22/9/13

Ο ΝΙΤΣΕ ΛΑΝΤΖΙΕΡΗΣ

Και ξάφνου τα λεφτά τελείωσαν. Εκεί ανάμεσα στον υπεράνθρωπο και τις κόντρες με τον άνθρωπο Βάγκνερ ο Νίτσε πλέον έπρεπε να σκεφτεί και την επιβίωσή του. Έτσι απλά και πολύ ανθρώπινα. Διότι τα λεφτά του πανεπιστημίου όπου δούλευε δε θα μπορούσαν να κρατήσουν μια ζωή. Η γέννηση της τραγωδίας έγινε όταν κάποια στιγμή πήγε να πάρει καπνό για την πίπα του. Τότε αντιλήφθηκε ότι χρήμα γιοκ… τετέλεσται… «επτωχεύσαμεν», σκέφτηκε, κι αντί να πάρει καπνό πήρε τους δρόμους να βρει κανά μεροκάματο γιατί αλλιώς δεν έχει μαμ. Έτσι ο Φρίκος, Φρίκο τον φωνάζανε στο σχολείο ειδικά ο φίλος του ο Βαγγέλης επειδή τον φοβότανε, σαραντατεσσάρων χρονών αμούστακο παιδί βρέθηκε να δουλεύει στου Λέντζου λάντζα. Ο Λέντζος που ήταν αμόρφωτος αλλά εκτιμούσε πολύ την αξία των πιο εξεζητημένων γνώσεων, τον κόπο των ανθρώπων του πνεύματος για την απόκτησή των και την ευαισθησία τους απάνω στα πιο παραμικρά ζητήματα, ένιωθε τρομερές ενοχές που είχε αυτόν τον φιλόσοφο στη βρύση να πλένει ενώ αυτός αραχτός χασκογελούσε με τους πελάτες. Αν ο Νίτσε δεν είχε πέσει στα πόδια του να τον θερμοπαρακαλέσει για οτιδήποτε μεροκάματο δεν θα υπήρχε περίπτωση να το δεχτεί ποτέ. Δεν ένιωθε καλά, δεν έτρωγε καλά, δεν κοιμόταν καλά αλλά κρυφά από όλους τους γνωστούς του διάβαζε ασταμάτητα τα βιβλία του λαντζιέρη του με θρησκευτική συνέπεια και απόλυτη προσήλωση χωρίς απαραίτητα να καταλαβαίνει τίποτα. Όλα αυτά τα αναγνώσματα γινόταν στο κελάρι κάτω από ένα βαρέλι με κρασί δώδεκα χρονών υπό το φως της λυχνίας. Συχνά η μέρα τον έβρισκε στο ίδιο σημείο ξύπνιο να σκέφτεται και να πίνει κρασί. Τις ίδιες νύχτες που ο Φρίκος κοιμόταν σαν μοσχάρι από την σωματική κούραση. Ο Νίτσε την ίδια εποχή κατάλαβε πόσο μούχλας υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά χωρίς να μπορεί να αποφύγει την ίδια του την ιδιοσυγκρασία έσκισε το Ecce Homo λέγοντας «νισάφι πια» κι έγραψε το «Διθύραμβοι στη λάντζα», το οποίο έχει χαθεί, καθώς και τους στίχους στο κομμάτι που λέει ο Κοντογιάννης «Καθόμουνα στου Λέντζου». Υπήρξε όμως δραστική αλλαγή στη στάση της ζωής του. Άρχισε να βγαίνει πιο συχνά, να πίνει μπύρες και να απαγγέλει τον Αντίχριστο στις γκόμενες χωρίς καμιά επιτυχία. Ύστερα την έπεφτε στο κρεβάτι του χαρούμενος που δεν μιλάει μόνος του πλέον. Ο Λέντζος απ’ την άλλη είχε ρέψει το ‘χε πάρει κατάκαρδα αλλά είχε μάθει τον Ζαρατούστρα απ’ έξω. Οι φίλοι του τον κορόιδευαν, η γυναίκα του τον άφησε για έναν τορναδόρο και μετοίκησε στο Αγρίνιο και τα παιδιά της γειτονιάς του, του δένανε άδεια κουτιά γάλατος εβαπορέ στον κόμπο της ποδιάς του για να κάνει θόρυβο καθώς περπατούσε. Αυτός, παραδομένος στην κατάντια του δεχόταν τα πάντα χωρίς καμιά αντίδραση. Η όχι; Στις τρεις Ιανουαρίου του χίλια οχτακόσια ογδόντα εννέα την ώρα που σχολάγανε απ’ το μαγεριό ο Φρίκος πέρασε βιαστικά από την πλατεία σκεφτόμενος το κρεβάτι του και τη Λίλα που δεν πρόκειται να του κάτσει ποτέ. Πέρασε βιαστικός και δεν είδε τον αμαξά. Τον είδε όμως ο Λέντζος κι έμεινε για δύο λεπτά στήλη άλατος. Εξ αιτίας της βίας που ασκούσε με το καμτσίκι του πάνω στον γάιδαρό του. Μην αντέχοντας άλλο τον εξευτελισμό του γαϊδάρου, τον οποίο ασυναίσθητα συνέδεσε με τον Νίτσε και την βία του καμτσικιού με την καταπίεση που προκάλεσε ο ίδιος σε έναν άνθρωπο του πνεύματος, έτρεξε προς το μέρος του και με δάκρυα στα μάτια τον αγκάλιασε. Τότε επήλθε η κατάρευσις. Ύστερα από έντεκα χρόνια ο Λέντζος ψόφησε. Την ίδια βραδυά, ο αμαξάς αγκαλιά με τον Φρίκο, τα έπινε σε ένα χάνι όπου δούλευε η βυζαρού Μαρλένα που κι αυτή δεν θα του καθόταν ποτέ.

2 σχόλια:

χ.ζ. είπε...

«κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς σκατά», όπως έχεις εσύ ξαναγράψει παλιά καρνέλιο...χεχεχ!

Sonia O'Xara είπε...

καταπληκτικο!