12/11/11

Χωρίς να το αξίζουν

Φτιάχνω γκαφέ
ελληνικόν, παπαγάλον

εσύ ποδίτσα, βγάζεις λάτζα
(ναι μωρέ θα βοηθήσω κι εγώ)
οι άλλοι από μέσα σταθερά, καίγονται.

Εγώ - τι να κάνω -
έτσι τσίτα που είμαι, βαριέμαι το κάψιμο.
Εσύ χειρότερα.

Απλά παρέα θέλουμε εδώ,
κι έτσι ο ένας μένει κοντά στον άλλο,
παρά, παρά.

Προσπάθεια φίλε μου, αυτό χρειάζεται
χτύπημα στον τοίχο
αυτό, αυτό,
όχι για τον εαυτό σου, σιγά

απλά μην πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου,
αυτό μόνο
να το βουλώνεις,
να μην έχεις άποψη καμιά φορά

Γιατί ξέρω πολλούς χασικλήδες
που έθαψαν φίλους, γκόμενους
παιδιά
χωρίς οι μικροί να το αξίζουν.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ένας σέρβος κρητικός στη ζούγκλα του ότιναναι


Η περίπτωση της αποτελούσε μία προσθήκη στο διάδημα των Μουσών
Έτσι, όπως είχα μάθει τόσα χρόνια, παρέμεινα σιωπηλός.
Σκάλιζα κάθε μέρα λίγο-λίγο γύρω της ώσπου να εμφανιστώ μονομιάς
Μπροστά της. Chi va piano va sano λένε στα μέρη της όμως η βιασύνη
Με πρόλαβε ένα βράδυ και μ’έκατσε απέναντι της καταμεσής ενός γοργοκινούμενου
Βραδιού στο οποίο είχα έρθει παράκαιρα και αργοπορημένος.
Η πρώτη μου φράση έφερε μία δικιά της αισθητά μικρότερη, η δεύτερη ομοίως.
Ο Κάλχας απών και το μαύρο κριάρι επίσης, που ναός να βρεθεί, πόσο κρύο είχε
Όταν χωρίς του μάντη τα μαντάτα πλησίασα, όπως πλησίαζε το τέλος της νύχτας, δίπλα της, δοκίμασα κάποια χωρία από τα άπαντα που συσσωρεύω-
Η κίνηση αυτή με βρήκε να συλλογούμαι λίγα λεπτά αργότερα τον φλωρεντίνικο Λόγο : «Devo andare, να την πέσετε και σε καμμιά γκόμενα».
Σύντομα θυμήθηκα τα λόγια του μπάρμπα μου από το Berovo της πρώην Γιουγκοσλαβίας όταν πήγε ο πατέρας μου και το είπε ότι έχει κάτι συναισθηματικής φύσεως προβλήματα, εκείνος του αποκρίθηκε: «Κάτσε μισό λεπτό, εσύ δε γεννήθηκες σε μία χώρα όπου 100 άτομα έπεισαν 30 εκατομμύρια ότι όλα πάνε καλά; Τις είπες για τον εξωτερικό εχθρό, για τον αδηφάγο καπιταλισμό που τρώει τα μαλλιά της και την αφήνει μόνη, για το κρύο έξω;». Έτσι ενθυμούμενος τη κληρονομιά μου πήγα και κοιμήθηκα αφού εκτέλεσα άλλο ένα βαρέλι κρασί.
Λίγες μέρες αργότερα όχι πολλές πριν αναχωρήσει για τον γενέθλιο τόπο των Μεδίκων ανταμώσαμε σ’ένα καφέ πλησίον του μέρος όπου διδασκόμασταν τη γερμανική πύρινη γλώσσα που υπακούει στο Jetzt komme feuer. Το λοιπόν κάθισα αντίκρυ και έλυσα τα σχοινιά του δεσμού αφήνοντας τη να γελάει να μιλάει να με κοιτάζει και να αλλάζει από ένα γοργόκαρδο παλμό το σταύρωμα των ποδιών της.
Ερωτήθειν τι έκανα τη προηγούμενη νύχτα και αποκριθείν ότι είχα μία μακρά και σύντομη νύχτα, δηλαδή ρώτησε; Πολύ αλκοόλ λίγος χρόνος γοργά εις ύπνον. Ααα. Είπε. Εσύ –επέστρεψα το βέλος- ; Τίποτα σπίτι (με μία αδιαφορία). Δεν σε ακούμπησε ξένο χέρι νύχτας (σκέφτηκα – δεν είπα). Τι θα κάνεις απόψε ρώτησε; Τίποτα. Όμως μπορούμε να πάμε για ένα ποτό. (αμηχανία, ξανασταυρώνει τα πόδια της). Δεν μπορώ πρέπει να πάω σε ένα μουσείο και ύστερα έχω κανονίσει dinner – είπε- , αλλά αύριο (η τελευταία των μαθημάτων όπου όλοι θα βγούν για να γαμήσουν και να πιούν) η νύχτα θα είναι μακρά. Γαμώ τα μουσεία και το προκαταρκτικό κουστούμι του δείπνου σκέφτηκα, αλλά αρκέστηκα στο να γνέψω μειδιώντας μια χαρά. Η επόμενη νύχτα έφτασε. Σούρθηκα εκεί που έπρεπε να είμαι για να τη συναπαντήσω αλλά εις μάτην. Έτσι στις δώδεκα λέγω στον ιταλό φίλο μου Αντρέα, χημικό εις το επάγγελμα να μου δώσει το κινητό της για να κόψω δρόμο. Γράφω ενθυμούμενος τους στίχους του Joyce που παρέλαβε ο Barrett
Lean out of the window,
Goldenhair,
I heard you singing
A merry air.
My book was closed;
I read no more,
Watching the fire dance
On the floor.
I have left my book,
I have left my room,
For I heard you singing
Through the gloom.
Singing and singing
A merry air,
Lean out the window,
Goldenhair.
- Long hair Italian woman will we see you tonight? Alxander

Άρχισα να τραβάω τη μία μπύρα μετά την άλλη ώσπου έφτασα σπίτι δίχως απάντηση.
Την επομένη κατά τις 5.30 το απόγευμα ένα μήνυμα που έγραφε «Όχι δεν νομίζω σήμερα.. ακόμα ζαλισμένη από χτες, αλλά θα σε δω αύριο, ενημέρωσέ με.»
Αγνοώντας ότι μιλούσε για σήμερα ενώ χτες της έστειλα το μήνυμα αρκέστηκα στο ότι αύριο όλα θα παίρναν το δρόμο ή του κατά διαόλου ή κατά το σπίτι μου. Ενημέρωσα ότι θα ενημερώσω αύριο κάποια στιγμή όπως και έκανα την επομένη μέρα. Μου απάντησε ότι θα πάει εκεί και εκεί, μέρη στα οποία δεν θα μπορούσα να πατήσω της αντιπρότεινα και εν τέλει στις 2 το βράδυ λαμβάνω ένα μεθυσμένο μήνυμα που έλεγε ότι πάει κάπου κοντά στο σπίτι μου και αν είμαι ακόμη έξω. Αποφάσισα να πάω.

Ανώνυμος είπε...

Πηγαίνοντας σκεφτόμουνα τι στο διαόλο σκεφτόμουνα δεν ξέρω αλλά σίγουρα κάτι, εικονοποιούσα τη συνάντηση της έδινα περιεχόμενο στίξη ομοιοκαταληξίες παρελθόντα μελλόμενα εντάσεις. Μπήκα λοιπόν σε αυτό το μέρος –δε δύναμαι να δώσω περαιτέρω λεπτομέρειες για το μέρος, πρέπει να διαφυλάξω ένα ελάχιστο της αξιοπρέπειας μου- και διέσχισα τον χορευτικό Αρμαγεδών και αφότου αναπήδησε η καρδιά μου όπως όταν πρωτοαντίκρυσα το προσκύνημα των μάγων πήγα και της μίλησα. Ακολουθεί Pirandello. Με κοιτάει και μια αυθόρμητη χαρά την κυριεύει και μου λέει : είμαι τόσο χαρούμενη που σε βλέπω, νόμιζα ότι δεν θα σε ξανάβλεπα ποτέ, ξέρεις φεύγω τη Κυριακή. Μα τι κάνεις εδώ; Σκαλώνω και της λέω ότι να εδώ κοντά μένω. Ύστερα μου λέει να σου δώσω το κινητό μου αφού θα είσαι εδώ να μείνουμε σε επικοινωνία, καθώς το γράφω και την καλώ στην οθόνη του κινητού μου εμφανίζεται το όνομα της, την ίδια στιγμή γυρνάει και μου λέει Letizia.
Το ξέρω λέω.
Εσύ όμως μάλλον
Κάτι δεν έχεις καταλάβει.
Ε;

--
οι χαιρετισμοί μου εκ πρωτεύουσα Γερμανικού κράτους εις Στέλιο και Χρήστο
Γκζβτς. alxnder
Μη με μπερδέψετε και με οδηγείσεται εις όμοιον Tunnel.

alexis porfiriadis είπε...

χαθήκατε αδελφέ, είσθε καλά;

χ.ζ. είπε...

Σέρβο φίλε μου παλαιέ, στην λεγόμενη πρωτεύουσα της σύγχρονης κουλτούρας μη γυρεύεις να βρεις κάτι άλλο πέρα από κόσμο που πηγαινοέρχεται πασαλείφοντας επαφές σχέσεις και ονόματα στην βραδυνή του φέτα του ψωμιού, μαζί με τη φτηνή του μπύρα (τη φτηνότερη που θα βρεθεί). Μη γυρεύεις μην ελπίζεις. Πάρε λίγες μετρημένες ιδέες στο ταγάρι σου και πορπάτησε σε ταιριαστό σε σένα δρόμο.

δες κάτι αν δε βαριέσαι:

http://torpila.blogspot.com/2011/05/blog-post_23.html

******

Αδελφέ μου αλέξιε, βασανίζομαι.
Ο Θεός σας έριξε εις μέρος αρκετά μακρύτερο από τη σκήτη μου. Θα επανέλθω, όρκο στο λουλά σου κάνω.

Ανώνυμος είπε...

Yέροχα απλό..Όπως όταν είσαι έτοιμος για κάτι κι εκείνο έρχεται.Ευτυχώς που υπάρχει και η ποίηση γιατί κάπως έτσι ξεξουράζεται και το ένστικτο από την αγωνία για τιμή.