10/9/09

ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ(5η ΑΝΑΦΟΡΑ)

Αφού έφυγε και χάθηκε στη στροφή του δρόμου ο νους μου έκανε την αντίθετη διαδρομή και γύρισε πίσω στη λέξη «τρελός». Εγώ τρελός; Αν είναι δυνατόν. Μα αυτή είναι η τρελή της γειτονιάς, αυτή κάθεται μόνη της όλη μέρα στο σπίτι, αυτή ζωγραφίζει ηφαίστεια μέσα στο πράσινο, αυτή κινείται σαν το αερικό και εν τέλει αυτήν αποκαλούν τρελή οι γείτονες.
Εγώ απ' την άλλη, δουλεύω, έχω κοινωνική ζωή, κύρος μεταξύ των συναδέλφων μου και είμαι και αγαπητός στη γειτονιά μου. Άσε που πληρώνω τους φόρους μου και προσπαθώ να 'μαι τυπικός πάντα με όλους. Πώς ένα τετράγωνο μυαλό μπορεί να βρίσκεται εκτός πραγματικότητας. Πώς μπορεί να συγκριθεί αυτή μαζί μου. Μετά από πολύ διεργασία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κανείς τρελός δεν παραδέχεται την παθολογική του κατάσταση συνεπώς μπορεί να λέει ότι θέλει όπως θέλει. Αυτή η σκέψη με συνέφερε* κι έτσι αμέριμνος πήρα τον δρόμο για την κατοικία μου.
Καθώς προχωρούσα προβληματισμένος για το πώς θα καταφέρω να κάνω μια κανονική συνάντηση μαζί της αλλά και χαρούμενος που μου μίλησε μ' αυτόν τον τρόπο, έστω κι αν ήταν κάπως ειρωνική μαζί μου, περπατώντας εντελώς μηχανικά χωρίς να έχω προσέξει καν αν ήταν μέρα ή είχε νυχτώσει ένιωσα μια βαριά απωθητική μυρωδιά να με πλησιάζει.
Σήκωσε το κεφάλι κι έιδα έναν μεσήλικα να μ΄ έχει φτάσει σχεδόν. Ήταν καραφλός, απ' αυτούς που νομίζεις ότι η καράφλα τους είναι αποτέλεσμα αρρώστιας, μιας και ελάχιστα ταλαιπωρημένα μαλλιά βρίσκονταν ανάκατα στο κεφάλι του. Είχε μεγάλη μύτη, ήταν αλλοίθωρος, στραβοπόδης, φορούσε παντόφλες ώστε να φαίνονται τα παραμορφωμένα λιγδιασμένα δάχτυλά του, τα οποία ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει συνέχεια λόγω της καμπούρας του κι έβηχε σαν βαριά άρρωστος σκύλος. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος αφού έφτασε το γεμάτο αμηχανία κορμί μου, το οποίο διαπερνούταν κι από ελαφρές διαθέσεις φόβου, μ' ακούμπησε στον ώμο, γέλασε πνιχτά βγάζωντας έναν υψίσυχνο ήχο λέγοντάς μου:
«Ξέρω τί κάνεις, κι αν δεν κάνεις το ξέρω κι αυτό».
Εγώ ξεπερνώντας την αμηχανία και τον φόβο και διασκεδάζοντας με την κακομοίρικη και μίζερη εμφάνισή του τον ρώτησα.
«Τί κάνω δηλαδή;»
«Άμα σε διατάξουνε να κάνεις κάτι που δε θέλεις, νευριάζεις, κοκκινίζεις,σφίγγεις τις γροθιές σου, σκύβεις το κεφάλι και τελικά κάνεις αυτό που σου λένε.»
Μετά άρχισε να γελάει εκνευριστικά κι ασταμάτητα ταρακουνώντας ταυτόχρονα τον ώμο μου. Στην αρχή ήμουν ήρεμος. Σχεδόν αμέσως όμως νευρίασα τόσο πολύ που βγήκα εκτός εαυτού. Τότε, χίμηξα στον λαιμό του, τον άρπαξα βίαια, τον έβαλα σ' ένα στενάκι (ενώ αυτός δεν αντέδρασε καθόλου) και τον πέταξα πάνω σε κάτι σκουπίδια που ήταν σωρός στην γωνία. Κοίταξα γύρω μου αν είναι κανείς κι αφού βεβαιώθηκα πως όχι, έπιασα ένα δισκοπότηρο που βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια, κι όπως ήμουν αναψοκοκκινισμένος από την μανία μου άρχισα να του το κοπανάω αλύπητα στο κεφάλι του. Έβαλα τόση πίεση στα χέρια, πονούσα για πολύ καιρό από τότε, με αποτέλεσμα να του το σπάσω εντελώς. Στο τέλος τα κόκκαλα, το αίμα, τα σκουπίδια και το μίσος μου είχαν γίνει όλα μια άμορφη μάζα χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε συστατικό. Έστεκα ακίνητος παρακολουθώντας για ένα δεκάλεπτο περίπου το έργο μου. Στην αρχή, σαν μαστουρωμένος που απολαμβάνει την επήρεια του ναρκωτικού, έτσι κι εγώ απολάμβανα την καταστροφή. Όσο όμως περνουσαν τα λεπτα και το μίσος έδινε τη θέση του στις τύψεις άρχισα να αντιλαμβάνομαι την πράξη μου και φοβισμένος έφυγα τρέχοντας από το σημείο του φόνου.Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν ότι ο άνθρωπος αυτός φαινόταν πως ζούσε στον δρόμο και σίγουρα, έτσι σκέφτηκα, δεν θα τον έψαχνε κανείς. Οι τύψεις όμως ήταν πιο ανθεκτικες από το μίσος κι έτσι πολλά βράδυα έμενα άυπνος χωρίς να μπορώ να ηρεμήσω.
Το όγδοο βράδυ τελικά κατάφερα ν' αποκοιμηθώ κι ονειρεύτηκα ότι ο Δήμαρχος μου απέμεινε τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος των Ιπποτών, παρουσία της μασονικής κοινότητας της πόλης.Αφού φάγαμε με τον δήμαρχο τους υπαλλήλους του δήμου, μου πρόσφερε ένα δισκοπότηρο γεμάτο με αίμα γουρουνιού.
Το πρωί όταν ξύπνησα νέες τύψεις με κυνηγούσαν. Έπρεπε να βρω το εργαλείο του φόνου στο οποίο σίγουρα είχα αφήσει τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα. Ξεκίνησα λοιπόν την προσπάθειά μου προς αναζήτηση του δισκοπότηρου.

*(συνήλθε και σύμφερε. Και οι δύο έννοιες εννοούνται με το συνέφερε)

συνεχίζεται

5 σχόλια:

χ.ζ. είπε...

Αγαπητέ carnellio μ΄αρέσει πολύ όπως το πας

Ανώνυμος είπε...

Στην αρχή μου άρεσε, όμως ύστερα το βρήκα χωρίς λόγο βίαιο.
Δεν με έπεισε δηλαδή η κακία σου.

Ανώνυμος είπε...

σιγά μη κάτσουμε να απολογηθούμε και για τη βία

πρτφ

mamma είπε...

Σε αναμονή. Η αλήθεια είναι πως τον σκότωσε για ψύλλου πήδημα οπότε αναγκαστικά θα περιμένω το επόμενο για να αποφασίσω αν με έπεισες.

Ανώνυμος είπε...

και γιατί να τον σκότωσε; τρελός είναι ό,τι θέλει κάνει (και δεν κάνει)...

Έτσι.