21/11/11

ΠΟΙΟΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙ ΠΟΙΟΝ

Με μισόκλειστα τα μάτια και σκυμμένο το κεφάλι, μουδιασμένος αλλά ψύχραιμος, θολωμένος κι αποσβολωμένος από την πόση λίτρων αλκοόλ, τρεκλίζοντας ακολουθώ τον δρόμο που βρίσκεται μπροστά μου. Ακολουθώ, γιατί δεν επιλέγω. Ούτως ή άλλως όταν ξυπνήσω δεν θα θυμάμαι τίποτα. Σταματώ σε έναν στύλο σε μια απόμερη γωνιά, λες και το σώμα μου μες σ’ αυτό το χάλι κρατάει κάποια αξιοπρέπεια προφυλάσσοντάς με από τα αδιάκριτα μάτια των περαστικών, και κοιμάμαι όρθιος. Σταγόνες βροχής σκάνε πάνω μου χωρίς να καταφέρουν όμως να με ξυπνήσουν, ενώ κάποιες γριές που πηγαίνουν στην πρωινή λειτουργία με κοιτάνε και κουνάνε τα κεφάλια τους. Κάποια στιγμή ανοίγω τα μάτια μου κι επειδή είμαι ακόμα ανάμεσα στον ύπνο και στο να ξυπνήσω βλέπω μπροστά μου έναν τεράστιο σαμουράι τουλάχιστον οχτώ μέτρα στο ύψος να κρατά με το ένα χέρι το κατάνα του έτοιμο να ξεθηκαρωθεί. Φορά μια πολύ εντυπωσιακή στολή απ’ αυτές που έβαζαν οι σαμουράι όταν ήταν να πάνε σε πόλεμο, που τους έκαναν να μοιάζουν με σκαθάρια. Κοιτάζει μπροστά και προς τα πάνω χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Σκέφτηκα ότι αυτό που έβλεπα δεν ήταν αληθινό, ότι σαμουράι στην εποχή μας δεν υπάρχουν, και να υπάρχουν δεν θα ξεπερνάνε το ένα εξήντα. Αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Περίμενα να δω τι κίνηση θα κάνει, καθώς η βροχή με είχε κάνει ήδη μούσκεμα. Κάποια στιγμή ο Le Monte Young μαζί με τον Teri Rilley έπαιξαν σε ένα δευτερόλεπτο έναν εξηνταπεντάωρο αυτοσχεδιασμό και τετράγωνα διανθισμένα με κβάντα και αίμα περνούσαν κάτω από τα πόδια του σαμουράι ένα ένα(σημειώσατε Χ). Με ξαναπαίρνει ο ύπνος μετά απ’ αυτό το υπερθέαμα, ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει δυνατότερα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι συμμετέχω σε μια σουρεαλιστική ομάδα ποδοσφαίρου με την επωνυμία Άγγελος Σικελιανών η οποία την πρώτη αγωνιστική δεν συμπλήρωσε ενδεκάδα και την δεύτερη ήμασταν εκατόν τριάντα άτομα στον αγωνιστικό χώρο αλλά δεν είχαμε τερματοφύλακα. Τελικά πήραμε το πρωτάθλημα. Ξαφνικά νιώθω ένα άγγιγμα στον ώμο μου το οποίο ήταν αιτία να πάρω μεταγραφή από την ομάδα, να διαλυθεί το σύμπαν, να παίξω τάβλι με το βελγικό grindcore συγκρότημα Agathocles να πάω φαντάρος με τον Χριστό, όλ’ αυτά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, και εν τέλει να ξυπνήσω. Βλέπω μπροστά μου ή τρία ή έξι κορίτσια, χωρίς να είμαι σίγουρος για τον τελικό αριθμό, τα οποία προσφέρονται να με φιλοξενήσουν ευγενέστατα. Κι εκεί με πιάνει το φιλότιμο. Ε όχι κυρίες μου, λέω. «Είπαμε, είμαι κομμάτια, δεν ξέρω που βρίσκομαι, κοιμάμαι όρθιος στην μέση του δρόμου, μπορεί να έχω δει τετράγωνα να περπατάνε και σαμουράι οχτώ μέτρα, μπορεί να έχω γίνει μούσκεμα απ’ την βροχή και να μην το έχω πάρει χαμπάρι διότι εμείς οι ποδοσφαιρισταί παίζουμε παντός καιρού, αλλά δεν θα πέσω τόσο χαμηλά να δεχθώ την ομολογουμένως ευγενική σας φιλοξενία. Έχω και κάποια αξιοπρέπεια». Μετά απ’ αυτό το αλκοολικό λογύδριο από το οποίο μπορεί να μην ακούστηκε ούτε μία λέξη ολόκληρη οι κοπελιές συνέχισαν τον δρόμο τους ενώ εγώ συνέχιζα να βρέχομαι μ’ ένα πανηλίθιο χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα μου σκεφτόμενος ότι τους την είπα άσχημα και έδειξα χαρακτήρα. Μετά από δυο ώρες που σύρωνε η βροχή από κάθε μόριο του σώματός μου, αποφάσισα να πάω προς το σπίτι, ανίκανος να αντιληφθώ ποια ήταν πραγματικότητα, ποια η ψευδαίσθηση και ποιο το όνειρο, ακολουθώντας τον δρόμο με σκυμμένο το κεφάλι και μισόκλειστα τα μάτια.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Υποκλίνομαι, άρχοντα του σουρεαλλισμού!!!!!Ομολογώ πως ξεκίνησα να διαβάζω το κείμενο, με μερικές σταγόνες δάκρυα να τραμπαλίζουν στις άκρες των ματιών,καταλήγοντας να γελάω με κείνη την πανανθρώπινη ψυχεδέλεια που οδηγεί πάλι στην συγκίνηση και στο διανοητικό χάδι..

Ανώνυμος είπε...

Αυτό C.C. ήταν πολύ καλό. Εντυπωσιακό.