29/7/09

20

Είκοσι χρόνια κούρασης
συμμάχησαν / γκρεμίστηκαν όλα πάνω απ΄ την μικρή τρύπα που
κοιμάμαι / κατοικώ / διαβιώ / μένω.

Κατεβαίνω περίπατο να με χάσουν / να μείνω εκτός / μόνος ίσως
απόψε να κερδίσω πιθανόν κάποιο χρόνο.

Δρόμοι / πλάκες / φανάρια σήμερα όλοι κάτω γιορτή τραπεζάκια έξω.

Ξύλινο παγκάκι σε πλατεία αργά
μοναξιά / ησυχία άρα / άρα ξεκούραση.

Ξαπλώνω πάνω σε ξύλινο παγκάκι
με δέος / θράσος άστεγος στη θέση του Αστέγου.
Πάνω δέντρο ψηλό κοιτάει με βλέμμα υπομονετικό / αμίλητο / στωικό
θορύβους / ήχους / φωνές που έρχονται / έφτασαν / θα φτάσουν.
Στην πλάτη βρεγμένο ξερό ξύλο στηρίζει στεγνό ξερό σώμα
τρίζοντας
θέλω / πρέπει σίγουρα να γίνουμε τελικά απόψε ένα.

Αδερφέ νεκρέ ξύλο
πιες κατράμι από τη σπονδυλική στήλη που σε ακουμπάει
μαύρο κατακάθι / άχρηστο υγρό χρόνιας / χθόνιας υπερλειτουργίας
στις στεγνές σου ίνες
κάντο χυμό κρύο / γεμάτο παλλόμενη ζωή νερό μετέτρεψέ το.

Πάρε / δημιούργησε σκληρό κρύσταλλο / καθαρό μέταλλο / αγνό σώμα
δώρο στοργικό δικό μου προς τους πριν από μένα / μετά από μένα
νέους / γέρους / αγνώστους / ευγενείς / άρπαγες
ανθρώπους εποχών άλλων / εποχών ίδιων
από κάποιον που ποτέ δεν υπήρξε /
ποτέ δεν ήρθε /
δεν πέρασε στα σίγουρα ποτέ από δω.-