25/5/09

Η ΕΝΤΟΛΗ

ΠΕΜΠΤΗ
Στο εργοστάσιο και σήμερα όλα λειτουργούσαν ρολόι. Οι μηχανέςείχαν ξεκινήσει πρωί πρωί, οι εργάτες ήταν γεμάτοι όρεξη για δουλειά, οι επιστάτες δεν κουράζονταν να μας εμψυχώνουνγια καλύτερη παραγωγή λέγοντάς μας λόγια όπως: “σκάσε και δούλευε” ή “μήν κάθεσαι ρε μπάσταρδο”,συζητώντας μεταξύ τους για ποδόσφαιρο και τσόντες, και οι αφέντες μας ήταν εκεί, στο πόστο τους.
Οι αφέντες είναι μια παράξενη και απόκοσμη σχεδόν κάστα ανθρώπων για μας τους εργάτες. Ποτέ δεν καταλαβαίναμε τι πραγματικά θέλουν αλλά επειδή έχουν καλύτερο μορφωτικό επίπεδο από εμάς πάντα διαισθανόμασταν ότι κάτι ξέρουν που εμείς δεν το γνωρίζουμε. Κάθονται μόνοι τους, δεν γελάνε πολύ, συχνά σκύβουν σε κάτι πιάτα κι ύστερα σηκώνονται ρουφώντας τη μύτη τους, έχουν χαλαρή σχέση με τη θρησκεία, όταν τρώνε δεν μιλάνε, και που και που λιώνουν χαρτονομίσματα και παράγουν κάποιον χυμό ο οποίος σύμφωνα με επιστήμονες είναι δυναμωτικός. Για να το πίνουν κάτι θα ξέρουν όπως προείπα.
Όπως κάτι θα γνώριζαν όταν απέλυσαν σαράντα-δύο εργάτες κι εργάτριες την προηγούμενη εβδομάδα. Η δικαιολογία ήταν η “κρίση”. Εγώ μέχρι τότες γνώριζα την κρίση που πιάνει τη γυναίκα μου όταν κάνω μπύρες όλα τα λεφτά μας και την κρίση που με πιάνει όταν παίζει ο γαύρος. Αλλά είπαμε ότι έιμαι χαμηλής επιμορφ
ώσεως.
Έχω τελειώσει την τετάρτη δημοτικού με άριστα παμψηφεί και είπα να αφήσω το σχολείο τώρα που είμαι στα φόρτε μου για να με θυμούνται με ψηλά το κεφάλι (το δικό μου). Όχι σαν κάτι άλλους που πάνε γυμνάσια και λύκεια και με το ζόρι π
ερνάνε τις τάξεις. Τέλος πάντων, σήμερα στο εργοστάσιο είχαμε εκπλήξεις.
Από το μεγάφωνο ηκούσθη η φωνή του αφεντικού των αφεντικών. “Το Σάββατο πεντέμιση όλοι στο γραφείο μου να σας περάσω έναν έναν”. Μόλις τέλειωσε η ανακοίνωση έρχεται ο Μίκυ δίπλα μου και μου λέει “να πάμε μαζί;”. “δε μπορώ ρε
Μίκυ, έχω μια υποχρέωση και θα ξεμπερδέψω μετά τις έξι”. “να την ακυρώσεις”. “γιατί;” “γιατί το είπε ο κύριος διευθυντής και πάει άσχημα να μην πάμε και πιο νωρίς μη σου πω”. Σ' αυτό το τελευταίο συμφώνησε κι ο Πακιστανός απέναντι ο οποίος πριν δύο χρόνια έχασε το δάχτυλό του στην μηχανή αυτή που δουλεύει ακόμα αλλά με τον καιρό μας πείσανε και μας κι αυτόν τον ίδιο ότι είναι σημάδι από τη γέννησή του.
Καθώς έβγαινα απ' το εργοστάσιο βλέπω τον ένα καραφλό επιστάτη αραχτό στο μηχανάκι του να πίνει καφέ και να ρουφάει ένα αυγ
ό, για να γλυκάνει η φωνή ώστε να μπορεί πια με στεντόρεια δύναμη να μας εμψυχώσει και αύριο. Κείνη την ώρα πέρασε μια πανέμορφη γυναίκα μπροστά μας κι ένιωσα και μένα και τον καραφλό να μένουμε ακίνητοι κι όλο το είναι μας να τρυπώνει κάτω απ' τα ρούχα της και να στροβιλίζεται σαν τρελό γύρω απ' το κορμί της και μέσα της. Αυτό για ένα δευτερόλεπτο. Μετά ο καραφλός μονολόγησε: “θα σε γαμούσα αλλά βιάζομαι”. Ύστερα από τρεις ώρες σηκώθηκε απ' το μηχανάκι.

ΣΑΒΒΑΤΟ 4:00
Έχω αγωνία.

ΣΑΒΒΑΤΟ 6:00
Είμαι έξω απ' το γραφείο. Αυτή τη στιγμή περνάει τους Πακιστανούς. Εμάς τους έλληνες του τρίτου τομέα που υπαγόμαστε στο δεύτερο γραφείο και στην πέμπτη ελεγκτική επιτροπή και έχουμε πάνω από 7000 ένσημα θα μας περάσει ομαδικά στις έξι και τέταρτο.
Η ώρα έφτασε, μπήκαμε με ήδη κατεβασμένα τα βρακιά μας και στηθήκαμε για να μην χρονοτριβούμε μιας και ο αφέντης έχει μίτινγκ μετά. Αφού μας πέρασε όλους από δύο φορές, τον Μίκυ τρεις, αφού τον ευχαριστήσαμε κι αφού ο Μίκυ του δήλωσε πως ήταν πολύ αναζωογονιτικό όλο το σκηνικό και υποσχέθηκε να πηγάινει κάθε εβδομάδα εθελοντικά για να αναζωογονείται, φύγαμε. Κείνη την ώρα που φεύγαμε μπήκε ένας παπ
άς που θα τον περνούσε κι αυτόν αφού δεν είχε καταπαυθεί η όρεξή του αφέντη μας.
Με τον παπά του βγαίνουν τα πρώην κομμουνιστικά σύνδρομα μιας και κάποτε άνηκε σε κομμουνιστική οργάνωση που έβαζε μπόμπες στην χούντα και στάχτη στα μάτια τα δικά μας. Κι όσο περνούν τα χρόνια τόσες περισσότερες μπόμπες έβαζε τότε. Κάθε φορά που έφερνε παπά στο εργοστάσιο κάθως τον περνούσε του φώναζε:

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ; ΛΕΓΕ ΡΕ.

Και μετά ο παπάς απαντούσε βαρβαρότης. Και δώστου τα χαστούκια στον παπά και σκισμένα τα ράσα και σπασμένα εξαπτέρυγα, ηφαίστιο ο αφέντης μέχρι να φτάσει στην απόλυτη ηρεμία. Αν ο παπάς έλεγε σοσιαλισμός τότε ο αφέντης ξενέρωνε τη ζωή του και τον έδιωχνε. Τότε καλούσε να έρθει η γυναίκα του που είχε τελειώσει το κατηχητικό.

ΚΥΡΙΑΚΗ
Κάθομαι σπίτι. Σκέφτομαι το χθεσινό, σκέφτομαι την εθελοντική προσφορά του Μίκυ, τους επιστάτες, την μοναξιά μου, τον αχόρταγο αφέντη, ότι αύριο είναι δευτέρα, τα λεφτά που είναι λίγα, τον χυμό από τα λεφτά που πίνει ο αφέντης, την απογοητευμένη γυναίκα μου. Κάθομαι σπίτι. Βλέπω τηλεόραση, η γυναίκα μου χαμένη στο υπνοδωμάτιο και δεν έχω όρεξη ούτε να την χαϊδέψω ούτε να μιλήσουμε, προτιμώ το ποδόσφαιρο. Κάθομαι σπίτι κι όπως πλησιάζω την μπύρα στο στόμα μου σκέφτομαι ότι κάτι ίσως να μην πηγαίνει καλά με τη ζωή μου.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Χο χο δεν μ αρέσουν αυτές οι συμπτώσεις!!
Σκέφτομαι την δική μου εθελοντική προσφορά και γελάω...