24/7/11

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Tώρα μ’ αγκαλιάζουν οι πέτρες, λίγο χώμα, η μπόχα της ιδρωτίλας και του θανάτου αγκαζέ με τους ήχους των σφαιρών και των παραγγελμάτων. Βέβαια δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ ολ’ αυτά όντας νεκρός και φρέσκος μάλιστα. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα κοιτάνε ευθεία αλλά και προς το τίποτα. Κενά, μιας κι η ψυχή μου στο φεύγα της, μου έκλεψε την όραση για να βρει τον δρόμο της. Έφυγε χαζογελώντας σαν αποφυλακισμένος ισοβίτης, και πώς να μην γελούσε άλλωστε που άφηνε μια για πάντα αυτό το άχρηστο σώμα. Είμαι σίγουρος ότι και οι υπόλοιπες συναδέλφισσές της που θα την κοιτούσαν θα την ζήλευαν τα μάλα και ίσως αυτή είναι η αιτία που έσπρωχναν τα κορμιά με λύσσα στον πόλεμο και στον θάνατο. Όχι όλοι ήρωες, πολλοί φοβισμένοι όπως τον φαντάρο δίπλα μου που σοκαρισμένος από την τύχη μου τον πήραν τα κλάματα. Κάποιος του φώναξε να κρυφτεί στο απέναντι όρυγμα αλλά αυτός κοκαλωμένος από τον πανικό και τις χριστιανικές του ενοχές, προφανώς ήθελε να με θάψει με παπά και διάκο, η δυνατόν, ρούπι δεν έκανε. Μόνο όταν χειροβομβίδα έσκασε στα τρία μέτρα απ’ αυτόν ξύπνησε κι άρχισε σαν κυνηγημένος να τρέχει στο όρυγμα. Τα άθλιά μας κορμιά σαν θησαυρούς τα προστατεύουμε σε καταστάσεις άμεσου κινδύνου, τα ίδια κορμιά που καθόλου δεν τα σεβόμαστε σε περιόδους ειρήνης και μαλθακότητας. Το βλέμμα του μέσα από το όρυγμα διασταυρώθηκε με τα άδεια μάτια μου που ασάλευτα μέσα στο ορυμαγδό του πολέμου δε λέγανε να ξεκουνήσουν από την αρχική ευθεία. Πρέπει να ‘ταν δύσκολο να βλέπεις θάνατο πασαλειμμένο με μυρωδιές πανικό και γνήσιο αίμα κάτι το οποίο δεν γίνεται να σου προσφέρει το PSP. Τα δάχτυλά μου μπερδεμένα στα χαλίκια λες και ψάχναν άνοιγμα για τον κάτω κόσμο μια και καλή, από περιέργεια περισσότερο. Είναι καλό να αλλάζεις παραστάσεις. Σκέψου να πέθαινες που και που και να ξαναγυρνούσες στη ζωή όποτε εσύ γούσταρες, πόσο πιο άφοβο και πληκτικό θα ήταν το ανθρώπινο είδος. Αυτά τα δάχτυλα λοιπόν θα ήθελα για τελευταία φορά να αγκάλιαζαν το κορμί αυτηνής που αγάπησα γερά, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο δεν θα γίνει. Το χέρι μου κοκκινισμένο από το αίμα, λευκό και κρύο απ’ τις σφαίρες, τις σφηνωμένες στην πλάτη μου,… πιο λευκό κι απ’ το δικό της ακόμα,. . . δεν θα ‘ταν ωραίο να με δει έτσι,… ίσως καλύτερα να με ξεχάσουν. Το χειρότερο είναι ότι θα πεθάνω εδώ παρετημένος, χωρίς νεκρικές φροντίδες και ασπασμούς στην βόλεψη του φέρετρου. Δεν θα ‘ρθει η μάνα μου να με πλύνει και να με ντύσει. Δε θα ‘ρθει αυτή να ζεστάνει τα κρύα μαγουλά μου με καυτό δάκρυ, απλά θα μείνω εδώ να με φάνε τα όρνια. Λες και τα πόδια μου το γνωρίζουν αυτό κι έχουν πάρει θέση έρπην. Το δεξί πόδι μαζεμένο προς τα πάνω έτσι ώστε το γόνατο να φτάνει στο ύψος του στομαχιού και το αριστερό έτοιμο να ακολουθήσει την ορμή του δεξιού. Έτσι θα πάμε μέχρι να φτάσουμε στην πύλη σώμα μου, στην πύλη της αιωνιότητας, και να βουτήξουμε στην κόλαση πριν οι γύπες αρχίσουν να πετούν χαμηλά. Αλλά οι νεκροί δεν κουνιούνται τελικά. Όσο περνά η ώρα μαθαίνω τα χούγια αυτής της κατάστασης. Ας μην ζητάω πολλά λοιπόν κι ας περιμένω, και τους γύπες, και τις χειροβομβίδες, κι αυτούς που θα ληστέψουν ότι έχω πάνω μου, και τα σκουλήκια. Η μέρα φεύγει, η μέρα χάνεται, η τελευταία μέρα. Σε λίγο νυχτώνει κι η μάχη καταλάγιασε. Φύγαν όλοι μάλλον, γι αυτό επικρατεί ησυχία παντού, γι’ αυτό με πλησίασαν οι γύπες κι άρχισαν να δαγκώνουν και να μασουλάνε ζεστή πλάτη, συκωτάκι, πλευρά και λαιμό βεβαίως βεβαίως. Να που γίνομαι και σε κάτι χρήσιμος, αλλά μια απορία έχω βαθιά μέσα μου. Αυτή η γυναίκα, η μαμά πατρίδα που λένε όλοι την έχει δει κανείς από κοντά; Την αναφέρουν οι πάντες και ‘γω που λυπήθηκα την κατάστασή της και την ανάγκη της έτρεξα εθελοντής να πολεμήσω σ’ έναν άδικο γι’ αυτήν πόλεμο. Αλλά αυτοί που τ’ όνομά της αναφωνούν κάθε λίγο και λιγάκι γιατί δεν είναι και αυτοί εδώ; Την τραβολογάν από δω, την τραβολογάν από κει, την νοηματοδοτούν, την κονταίνουν και την μακραίνουν κατά πως θέλουν ως άλλοι Προκρούστες, την βρίζουν, την βιάζουν, την πουλούν σε άλλους νταβατζήδες, την κλειδώνουν σε δωμάτια για μέρες, της φοράν άλλοτε επίσημα ρούχα και γιορτινά και την εξυμνούν στους δικούς μας θανάτους. Γι’ αυτό λοιπόν καλοί μου γύπες αφήστε και λίγο κρέας και μεδούλι γι’ αυτήν. Μπορεί κάπου εδώ ρακένδυτη να γυρίζει και θα χει λυσσάξει της πείνας. Ας φάει κι αυτή λίγο. Δεν έχει πια σημασία. Δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος, αλλά για μένα αυτός ο πόλεμος και οτιδήποτε άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο των δογμάτων και της αυθυποβολής έχει τελειώσει. Καληνύχτα.

1 σχόλιο:

Tamistas είπε...

ο θάνατος, ο γύπας κι ο κρατοκόρακας
πατρίδα ίδια έχουν κι ο κρατοκόλακας
του τέλους του πολέμου σου λέει να μη λακάς

απλόχερα σηκώτια και τέτοια να δωρίζεις
αφού, ούτως ή άλλως, εσύ δεν τα ορίζεις