12/3/10

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. SCHWITTERS

Πολύ συχνά μου έρχονται στη μνήμη τα ποιήματα του Schwitters και προπάντων η απαγγελία του. Τότε είναι που τα μπερδεύω τελείως. Χάνω τον έλεγχο του δρόμου και το σώμα μου κινείται αυτόματα σε παράξενους σχηματισμούς. Άλλες φορές σχηματίζω νοητά τετράγωνα και τρίγωνα ή ομόκεντρους κύκλους με την κίνηση του σώματος κι άλλες φορές προχωρώ ακατάληπτα ατέλειωτες ευθείες σε ξέφρενους ρυθμούς. Αυτό συμβαίνει όσο κρατάει η επήρεια των ποιημάτων. Τη διάρκεια δεν μπορώ να την υπολογίσω. Έρχονται μόνα τους κάθονται όσο θέλουνε και φεύγουνε ξαφνικά αφήνοντας μου ένα χρονικά ανεπαίσθητο κενό ικανό όμως να μου προξενήσει ζάλη και να βρεθώ οριζόντιος στην άσφαλτο. Το παράξενο είναι ότι μετά την επήρεια δεν θυμάμαι τίποτα από τις πράξεις μου λες κι είχα ακατάληπτες παραισθήσεις ή τρία λίτρα αλκοόλ στο στομάχι μου. Τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Τα ίδια τα ποιήματα με έφερναν σ’ αυτήν την κατάσταση. Τί να κρύβανε άραγε οι φαινομενικά ανόητες λέξεις των ποιημάτων. Μήπως απελευθερώνανε την πιο ενστικτώδικη κίνηση του κορμιού; Μήπως κάποιο άλυτο μαθηματικό μυστήριο χαμένο στα βάθη της λογικής εκεί στα σύνορα με το ένστικτο και το συναίσθημα; Δεν το γνωρίζω. Πολλές φορές κοίταξα να βρω μια λύση αλλά δεν μπόρεσα κι εκεί που έψαχνα πάντα, τον μυριζόμουν από μακριά, να σου κι ερχόταν αργά αργά με την αλαζονεία του νικητή ο κατακτητικός στρατός των λέξεων του Kurt Schwitters. Είναι σαν να μην με αφήνει να βρω τη λύση, είναι σαν να μην με αφήνει να ξεφύγω, είναι σαν να λειτουργεί, ο συρφετός, χρησιμοποιώντας τη λογική κι ακόμα χειρότερα είναι σαν να τρέφεται και να παρακολουθεί τη δική μου λογική. Οι άνθρωποι σίγουρα θα με λένε τρελό όταν για παράδειγμα μπαίνω στα καταστήματα τους και τα διασχίζω με νοητά εξάγωνα (ή ότι άλλο, λες και θυμάμαι), όταν περπατώ στους δρόμους αργά και με τα πόδια μου να φτάνουν όσο πιο ψηλά μπορούν, όταν τραγουδώ αυτά τα ποιήματα με δύναμη και θεατρικότητα στις στέγες των εκκλησιών και των λεωφορείων, όταν τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ σηκώνοντας τα χέρια και ουρλιάζω θριαμβευτικά «ούλτα-έ», όταν βήχω επιδεικτικά μπροστά στα μούτρα σκυλιών και γατιών κι όταν μπουσουλάω μέσα σε περίπτερα και τουαλέτες καφενείων μην αφήνοντας κανέναν να πλησιάσει απευθυνόμενος σ’ αυτούς με το πρόσταγμα «ΓΑΒ». Σίγουρα. Κι εγώ αυτά θα έλεγα για κάποιον άλλο. Πόσες φορές δεν αναζήτησα την ισορροπία στη λογική. Να ξέρω που πατάω να ξέρω τι θα πω. Να κοντρολάρω το σώμα μου απόλυτα. Να χαϊδεύω τα σκυλάκια κι όχι να τους βήχω να φλερτάρω με ωραίες γυναίκες με στρατηγική κι υπομονή, να προγραμματίζω χωρίς φόβο και να νιώθω κυρίαρχος του εαυτού μου. Κι άλλες πολλές, πραγματικά πολλές φορές, να πνίγομαι απ’ την ηδονή του ακατάληπτου, να συνεπαίρνομαι απόλυτα από τον κύριο Schwitters. Να ζω σε ένα ασταμάτητο μεθύσι αυτοματισμών, πιθανοτήτων κίνησης, συνδυασμών και αυθόρμητων δημιουργιών μαθηματικών σχεδιασμών και εκφράσεων. Όμως αυτό που με δυσκολεύει πιο πολύ κι από τις δύο καταστάσεις είναι η εναλλαγή τους και η κατανόηση του προβλήματος. Ίσως να φταίει που κι ο ντανταϊστής Kurt στην προσπάθειά του να σοκάρει την κοινωνία της εποχής χρησιμοποίησε πολύ τη λογική για να δημιουργήσει το παράλογο του, ίσως να φταίνε οι κοινωνικές νευρώσεις, ίσως…
Έρχονται, φεύγω