι σ’ ένα χωριό της Κοζάνης είναι πέντε γριές που κι αυτές θυμούνται το τραγούδι «κυρά Βαγγελιώ». «Αν τις σκοτώσω δεν θα το θυμάται πλέον κανείς κι έτσι θα γίνει δικό μου» σκέφτηκε. Μέσα σε τρία λεπτά αφού πάτησε το πόδι του στο χωριό οι γριές έγιναν παρελθόν και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις κατοικοεδρεύουν στα θυμαράκια. Ένας σκύλος που κατουρούσε στα θυμάρια κείνη την ώρα τραγούδησε «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ…» σταματώντας απότομα γιατί τον διέκοψε η αποκοπή του κεφαλιού του απ’ το υπόλοιπο σώμα του. Ο Γαβριήλ καθάρισε τα αίματα από το ξίφος του και συνέχισε κατηφορίζοντας καβάλα στον γαϊδαράκο του. Στον δρόμο του συνάντησε πέντε Κοζανίτες Ζεν βουδιστές όπου ψάλανε το Shodoka. Τους άφησε να συνεχίσουν να αναπνέουν διότι το συγκεκριμένο κομμάτι δεν σκεφτόταν ποτέ να το ηχογραφήσει. Η επιτυχία του κομματιού συνεχιζόταν και ήταν αναμενόμενο να παρευρίσκεται καλεσμένος σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Σε μία από αυτές όπου το χειροκρότημα του κοινού τον έκανε να συγκινηθεί, η παρουσιάστρια τον επαίνεσε για τις ευαισθησίες του ενώ αυτός απάντησε «έχω της πουτάνας της ευαισθησίες». Τα κλάματά του κοπήκανε μαχαίρι όταν πήρε τηλέφωνο από ένα χωριό του Αγρινίου ο καφετζής και εδήλωσε ότι «το κυρά Βαγγελιώ το γνωρίζουν όλοι στο χωριό». Η παρουσιάστρια απήντησε ότι την επαύριο θα σταλθεί συνεργείο στο χωριό για το πολύ σημαντικό αυτό ρεπορτάζ που προκύπτει από την απλή καθημερινή ελληνική κοινωνία. Ο Γαβριήλ προφασιζόμενος έναν ξαφνικό πόνο στην κάτω γνάθο έφυγε τρέχοντας από την εκπομπή. Την άλλη μέρα όταν το δημοσιογραφικό συνεργείο έφτασε στο χωριό του Αγρινίου δεν ήταν κανένα έμβυο ον να συνεντευξιαστεί. Αντίθετα μια εκατόμβη πτωμάτων έφραζε τον δρόμο. Τα αίματα είχαν κοκκινήσει το χώμα, τα άψυχα κορμιά αγκαλιάζονταν απενοχοποιημένα, μύγες ξεκουράζονταν απ’ το τσιμπούσι στα χείλη παιδιών, γυναικών και αντρών κάθε ηλικίας. Η αστυνομία έκανε μπλόκα παντού. Κάθε αμάξι, κάθε μηχανάκι και κάθε πεζός ψάχνονταν εξονυχιστικά. Ο Γαβριήλ θεωρήθηκε ύποπτος γιατί στον ένα τροχό βρέθηκε μια κηλίδα αίματος. Όμως μετά από αιματολογική έρευνα διεπιστώθει ότι η κηλίδα άνηκε σε ένα τρυγώνι από το Σουρινάμ. Αμέσως αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε τον δρόμο του για το σπίτι. Τώρα που αυτές οι δολοφονημένες πρώην έμψυχες υπάρξεις δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους, τώρα που δεν θα ξαναπάρουν καμιά απόφαση, τώρα που καμιά απόφαση δεν έχει καμιά σημασία γι’ αυτές, τώρα που έπαψαν να εισπνέουν, τώρα που έχασαν μια για πάντα τον εναγκαλισμό του ηλιακού φωτός, τώρα χάθηκε και το μνημονικό τους, τώρα χάθηκε και το τραγούδι. Το τραγούδι έσβησε από την λαϊκή κουλτούρα και επαναπροσδιορίζεται πλέον ως καινούριο, και μάλιστα με ονοματεπώνυμο. «Το «κυρά Βαγγελιώ» του Γαβριήλ Γαροβάνη, θα λένε όλοι», μονολογούσε ο Γαβριήλ οδηγώντας χαρούμενος, ενώ ήδη σκεφτόταν το επόμενο του εγχείρημα, τη συγγραφή δηλαδή του καινούριου του βιβλίου με τον γενικό τίτλο «Το έπος του Γκιλγκαμές».
.......

12/11/12

Καθώς οι

Καθώς οι γέροντες χίπις γίνονται πια τραγέλαφος μεταξύ ανθρώπων και ζώων ασυναρτώντας χαρούμενα, καθώς οι αλλεπάλληλες γενιές που πήραν ταυτότητα ανάλογα με το ναρκωτικό που κατάπιναν βγαίναν από τις τρύπες του καμμένου κρανίου τους και την ίδια στιγμή που οι μετανεοεναλλακτικοί τουρίστες μπαινόβγαιναν στην Ευρώπη ψάχνοντας το νέο trend σε κάποια Ασιατική πια πρωτεύουσα, εγώ σε μια γωνιά της Ελλάδας περνοδιαβαίνω για να δω δυο μάτια αγαπημένα, μα δεν τα βρίσκω, έχουν πια μαυρίσει από τα πιοτά τους μπάφους το τυχαίο σεξ και το μοδάτο κυνισμό. Στο επόμενο βήμα που μας ενώνει όλο και πιο πολύ καθώς πλησιάζουμε στον τάφο, βλέπω κάποιον σαν εμένα να προσπαθεί να αναστήσει την αχτίνα του ήλιου σε μάτια μαύρα σαν και τα δικά σου, που μαύροι είναι κι οι κύκλοι τους, μαύρα ειν’ και τα μάγουλα, μαύρα είν’ και τα δάκρυα που τρέχουν ξεβαμμένα. Αδύνατο. Γυρνάμε σελίδα και βλέπουμε τις ορδές των νέων που προανέφερα, να προσπαθούν να μάθουν μια τέχνη πέραν του στριψίματος ή και του σπασίματος ακόμη, λόγου χάρη να γίνουν αγρότες, οινοποιοί, μελισσοκόμοι ή ακόμη και οργανοποιοί. Kάποιοι θα βρουν το δρόμο προς το Όρος το Άγιον, να ζητήσουν ελπίδα και άφεση, και ξεχνώντας τις μπόμπες σε χρώμα εμετού θα πίνουν στο εξής μόνο Αγίασμα. Έτσι λοιπόν, μεταξύ Κολάσεως και Παραδείσου θα περνούν οι μέρες πνίγοντας όσο γίνεται στο μυαλό τη φωνή που ρωτά «γιατί όλα αυτά Θεέ μου» και η ζωή θα γίνεται μια κουραστική ταλαιπωρία που κρατιέται σε μια τρίχα για να μην ξεσπάσει ο συναισθηματικός ποταμός και διαλυθούν για άλλη μια φορά όλα. Έτσι οι οι μέρες θα περνούν κι οι μήνες θα καλπάζουν κι η Αρετή που απόμεινε στην ξενητιά στα ξένα θα αναρωτιέται αν θα πρέπει να συνεχίσει το πλέξιμο ή να δοκιμάσει το νέο υβρίδιο μανιταριού made in Amsterdam γιατί εκεί ξέρουν από καλό κρασί, και γιατί η ζωή βρε αδερφέ, πώς να το κάνουμε, είναι εδώ και τώρα. Και αλήθεια, και τότε η ζωή ήταν εδώ και τώρα, και τώρα η ζωή είναι εδώ και τώρα, όμως τώρα αγαπητέ, τώρα που δεν καταλήξαμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα που δε μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, τώρα τι θα μπορέσουμε τελικά να κάνουμε, τι θα μπορέσουμε τελικά στους επόμενους να πούμε.
.......

22/10/12

Το μεγάλο ποτάμι

Καπνίζω.
Και κάθομαι.
Η ζωή μου έχει γαμηθεί εντελώς τελευταία
όμως εγώ
καπνίζω. Και κάθομαι.

Κάθομαι όρθιος, κάθομαι σε σκαμπό, σε καρέκλα,
κάθομαι πάνω στο καβλί του τύπου εδώ δίπλα - δεν έχει σημασία,
σημασία έχει ότι μπορώ σταθερά, να κάθομαι
και να καπνίζω.

Δεν διάλεξα τίποτα απ’ όλα αυτά.
Δεν ήθελα εγώ τίποτα απ’ όλα αυτά.
Όμως όλοι οι άλλοι, οι φίλοι μου, το σπίτι μου, παντού,
όλοι φώναζαν τελικά στ’ αυτιά μου ένα και μόνο πράγμα.
Κι έτσι κι έγινε.

Εγώ θα ήθελα μάλλον ένα σπιτάκι με κήπο,
κι έναν άνθρωπο ήρεμο να ζει δίπλα μου,
να περνάν οι μέρες όσο γίνεται απλά.
Όμως είμαι εδώ.
Και πρέπει να γελάσω και με τις παπαριές που λένε τριγύρω -
κάποτε μου φαίνονταν αστείες.
Όμως τώρα δε μου φαίνονται.
Τώρα τίποτα δε μου φαίνεται πια αστείο.
Έχουν γίνει όλα πάρα πολύ σοβαρά.

Θα μου άρεσε να φανταστώ ένα μεγάλο ποτάμι που θα ‘ρθει,
θα με ξεπλύνει στην ορμή του και θα με πάει μακρυά,
«σ’ άλλη γη σ΄άλλα μέρη» που λέει και το τραγούδι.
Ένα ορμητικό ποτάμι που θα με παρασύρει - πού ξέρεις,
μπορεί και να υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει,
το σκέφτομαι συχνά.

Όταν θα έρθει εγώ θα είμαι εδώ,
να το περιμένω.
.......

1/10/12

Ένα για Εκείνην

Έτσι, ξαναγυρνάω στα παλιά.
Όταν για να κοιμηθώ
έπρεπε να ιδρώσω πάνω από ένα χαρτί,
ή ακόμα πιο μίζερα,
μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή.

Έγραφα λέξεις, τότε.
Ταίριαζα ήχους, τότε.
Έκοβα τη νύχτα στη μέση,
για μερικές χρυσές σταγόνες λυρισμού.
Και μετά κοιμόμουν ξαλαφρωμένος,
έχοντας δει αυτήν, την ποθητή τρελή
να με κοιτάει με το αλαφιασμένο μάτι της.

Ανταλλάζαμε λέξεις, τότε.
Μου σφύριζε τους ήχους, τότε.
Αγαπιόμασταν σεβαστικά, χωρίς ενοχές.
Αγκάλιαζα τη μικρή μου αγαπημένη μετά,
έχοντας ζήσει ό,τι περιέγραψα, αυτήν
και τις τρέλες της μαζί μου.
Μετά κοιμόμουν ήσυχα.
Μετά περπατούσα ήσυχα.

Πώς τόλμησα λοιπόν να σκεφτώ πως την ξεπέρασα;
Πώς μπόρεσα, εγώ ο ίδιος,
να πιστέψω πως κάποια στιγμή,
σε κάποιους μήνες μέσα, δεν ήταν τίποτα άλλο
από μια νεανική, επιπόλαια αγάπη;
Ήταν λάθος, και μου το απέδειξε.
Σαν μια εξουσιαστική και ζηλιάρα ερωμένη,
με τους χειρισμούς της με ντρόπιασε.
Γύρισα ξανά σκυφτός κι ευγνώμων στο αγαπημένο
σπίτι της, να της αφιερωθώ.
Και δίνοντάς της την αγάπη μου,
μου δίνει γαλήνη, ομορφιά και νόημα.

Θα κοιμηθώ κι απόψε,
στη μέση της νύχτας, πιο ήσυχος.
Γιατί σύρθηκα στα σκαλιά της και την έχω δει.
Γιατί δε μπόρεσα να υποκριθώ κούφια ειδύλλια.
Γιατί η λατρευτή μου είναι εκεί,
θαρρείς πάντα ξάγρυπνη, και με κοιτάει.
Κάθεται σε μια γωνία του δωματίου
και απαιτεί την αγάπη μου
για να γίνει λαμπερή γυναίκα.
Κι εγώ, ο ταπεινός,
γίνομαι τότε ο δυνατός εραστής της.
.......

20/9/12

Τραγούδι

Σαν όνειρο ότι ζήσαμε θα μείνει μες τα χρόνια

σαν μια εικόνα μες τον ύπνο μας σκληρή

του έρωτα η ανάμνηση, ρίγη και κάτι ακόμα

που δεν αρκούν δυο παλιολέξεις να ειπωθεί




Η εικόνα σου θα έρχεται όταν γυρνώ το βράδυ

στο σπίτι μου από μια όμορφη γιορτή

θα νιώθεις την ανάσα μου κι εσύ στο προσκεφάλι

όταν ξυπνάς για δίχως λόγο την αυγή




Tα λόγια και τα χάδια μας σβήσαν κι αυτά στ΄αλήθεια

όπως τα φώτα της ομίχλης το πρωί

μα η αγάπη που τη ζήσαμε ερίζωσε στα στήθια

και όσα χρόνια κι αν περάσουνε θα ζει


.......

31/8/12

Κύριε Ζ.

«Είναι η ώρα εννιάμιση μα περιμένω ακόμα»
Χ. Βασιλειάδης

Kι όπως φαίνεται η αναμονή δε θα πάψει
εκτός κι αν περιμένετε κάτι πιο συγκεκριμένο, κύριε Ζ.
κάτι λιγότερο θαμπό
απ' το χνώτο σας
στο κρύο πρωινό τζάμι του αυτοκινήτου
γιατί
ναι μεν
το Παρίσι σας τελείωσε
ναι μεν
κάθε άλλη τέτοιου είδους πόλη στα γύρω μήκη
και πλάτη
έχετε όμως πάντα
αυτή την αναμονή
αυτό τον χρόνο
αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό σας
κι αν δεν απατώμαι
κι αν δεν ψεύδομαι
ίσως έχετε και αυτό,
το κρύο μέταλλο στο μέρος της καρδιάς σας.
Κύριε Ζ.,
πέστε μου
πάντοτε σας γέμιζαν ανία οι άνθρωποι
οι γεμάτοι ανία,
οι άδειοι αντοχής,
οι πρόχειρα κατασταλλαγμένοι άνθρωποι
πέστε μου λοιπόν,
προς τα πού τώρα ο δρόμος,
where now, where now?
Mήπως επιστροφή στη γνωστή πάγια τακτική σας,
τη δοκιμασμένη τακτική
όπου δύο χέρια διώχνουν
το κενό ανάμεσά τους βγάζοντας νερό, βγάζοντας ζέστη,
μέταλλο και άλλα;
Maybe somewhere else, where perhaps it’s worse?
Ξέρω πως δε θα μου πείτε,
πως ίσως απλά δεν ξέρετε,
πως αυτή την ώρα
σας απασχολεί μόνο το μοσχοβοληστό
Ischlerkipferl
από απέναντι
και το βράδυ ίσως πείτε πως
θα σας απασχολήσει μόνο κάτι τρυφερό,
ελαφρώς ψημένο με αίμα
από απέναντι
όμως
από εμένα
θα έχετε μόνο ευχές
θα έχετε μόνο εκτίμηση
όσο κι αν δεν το θέλετε,
όσο κι αν αυτό δεν ταιριάζει σε
σας
λυπάμαι κύριε Ζ.
που ίσως κλονίσω ένα φαντασμένο,
ετοιμοπαράδοτο,
όσο και λιγάκι passé
image
.......

7/8/12

Τα Άπαντα

Φέρτε μου ρε ένα χαρτί εδώ να γράψω...
τα άπαντα του Μακρυγιάννη.

Αφού τι να κλάσει.
Τι να κλάσει η σχέση μας.

Έφυγες τρέχοντας στη μαμά σου κι όλα τα ρούχα σου στο κουτί
κι εγώ να διαβάζω για το Τάο και τους αρχαίους φιλοσόφους.

Αλλά είπαμε, δε με νοιάζει πια τίποτα.

Όλες ηλίθιες,
όλοι βλάκες φαλλοκράτες
και κανείς δεν ξέρει τι του γίνεται.

Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν κάνουμε τίποτα.
Όλοι τα θέλουμε όλα και δεν πιάνουμε μία.
ΟΛΟΙ - ΟΛΑ - ΤΩΡΑ, αλλιώς, τίποτα, στο κενό.

Έτσι λοιπόν που λες αγαπητέ.
Όλοι μαλάκες.

Και καθαρίσαμε.
.......

23/7/12

ΚΑΡΓΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

Και η καρδιά προσβλήθηκε με τα λεγόμενά σου,και ξάφνου εσταμάτησε σωριάστηκα μπροστα σου
Εις μίαν κλίνη βρίσκομαι διασωληνωμένος, και ο γιατρός απλήρωτος τρεις μήνες ο καημένος
Aγγαλιασμένος χώματα 'πο πάνω μου ο τάφος, η μάνα μου η κλαίουσα λιπόθυμη στο βάθος 
Αν είν' αυγή ή μεσημβρινή καμιά δεν ξεχωρίζει, πασίγνωστο, τα βάθη αυτά η μέρα δεν γνωρίζει /Σκουλήκια κατακλύσανε το νέο σπιτικό μου, κι ένα σαν μ' είδε φώναξε "να το, το φαγητό μου!"  
Σε στόματα καμιάς λαλιάς, σκουλήκοι παιχνιδίζουν, πλούσιους φτωχούς μεσοαστούς, δεν τους διαχωρίζουν 
 (Ανέκαθεν)
.......

15/6/12

ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ

Ξημέρωσε. Η γυναίκα ανοίγει τα παράθυρα και το φως ξεχύνεται σαν σκύλος που μόλις έχει λυθεί απ’ τα στοργικά του αφεντικού του χέρια, στο δωμάτιο καλύπτοντας ολοκληρωτικά το τετράγωνό μου σώμα που το ανδρικό κορμί ακόμα βαραίνει. Εικοσιπέντε χρόνια στην ίδια θέση, εικοσιπέντε χρόνια μια μόνιμη σκιά από κάτω μου. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια πόσες φορές άραγε φιλοξένησα αυτά τα δύο κορμιά πάνω μου. Ούτε εγώ δεν μπορώ να υπολογίσω. Γνωρίζω τα πάντα γι αυτούς παρ’ όλο που δεν μπόρεσα ποτέ να αρθρώσω ούτε μια κουβέντα συμπόνιας, συμβουλής ή επίκρισης. Από τότε που αγαπιόντουσαν ως νεόνυμφοι μέχρι και τώρα γνωρίζω το απαλό σύρσιμο που προκαλεί ο παραμικρός ψίθυρος, έχω νιώσει την υγρασία που προκαλεί το κάθε δάκρυ πόνου ή χαράς, έχω νιώσει την ζέστη ενός βλέμματος πραγματικής αγάπης καθώς και την ψύχρα των ένοχων απ’ την απιστία κοιταγμάτων. Γνωρίζω τους ανθρώπους παρ’ όλο που μόνο ένα δείγμα από κάθε φύλλο έχω στο σώμα μου δεχθεί. Στην αρχή είναι ερωτευμένοι και το πάθος περισσεύει. Τα βογγητά τους συντονίζονται με τα τριξίματά μου, τα ιδρωμένα γέλια τους με τα ιδρωμένα σκεπάσματά μου. Αργότερα όταν το πάθος χαμηλώσει την έντασή του φαίνεται καθάρια αν μπορεί να έχει συνέχεια ή όχι, αν η αγάπη δηλ. στηρίζεται σε γερές βάσεις. Τότε οι αγκαλιές και τα φιλιά αποκτούν βάθος, γίνονται μέσο για μια καλύτερη γνώση του συντρόφου κι όχι αυτοσκοπός για την ικανοποίηση της ορμής. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν αντιδρώ όπως αντιδρούσα στην άγρια επίθεση των κορμιών τους απέναντι στο δικό μου σώμα όταν το πάθος τους βρισκόταν στην αρχή της φθοράς του. Αντίθετα η κίνησή τους με την δική μου γίνονται σε απόλυτο συντονισμό και αρμονία. Σ’ ένα τρίτο στάδιο όπου το ζευγάρι έχει ρουφήξει την αγάπη μέχρι το μεδούλι της, όπου ο ένας γνωρίζει απόλυτα τον άλλο, όπου οι πρώην ερωτευμένοι γίνονται αδέρφια τότε οι αγκαλιές ελαττώνονται, τα φιλιά γίνονται τυπικά και οι πλάτες βρίσκονται αντίκρυ υπό την πλήρη ακινησία μου. Μετά; Δεν γνωρίζω. Ίσως κοιμούνται διαφορετικά, ίσως χωρίζουνε, πάντως σίγουρα κάποια στιγμή πεθαίνουν κι εγώ μένω άδειο για πάντα. Όμως μια τέτοια στιγμή δεν πρόκειται να την ζήσω. Το προηγούμενο βράδυ σε μια από τις ελάχιστες συζητήσεις που γίνονται πια μεταξύ τους ο άντρας είπε «Αυτό το κρεβάτι πρέπει να πεταχτεί. Αύριο κιόλας θα αγοράσω ένα καινούριο. Τι λες κι εσύ;» Αυτή δεν απάντησε. Λίγο αργότερα ενώ αυτός ροχάλιζε ξεδιάντροπα ένα πνιχτό κλάμα τάραξε τον λαιμό της καθώς κι ένα μικρό μέρος του στρώματος, αρκετό όμως να συντονιστεί απ’ άκρη σ’ άκρη με το γερασμένο μου σώμα. Μεσημέρι. Ο άντρας έχει γυρίσει απ’ τη δουλειά του και διαβάζει ίσως την εφημερίδα του στο σαλόνι. Η γυναίκα πάνω μου με κρυμμένο το κεφάλι στο σεντόνι και τα χέρια της με δύναμη να το κρατάνε, σαν ορειβάτης που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί μάταια στον βράχο προσπαθώντας να αποφύγει την ντετερμινιστικά δεδομένη πτώση, κλαίει χωρίς ντροπή υγραίνοντας το στρώμα. Αν είχα χέρια θα σε αγκάλιαζα Ιφιγένειά μου, έκανα να της πω ξεχνώντας για μια στιγμή πως φωνή δεν έχω. Αν είχα στόμα θα σε φιλούσα και θα προσπαθούσα να σε κάνω να γελάσεις αλλά θα με συγχωρέσεις γιατί δεν είμαι παρά ένα κρεβάτι, έτσι θα συνέχιζα και θα έκλεινα την φράση μου. Οι εργάτες ήρθαν με τον αντικαταστάτη μου. Σε λίγο θα αρχίσουν να με ξηλώνουν κι η Ιφιγένεια λυπάται περισσότερο γιατί ο έρωτας που ζωντανός ήταν κάποτε, πάνω μου γεννήθηκε κι έσβησε μια για πάντα. Γιατί ξέρει πως το καινούριο κρεβάτι δεν σημαίνει αναγέννηση συναισθημάτων και μοιάζει με ειρωνεία η καθαρότητά του προς την σκονισμένη από την παλαίωση σχέση τους. Μην κλαίς Ιφιγένεια, υπάρχουν και απόλυτα μοναχικοί άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο κι άνθρωποι που τα πεζοδρόμια και τις χαρτόκουτες έχουν κρεβάτι κάνει. Χαίρεται ζεύγος, το βράδυ κατά πως φαίνεται δεν θα προλάβω να δω. .......

5/6/12

Ρέθεμνος

Ρέθυμνο πόλη όμορφη με τους πολλούς μπεκρήδες

με οπλαρχηγούς, με βιαστές, καμμένους, χασικλήδες

Ρέθεμνος σένα αγαπώ εσύ μου δίνεις θάρρος

κι απόξω από σένανε εγώ παντού είμαι βάρος

εσύ μου δίνεις δύναμη εσύ μόνο με θρέφεις

γιατί όπου αλλού και να βρεθώ, γυρνώ σκυφτός σαν κλέφτης

Εμείς εδώ γιορτάζουμε εμείς εδώ γλεντάμε

εμείς εδώ δεν ξέρουμε άλλο απ’ το να τα σπάμε

Μη λες κουβέντα φίλε μου μόνο άδειασε την κούπα

να μην ακούω τσιμουδιά μα πέσε με τα μούτρα

ουίσκι θέλεις, θέλεις τζιν, πάρε και λίγη κόκα

άντρα τρανό να σε θωρώ κι όχι σαν καμιά κότα

Έτσι μωρέ, κανόνιστη κι αυτήνε από δίπλα

για να μην ξέρει πού πατεί να ‘ναι σε λίγο πίτα

να μη θωρεί πού βρίσκεται και πούθε θα ξυπνήσει

να ναι στ’ αλήθεια αξέχαστη η βραδυά που θα ‘χει ζήσει

Ρέθυμνο ξακουσμένο μου σαπίζεις και πηγαίνεις

κατήφορος σε ρούφηξε βρωμίζεις κι ομορφαίνεις

έτσι κι εγώ σε θώρησα, μικρό ξεφτιλισμένο

να ‘σαι καλά μα εγώ σε σε δεν ξαναματαβαίνω.
.......

30/5/12

«Ένας που...» παιδικά σκίτσα από το Νίκο Αναστασάκη (Β' Δημοτικού)

Έκθεση με παιδικά σκίτσα
Διάρκεια 31/05/2012-14/06/2012, Εργαστήρι Ζωγραφικής Pape Moe, Σαρανταπόρου 33, απέναντι απ' το Γαλλικό Ινστιτούτο, Θεσσαλον
ίκη
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Με τίτλους όπως «Ένας που είναι μέσα στον ήλιο και χοροπηδάει», «Ένας μπρατσαράς που σπρώχνει μια πέτρα πάνω σε έναν», «Ένας που τον καταπίνει το χορτάρι»,«Ένας μπασκετμπολίστας που πατάει πάνω σε ένα παιδάκι και καρφώνει», «Ένας που τον κυνηγάει μια πέτρα» και πολλούς ακόμη, ο Νίκος Αναστασάκης της Β' Δημοτικού δεν μας υπόσχεται κάποιο αισθητικό ταξίδι στη χώρα των σχεδίων και των χρωμάτων, ίσως άλλωστε και να μη μπορεί ακόμα. Προσφέρει όμως, χωρίς να το ξέρει και ιδιαίτερα χωρίς να το θέλει, μέσα από τις μίνιμαλ γραμμές του και τον εντελώς υποτυπώδη του χρωματισμό, ένα καταπληκτικό ταξίδι μέσα στις πηγαίες συλλήψεις του ανθρώπινου μυαλού, σε ιδέες εντελώς παράδοξες, αστείες αλλά και συχνά βίαιες. Βλέπουμε μέσα από τα σκίτσα του, ένα παιδικό μυαλό που ρουφάει και επεξεργάζεται οποιοδήποτε ερέθισμα του περιβάλλοντός του δοθεί, μετατρέποντάς το σε κάτι διαφορετικό και ανώτερο, μέσα από μια διαδικασία που μπορεί να ονομαστεί διαδικασία της Τέχνης. Οι αφιλτράριστες από τους κανόνες και τα ταμπού των ώριμων καλλιτεχνών ιδέες του μπορούν, όπως πιστεύω κάθε πετυχημένο έργο, να ρίξουν φως σε μια ακόμα σκοτεινή γωνιά του ίδιου του ανθρώπινου μυαλού. Ο Νίκος ζωγράφισε τα σκίτσα του κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2010-11, στη διάρκεια των μαθημάτων της μουσικής, στο 10ο Δημοτικό Σχολείο του νομού Χανίων, στην Κρήτη.


Επιμέλεια, συλλογή κλπ: Χρήστος Ζάχος (χ.ζ., εκπαιδευτικός μουσικής κ.ά.)











.......

19/5/12

Η λύρα

Ο ήλιος βρισκόταν στο υψηλότερό του σημείο όταν διασχίζαμε, εγώ και ο Nephomir Εsfan, αυτήν την έρημη από κάθε δέντρο πεδιάδα κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Η δίψα μας επιτιθόταν κατά κύματα απ’ το πρωϊ, είχαμε τρεις μέρες να πιούμε νερό. Ο-Νephomir μέσα στα μαύρα ρούχα του έλιωνε σιωπηλά κι όπως και εγώ δεν έβγαζε λέξη διαμαρτυρίας γιατί βαθιά μέσα μας πιστεύαμε πως η εγκαρτέρηση θα μας έκανε πιο ανθεκτικούς. Κι όμως να που και οι δυο μας σιωπηλά παρακαλούσαμε για μια πηγή, ένα πηγάδι ή έστω ένα ποτήρι νερό από κάποιο φιλικό χέρι εδώ στη μέση του πουθενά. Εκεί που πραγματικά από την αδυναμία σκύβαμε ανήμποροι πάνω στα άλογά ένα σπίτι έκανε την εμφάνισή του ακριβώς μπροστά μας ενώ λίγα μέτρα απ’ την εξώπορτα ένα πηγάδι περίμενε να ξεδιψάσει τα χείλια μας. Αμέσως, σχεδόν γκρεμιστήκαμε από τα άλογα και κουτρουβαλώντας ο ένας πάνω στον άλλο βρεθήκαμε να πίνουμε αχόρταγα νερό ξεσπώντας σε νευρικά γέλια. -Ποιος είναι ο προορισμός σας αν επιτρέπεται; Όταν ακούστηκε η φωνή στρίψαμε τα κεφάλια μας προς την πηγή της ξαφνιασμένοι γιατί μες την παραζάλη της δίψας δεν είχαμε πρωτύτερα αντιληφθεί καμία παρουσία. Ο τυφλός γέρος καθισμένος σε ένα από τα τρία ξύλινα σκαλιά σαν να ατένιζε το άπειρο, συνέχισε. -Αν συνεχίσετε τον δρόμο μέσα στο δάσος, της λύρας τα κελεύσματα, αν θεωρείτε ότι η ζωή σας έχει ακόμα νόημα, να μην ακούσετε και σαν κουφοί κι εχθροί των πιο γλυκόλαλων μελωδιών να την προσπεράσετε. -Γέρο, είπα. Εγώ είμαι ο Carnellio Coop και δίπλα μου το ίδιο διψασμένος για νερό και μάθηση στέκεται ο Nephomir Esfan. -Μάθηση; -Είμαστε μαθητές του πατέρα Καντρόλιρχου. -Ααα. (είπε με δήθεν αδιαφορία αυτός, αλλά τα μάτια του αν και κλειστά κόντεψαν ν’ ανοίξουν διάπλατα τόσο που αφού δεν τα κατάφεραν εκείνη την στιγμή δεν θα άνοιγαν ποτέ. Συνέχισε) Ο καταραμένος Άγιος. -Ακριβώς αυτός, απάντησε ο Νephomir. -Γιατί να αποφύγουμε αυτήν την λύρα; ρώτησα -Όταν φτάσετε στο σημείο τον ήχο της τον γλυκόλαλο να ακούτε, ένα θέαμα ποιητικό θα αντικρίσετε και τότε θα καταλάβετε. -Δηλαδή τι έχουμε να φοβηθούμε; -Θα σας πω μια πρόσφατη ιστορία. Πριν δυό μέρες ένας ξακουστός πολεμιστής έκανε την ίδια διαδρομή με εσάς. Jodor Scoolp το όνομά του. Χοντροκομμένος καθόλου ευγενής αλλά με αμόλυντη καρδιά γιατί απ’ ότι έμαθα μετά, ούτε μία ατιμία δεν είχε ακουστεί γι’ αυτόν, είχε κερδίσει τον σεβασμό των αντιπάλων του κι ούτε ένα ψεύτικο γέλιο ή ένα απέριττο ευγενικό χάχανο δεν ξεπρόβαλαν τα χείλη του ποτέ. -Πραγματικά ευγενής. Τα χάχανα και οι καλοί τρόποι είναι υποκρισία και δείγμα τεράστιας ανθρώπινης βλακείας, συμπλήρωσα. -Ακριβώς. Καθώς, και δυσκοιλιότητας. Όσο περισσότερα περιττώματα έχει κάποιος μέσα του τόσο περισσότερο ξινός και αλαζόνας γίνεται. -Πλούσιοι και ευγενείς. Αυτές οι μαϊμούδες που κλάνουν απ’ το στόμα, αναφώνησε ο Nephomir. Τότε ξεσπάσαμε σε γέλια και οι τρεις. -Συνεχίζω, είπε σοβαρότατα ο τυφλός. Όσο βρισκόταν εδώ, όταν του είπα ότι θα πάω να κοιμηθώ, μου είπε «Να κοιμηθείς; Όλη μέρα έχεις τα μάτια σου κλειστά» κι έφυγε ζητώντας μου συγγνώμη αλλά δεν μπορούσε λέει να αντισταθεί σε ένα καλό αστείο. Ο πολεμιστής αυτός αρνήθηκε να πάρει στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις μου κι έτσι, όταν πλησίασε τον τόπο όπου η λύρα ακουγόταν στάθηκε έκπληκτος ν’ απολαύσει τον ήχο της. Ένας βοσκός που παρακολουθούσε από απόσταση την αποτρόπαια εικόνα που συνέβη κατόπιν, προστατευμένος απ’ τον ήχο της λύρας αφού γνώριζε πολύ καλά τις επιπτώσεις, μου διηγήθηκε τρομαγμένος ότι ο Jodor σχεδόν σαν παραδομένος μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα βρήκε μια εύκαιρη θηλιά, θηλιά ορφανή απ’ το κουφάρι που την συμπλήρωνε μιας και είχε πολυκαιρίσει με συνέπεια, αφού τα σκουλήκια τέλειωσαν την δουλειά τους με ότι από τον άνθρωπο τρώγεται, τα κόκκαλα να γλιστρήσουν απ’ το σχοινί, κι εκεί το κεφάλι του πέρασε και να αιωρείται στον αέρα το κορμί του μέχρι να λιώσει άφησε. Θα βρείτε πολλά πτώματα να σας διηγηθούν παρόμοιες ιστορίες. Τον νου σας. Εμείς γρήγορα ξεκινήσαμε να μπούμε στο δάσος. Κι αν με τον συνοδοιπόρο μου στοίχημα βάλαμε πόσο θα αντέξουμε στον ήχο της λύρας, ο τρόμος και η αγωνία κρυφογελούσαν στα πιο κρυφά σημεία της ψυχής μας. Καθώς διασχίζαμε το δάσος, αυτό που στην αρχή ειρηνική εντύπωση δίνει σε κάποιον ανίδεο, μια άσχημη μυρωδιά σαπισμένου κρέατος και ούρων έγδερνε τις μύτες μας. Ήχοι από τρωκτικά, αρπακτικά κι ανάμεσά τους ψίθυροι από πρώην ζωντανούς, τώρα νεκρούς, και τα βογγητά ενός ετοιμοθάνατου. Κυρίαρχος όμως πάνω απ’ όλα ο ήχος της λύρας που αναμφισβήτητα πιο θεϊκό και ταυτόχρονα δαιμονισμένο, δύσκολα κάποιος στη ζωή του έχει ποτέ ακροαστεί. Με τον Nephomir κοιταχτήκαμε να συνεννοηθούμε και χωρίς να αρθρωθεί μία λέξη γυρίσαμε να κοιτάζουμε αποβλακωμένοι την λύρα, καταλαμβανόμενοι, σαν σε τελετή αποκρυφιστικών τεχνών, από τον ήχο της. Η λύρα κατασκευασμένη από ένα καθόλου εντυπωσιακό κομμάτι ξύλο, το οποίο ήταν σχεδόν ακατέργαστο. Το ηχείο της ήταν μικρό και στρογγυλό, ενώ ένα λεπτό μπράτσο προσπαθούσε να αγγίξει τις τρεις χορδές που σκιά έκαναν πάνω του. Ένα δοξάρι στερεωμένο στον αέρα όπως άλλωστε και το υπόλοιπο όργανο έπαιζε αργόσυρτα και σταθερά σαν κάποιο φοβερά επιδέξιο χέρι να το καθοδηγούσε. Γύρω απ το όργανο ένας μαύρος κύκλος, κι αυτός στον αέρα αιωρούμενος, κρατούσε την ισορροπία των πραγμάτων. Φαίνεται πως έκανα μια κίνηση να κατεβώ από το άλογό μου όταν το χέρι του συντρόφου μου ένιωσα στο μπράτσο μου, την κάθοδο σωτήρια να μου διακόπτει. Τον κοίταξα κι αυτός γελούσε δυναμικά σαν κατακτητής. Τον μιμήθηκα και τότε άνοιξαν τα μάτια μου και είδα το θέαμα που μπροστά μου παρουσιαζότανε. Εκατοντάδες κορμιά, που πάνω στο ίδιο τους το μαχαίρι τα σωθικά τους στήριξαν, στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, δεκάδες οι απαγχονισμένοι απ’ τα δικά τους, που κάποτε απαραίτητα τα είχαν για την επιβίωσή τους, σχοινιά. Με έναν σύντομο υπολογισμό, πάνω από χίλιοι οι αυτόχειρες. Μύγες, ούρα, ξερατά, να τρεις λέξεις που μπορούσαν να περιγράψουν κάπως πιο ελεύθερα την εικόνα αυτή. Εμείς όμως στεκόμασταν ακίνητοι να κοιτάμε την λύρα που όσο κι αν πάσχιζε να υπερνικήσει την θέλησή μας, της ήταν αδύνατο. Ξεκινούσε δυναμικά κάθε προσπάθεια και σαν να αντιλαμβανόταν τις αντιδράσεις μας ύστερα από λίγο έχανε τη φρεσκάδα της. Αυτό έγινε πολλές φορές ώσπου από κάποια στιγμή και πέρα η ένταση και η ποιότητα του ήχου της έπεσαν κατά πολύ μέχρι που έφτασε στην απόλυτη σιγή. Περιφρονητικά λοιπόν συνεχίσαμε την πορεία μας, κυριολεκτικά πατώντας επί πτωμάτων, υπό το άψυχο βλέμμα των σκουληκομισοφαγωμένων ματιών ενός καθισμένου κουφαριού που έτυχε να βρίσκεται μπροστά μας.
.......

6/5/12

βασικά βασικά βασικά

βασικά σταρχίδια μου για κάποια πράγματα που θεωρούν κάποιοι μερικοί σημαντικά, πχ οι εκλογές ή πού θα βρω για το νοίκι και η ΔΕΗ ή να του μιλήσω πρέπει γιατί με πήρε πριν από μισή ώρα. Εμένα για κάποιο λόγο με νοιαζει πιο πολύ πώς θα την παλέψω το βράδυ ή αν θα είμαι ψιλοσκατά αύριο και τι μπορώ να κάνω στη ζωη αυτή για να ΞΕΧΑΣΩ.Να ξεχάσω το παιδί στο σχολείο που του σβήναν τσιγάρα πάνω του με 30 σημάδια στα χέρια κι είναι ήδη στα εννιά του καμμένο χαρτί, το άλλο που βρίζει και βαράει σαν τρελό με το μπαμπά του στη φυλακή και το άλλο που το παράτησε η μαμά του στην πλατεία κι έφυγε με γκόμενο για άγνωστον πού. Με νοιάζουν τέτοια πράματα, όπως πχ, η κοπελιά με βιασμό και κρίση ταυτότητας η μέτρια σχέση που έχει ο άλφα γνωστός μου πιο πέρα αλλά και ΝΤΑΞ ΜΩΡΕ!, ή η καμία σχέση που δε μπόρεσε να κρατήσει ο άλλος φίλος μου λόγω κολλήματος πίσω. Πώς την παλεύουν όλοι αυτοί; Και ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μειοψηφία. Κι ο μπαμπάκος μου έτρωγε ξύλο έως αίματος, και ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μειοψηφία. Ας το καταλάβουμε αυτό. Καλά, τα πρεζάκια δεν τα συζητάμε πια, πάνε αυτοί. Ας πάρουν την πρώτη τους δόση υπερβολική κατευθείαν, να γλιτώσουν. Ανθρώπινα σκουπίδια. Άμα κάψεις κάμποσα κύτταρα εκειμέσα τι νομίζεις, θα ξανάρθουν, πάει πια, μόνο συναίσθημα μετά και κλάμα. ΤΡΕΛΑ. Δεν ξέρουμε να την παλέψουμε δεν ξέρουμε να την ΑΝΤΙΚΡΥΣΟΥΜΕ δε μπορούμε καν να τη Φ Α Ν Τ Α Σ Τ Ο Υ Μ Ε. Κι όμως υπάρχει κι είναι εδώ δίπλα. Ψυχολογικά προβλήματα τα ονομάζουμε σήμερα μέσω επιστήμης και καλά σου λέει ΟΚ, έχει Ψυχολογικά Προβλήματα ο άλλος, πάρτον χαλαρά. Ποιον μωρέ; τον καμμένο; Κι ας γαμιούνται κι ας μαλώνουν οι γάτες εδώ έξω και μεχουν πρήξει, οι άνθρωποι ψιλοξέχασαν και να σκοτώνονται και να δέρνονται και να χειρονομούν αλλά και να γαμιούνται όμως. Μόνο καθόμαστε αδελφέ μου. ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ, Χα! να σε δω κι εσένα όταν πλησιάσεις στο σημείο που κανείς δεν έχει να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο πας έξω και τσιμπάς και πίνεις και περνάς καμιά φορά ωραία με παρεούλα είναι αλήθεια, δε με νοιάζουν οι καΐλες των εξαρχείων του 80, ΣΤΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ ΠΙΑ με τη Γώγου και τον ΆΣΗΜΟ και τους άλλους ήρωες της τσιμεντούπολης και τους μπάτσους τους από δίπλα. Γαμάτοι ως το σημείο μετά αυτόχειρες ναρκομανείς και μανιοκαταθλιπτικοί κι ας όψεται το σύστημα. ΜΗΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ λέω εγώ. ΒΡΕΣ λόγο να ζεις να αναπνέεις να κινείσαι και να μιλάς με τους γύρω άλλους. Δεν είναι πια όλοι μαλάκες κι εσύ μάγκας. ΓΙΝΕ επιτέλους άνθρωπος, φίλε μου αδελφέ, γαμώ το χριστό σου, ΜΗ ΜΕ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙΣ ΑΛΛΟ με παπαριές, έχω κι εγώ τα δικά μου, γκέγκε; ΠΑΛΕΨΕ την, μην αγαπάς άλλο παρακμή, η παρακμή έχει πάτο, πιάσε πάτο και μπουμ κάτω τρως τα μούτρα σου και μη με ζαλίζεις πια. Αν με γουστάρεις κούνα το δαχτυλάκι σου και μην ξανακούσω πια ΚΛΑΨΑ. Κίνα προς κάπου, προς Κίνα, τράβα Κορέα τράβα πάνω στο ξεφτιλισμένο Νοβοσιμπίρσκ που λες απλά κούνα το γαμημένο δαχτυλάκι σου αδελφέ μου καλέ, γαμώ το θεό σου και μην ακούσω ξανά παπαριές πια βαρέθηκα έχω κι εγώ τα δικά μου
.......

4/5/12

Κοιμάσαι

Κοιμάσαι όμορφη, όμορφα.

Εγώ με την πένα
θα σκοτώσω τα δαιμονικά
που εσύ
μου εφύτευσας.

Ή μήπως εγώ;

Η φαντασία είναι δαίμων από μόνη της,
δε θέλει πολλά για να τραφεί.
Αρκούν λίγες αδιάφορες ή σκληρές λέξεις.
Για να τιθασευτεί θέλει πολλά.
Θυσίες, αϋπνίες.

Θα κάνω οτιδήποτε για να σε κερδίσω.
Για να με κερδίσω.

Θα δουλέψω σκληρά,
θα χτίσω τοίχους, θα γκρεμίσω άλλους,
θα σπάσω φράγματα.

Για να σκοτώσω τα δαιμονικά.

Τα δαιμονικά που ακόμα πιστεύω
πως εσύ
μου εφύτευσας.
.......

21/4/12

ΕΝΑ ΜΠΡΩΙΝΟ

Ένα μπρωϊνό η παναγιά μου/ έβαλε τα καλά της, πήρε και δυο φίλους/ τον Γιώργο και τον Στέλιο και κατέβηκε στην Ομόνοια/ εκεί αντίκρισαν ένα αποτρόπαιο θέαμα/ εγώ έβαζα μπόμπες στον ποπό μιας πεταλούδας/ οι μπόμπες σκάγανε κι εγώ έσπαζα πλάκες/ με τις εικοσιπέντε προσωπικότητές μου/ ανάμεσα σε μένα κι αυτούς υπήρχε ένα συντριβάνι/ το συντριβάνι έκανε πλατς-πλουτς και ούλτα-εεε/ (πάνω πίνουν πανανάνα ο πλεπλέξης πλεκουράει)/ Κουνούσαν τα κεφάλια τους με αηδία / κι ύστερα ήρθαν τα τανκς/ μια αυγή χρυσή (σαν σήμερα)/ κι ύστερα κάποιοι πήγαν εξορία/ μετά ήρθε ο χειμώνας και πάγωσε η τσιμινιέρα/ μετά σκοτώθηκαν κάποιοι αλήτες στο πολυτεχνείο/ (εκεί ήταν όλοι οι φίλοι της μαμάς κι όλοι οι φίλοι του μπαμπά του Φαίδρου του Μπαρλά)/ εγώ διάβαζα μ’ έναν παπά(δεν πήρα χαμπάρι)/ κι έβαζα μπόμπες στον κώλο μιας πυγολαμπίδος (μόνο ο Σημίτης κι ο Μπίστης βάζανε μπόμπες πολιτικές)/ μετά ήρθε η εικοστή τετάρτη του Ιούλη/ κι έσβησε η ελπίδα/ μετά ήρθαν οι εξόριστοι/ μετά ήρθαν απ’ την κωλοΓαλλία/ μετά ήρθε η δημοκρατία και το σκυλάδικο/ μετά ήρθαν οι Πολωνοί μετά οι Αλβανοί/ κι ύστερα οι Πακιστανοί με τους μουσώνες τους και τα τσουνάμια/ κι όλοι χρόνια τώρα/ αναπολούν τον γιώργο/ (ταξιτζήδες-φορτηγατζίδες-λεωφοριούχοι-λιμενεργάτες-περιπτεράδες-μπαμπάδες και μαμάδες)/ μετά ήρθε η κρίση/ μετά, το φάντασμα του Αντρέα(που πλανιώταν πάντα)/ μετά η εγκληματικότητα των αλλοδαπών (εμείς είμαστε φιλότιμοι δεν ξέρουμε απ’ αυτά)/ γελάει ο Μιχαλολιάκος/ το μόνο που μένει είναι να δούμε/ πότε θα ξανάρθουν τα τανκς/ κάποιο μπρωϊνό ίσως .......

15/4/12

Ο δράκος


Το χαρτονένιο στυλό του δράκου Συμεών έγραφε, έγραφε, έγραφε...χωρίς σκοπό μα και χωρίς σταματημό. Δεν είχε πολύ κέφι αυτή τη νύχτα, που η δροσιά απλωνόταν σε κάθε γωνιά της αυλής και της πόλης του αλλοπρόσαλλου αυτού μέρους. Θέλησε να τραβηχτεί. Να τρίξουν όλα τα κόκκαλά του, από τα νύχια ως το σβέρκο. Κρακ!... Μόνο αυτό μπορούσε να κάνει στη μικρή σπηλιά του, στο λιλιπούτειο διαμέρισμά του. Η ουρά του κουλουριασμένη ως τη γωνία. Τα φτερά του μαζεμένα ελαφρώς πιασμένα. Έστριψε τσιγάρο σε δυόμισι δεύτερα και το άναψε σε ενάμισι, μην πάει και σταματήσει την ιστορία του, το γράψιμό του. Κάτι μέσα του μαζεύτηκε σε μια μπάλα και πάγωσε σαν κρύο μέταλλο. Δεν του άρεσαν τα λάθη. Δεν έχει σημασία τι θα έφτιαχνε, απλά δε σήκωνε λάθη. 

Η ώρα χτύπησε στον τοίχο αργά και μισή, και οι κοιλάδες και τα χωριά στα γραφτά του ακόμα ξεδιπλώνονταν, όμορφα, χρωματιστά και γαλήνια. Εικόνες μιας περασμένης εποχής, που σαν φαναράκι πού και πού έρχονταν κι έφεγγαν μέσα στα δωμάτια του μυαλού του. Κοιλάδες, γεφύρια...και πολλά κυπαρίσσια. Κι άλλα δέντρα, που το όνομά τους είχε πια ξεχαστεί. Ποιος ήξερε πια τη διαφορά μιας λεύκας από ένα πλατάνι, ενός ευκάλυπτου από μια φτελιά; Μιας καρυδιάς από μια σκαμνιά; Μιας μυρτιάς από ένα περνάρι; Μόνο εικόνες μαγευτικές, σχεδόν εξωτικές, σαν από άλλο ημισφαίριο. Δέντρα και δέντρα, σύννεφα και αέρας...Τα φτερά των δικών του τότε έτριζαν σαν σκοινιά αερόστατου, τα πόδια τους δροσίζονταν σαν πάπιες σε καταρράκτη. Εικόνες πάνω από κοπάδια λευκά, από σπιτάκια, από λόφους και βράχους. Μιας φανταστικής ευδαιμονίας. Μιας φανταστικής ζωής. Μιας ξεχασμένης, αλλοτινής, διαφορετικής αγωνίας. 
Αχ...Τα δωμάτια του μυαλού του, γιατί να είναι τόσο απέραντα...
.......

30/3/12

Η αέναη σκευωρία

Πεθαίνω
κάθε μέρα και πιο πολύ

Κουράζομαι
ν’ ανακαλύπτω νέους δρόμους
αναθαρρώ για λίγο
ώσπου έρχεται το επόμενο
κύμα
που θα με πνίξει

Η αέναη αρμονία των χιλιάδων στιγμών
ίσως φέρνει
σε αέναη σκευωρία

Νιώθω σαν να πεθαίνω
ανακαλύπτοντας νέους δρόμους
άχρηστους τελικά
όμορφους, γραφικούς
σκορπώντας συγκινήσεις
στους διψασμένους μύστες των αισθήσεων
ενώ η αύρα μου
η φωτεινή
θολώνει σαν το τζάμι από τα χνώτα

Είναι σκληρό
να φαντάζεσαι ανθρωπάκια
να σκαλίζεις μορφές
να ξυπνάς στη μέση της νύχτας

Η παραλία
που ξαπλώνεις χαρούμενος
με το κύμα να σου σβήνει τις έγνοιες
δεν υπάρχει.
.......

18/3/12

Αν κάποιος

Αν κάποιος θα σου πει το σ' αγαπώ
να περιμένει από με να τον σκοτώσω
το ξέρω ο στίχος μου είν΄ρομαντικός
μα σβέλτα τη δουλειά μου θα τελειώσω


Αν κάποτε παλιός σου εραστής
τολμήσει να σου ρίξει ένα βλέμμα
ειρωνικό ή ξανά ερωτικό
την ώρα που κρατιέσαι από μένα


Θυμάσαι που σκαλίζαμε ένα ξύλο
απάνω στη Φορτέτζα πριν καιρό
το σουγιαδάκι εκείνο θα τραβήξω
πέρα θα του χαράξω το λαιμό


Το ξέρω πως μιλάω σαν μοβόρος
και πως δεν ήμουν έτσι πιο παλιά
μα εσύ κορίτσι μου είσαι για μετάξι
κι όχι για καταγώγια, καπηλειά
.......

1/3/12

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΠΑΡΑΤΟΝΙΣΜΕΝΗ

Βρίσκεται σε κάποιο μπαρ, μεταμεσονύκτια ώρα. Δίπλα ακούγονται τραγούδια και φωνές ανακατεμένα με ζωντανή μουσικη. Σαν σφαίρα διέσχιζαν την απόσταση μέχρι το μπαρ όπου καθόταν αυτός και με αλλεπάλληλες πιέσεις στα μόρια του αέρα κατάφερναν να εισχωρήσουν στ’ αυτιά του. Αυτός όμως τίποτα. Καμιά αντίδραση. Ούτε τραγουδούσε ούτε φώναζε και στο μυαλό του είχε περισσότερο το stellar master elite των thorns παρά τη ρεμπέτικη πανδαισία η οποία φιλότιμα απειλούσε την αυτοσυγκέντρωσή του. Έβρεχε τα χείλη του στο ουίσκι και το ουίσκι έπεφτε σαν βροχή μες στο συκώτι του. Οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν σαν ακροβάτης σε σχοινί απ’ το στόμα του και έπεφταν με γδούπο στο πάτωμα προτού να φτάσουν στα συγκαταβατικά αυτιά των άλλων. Μόνο κάτι υπολλείμματα κρέμονταν απ’ τα πτερύγια με τρομερηηη δυσκολία αλλά αυτά δεν έφταναν έτσι ώστε να βγαίνει νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο και τα απορρημένα πρόσωπα των άλλων μπρος στο μακελειό αυτό. Απέναντί του κάθεται μια πόλη της Γαλλίας παρατονισμένη. Αυτός θα ήθελε να πλησιάσει και να δει τι γίνεται εκει μέσα αλλά τα τείχη είναι κλειστά. Και όπως του δήλωσε μια χοντροκομμένη κυνηγός ταλέντων και βουβαλιών στην αμερική, δεν πρόκειται αυτά τα τείχη ποτέ να τον δεχτουν «διότι οι πόλεις της Γαλλίας δεν συγχωρούν αυτούς που από αδυναμία εκπέσαν».
-Μα ποια είστε κυρία μου;
-Το όνομα μου είναι Ζαρατούστρα. Έφη Ζαρατούστρα. Πατέρα δεν γνώρισα ποτέ. Μπορείς να με φωνάζεις Έφη Ζαρατούστρα του Τάδε.
Τότε αυτός επανήλθε στο μπαρ διαλύοντας κάθε παραίσθηση από μπροστά του. Η πόλη στήνει τα τείχη. Τείχη αναμφισβήτητα και με μια έκφραση αλαζονείας και ξιπασιάς. Κι αυτός αναρωτιέται αν τα πρώτα τείχη ορθώθηκαν απ’ τον ίδιο μπρος σ’ αυτόν που φοβόταν πιο πολύ.Ε ναι λοιπόν τελικά έτσι ήταν. Θυμήθηκε ότι είχε πάρει Ηπειρώτες πετράδες στην δούλεψή του για την επίτευξη αυτού του ασύλληπτου τείχους όπου στο τέλος κατάφερε να κλείσει τον Μισητό απ’ έξω. Ο Μισητός άπλωνε την ψυχή του στα λιβάδια, στις κορφές, στις πλάτες των πουλιών, στις τρύπες των σκορπιών και στην επιφάνεια των τειχών. Ο άλλος, ο από μέσα, δήλωνε ευτυχής με το τείχος του και διαλαλούσε στο κενό: «ξεκουμπίστηκε επιτέλους ο Κακός από δίπλα μου» Κι η φωνή έφευγε ελεύθερη και χαρούμενη να ταξιδέψει αλλά γύριζε πάντα απογοητευμένη στον ίδιο, αφού πρώτα χτυπούσε με φοβερή δύναμη στα τείχη. Κάποια μέρα, η φωνή του, δεν έκανε αντίλαλο στο άδειο κάστρο του, αλλά δοκίμασε για ώρες εναγωνίως να βρει ένα άνοιγμα να βγει έξω. Απελπισμένη απ’ την μάταιη προσπάθεια προτίμησε να σβήσει στην ρίζα των τειχών παρά να γυρίσει στην πηγή της, απελπισμένη απ’ την αυτιστικά καθορισμένη διαδρομή της.Αυτός έμεινε άφωνος. «Έχω όμως τα κλειδιά είπε από μέσα του» και τότε ακούστηκε η απάντηση από τον Μισητό όπου διάβαζε την σκέψη του. Γιατί, ο Μισητός, δεν ήταν κανείς άλλος παρά ο εαυτός του κλεισμένου: «Ε βγες λοιπόν» φώναξε γελώντας ειρωνικά.
Τότε άνοιξε τα μάτια του είδε ξανά το μπαρ, την Γαλλική πόλη σε μόνιμη παρατονία και το βλέμμα του έπεσε στην πόρτα. Αυτή ανταπέδωσε, την πλησίασε και χωρίς να το πολυσκεφτεί την άνοιξε κι εξαφανίστηκε στη νύχτα. .
.......

10/2/12

στιγμα

Ενα στιγμα.
Ενα μικρο τιποτα στο γονατο της μερας μου.

Καιω τσιγαρα
φτιαχνω φωλιες και μετα τις γκρεμιζω
σκαλιζω μικρα αντικειμενα απο ξυλο

εσυ καπου
μαθαινεις νεα μου
απο την οθονη του υπολογιστη σου
.......

28/1/12

Δεν

Δε με νοιάζει φίλε μου καλέ
πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

Δε με νοιάζει φίλη μου αγαπημένη
το πώς καταντήσαμε έτσι.

Δε με νοιάζει, όπως κάθε φορά που
φτάνω κοντά στο τέρμα, τίποτα.
Ούτε το δίκιο ή τ΄ άδικο,
οι αλήθειες, οι στεναχώριες
και λοιπά.

Έχω ένα πράγμα γαμημένο μέσα μου,
που δε μ' αφήνει να ξοφλήσω.
Γι' αυτό δε γουστάρω τους πρεζάκηδες.
Γι' αυτό δε γουστάρω τους μεθύστακες.
Γι' αυτό δεν ψήνομαι μ' αυτούς που αυτοκτονούνε.

Την ήβρες τώρα την απάντηση;
Βρες την, γομάρι μου αγαπημένο.

Γι΄αυτό δε θέλω να κάνουμε άλλο παρέα.
.......

19/1/12

Εσύ κι εγώ

Εσύ κι εγώ,
κι ανάμεσά μας
μια θάλασσα ψέματα.
Κι ανάμεσά μας
μια πλημμύρα σκοτάδι.

Κι ανάμεσά μας,
και πάνω μας,
και μέσα μας,
ένας ατέλειωτος,
αχαλίνωτος ωκεανός αγάπης.

Θα ζήσω μέσα από σένα
θα ανασάνεις μέσα από μένα
θα σε αγγίξω στη μέση
θα μου χαϊδέψεις τον ώμο
θα ξαπλώσουμε στην ακρογιαλιά
και θα κολυμπήσουμε μαζί, γυμνοί
σ’αυτόν τον ζωογόνο,
οργιαστικό
ωκεανό αγάπης.
.......

9/1/12

Καφενείο «Ο Γιάννης»

Σε κεντρικό δρόμο των Χανίων
όχι πολύ μακρυά από την πλατεία
βρίσκεται το καφενείο
«ο Γιάννης»
με σιδερένια ταμπέλα, βαμμένη στο χέρι.

Εκεί πάει συχνά
ο Νίκος o Θερισσιανός
ο Τάσος με το μαύρο κουστούμι του
η ξανθή Ουκρανέζα με τον αγαπημένο της κουτσό
αγκαζέ
ο Αλβανός Αράλντο με το τζιν μπουφάν
που πίνει Άμστελ
ο Μίμης Δημητριανάκης με μαύρο γυαλί,
κι άλλοι κι άλλοι
για να παίξουν χαρτιά
να πιουν
να βριστούν
και καμιά φορά,
αν κάποιος απέξω
από τα δύο τραπεζάκια
το παρακάνει,
να δουν επιτέλους
να πέφτει
και καμιά σφαλιάρα.
.......