---Κατεβάστε το ποίημα από εδώ. Είναι αναρτημένο με σύνδεσμο γιατί συγκεκριμένη μορφοποίηση στο μπλογκ δε μπορώ να πετύχω.---
.......
19/2/10
11/2/10
Αφορισμοί
Όταν το άλλο πρωί ξυπνάς μετά από πολύνεκρο αφιέρωμα στο Στελάρα και το πρώτο που κάνεις είναι να ψάχνεις στον Παγκόσμιο Ιστό τα «Παράνομα φιλιά», καταλαβαίνεις οτι μάλλον κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή σου.
*****
Όταν σε μια πόλη συναντάς δυο φορές σε μια ώρα ένα άγνωστο πρόσωπο στο δρόμο σκέφτεσαι πως η πόλη αυτή έχει πιθανώς κάτι να σου μάθει.
*****
(με τον τρόπο του χ.ζ.)
Όπου και να ταξιδέψω ο μαλακισμένος άνθρωπος με πληγώνει.
*****
Millenium - 2009: ποτέ ο ύπνος δεν ήταν πιο δύσκολος.
*****
Πρωινό κάποιου μήνα, κάποιου έτους, σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη:
«βγάλε λίγο ήλιο γαμώ το σπίτι σου...»
*****
.......
*****
Όταν σε μια πόλη συναντάς δυο φορές σε μια ώρα ένα άγνωστο πρόσωπο στο δρόμο σκέφτεσαι πως η πόλη αυτή έχει πιθανώς κάτι να σου μάθει.
*****
(με τον τρόπο του χ.ζ.)
Όπου και να ταξιδέψω ο μαλακισμένος άνθρωπος με πληγώνει.
*****
Millenium - 2009: ποτέ ο ύπνος δεν ήταν πιο δύσκολος.
*****
Πρωινό κάποιου μήνα, κάποιου έτους, σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη:
«βγάλε λίγο ήλιο γαμώ το σπίτι σου...»
*****
.......
2/2/10
0
βαρα
μπασταρδε
βαρα γερα
να κοψει
να σκισει
στα δυο
να τελειωσω
χαμηλα
σε κοιταει
σε τρυπαει μαυρο ματι
ριξε τωρα
που ειναι
αλλα αν
αλλα αν δεν
διστασες
τοτε αργα
τοτε σηκωνομαι
γελια με σαλια πανω σου
δες το ματι μου καρφι στο μυαλο σου
σε τρυπησε βγηκε απο την αλλη
κοιταει στο μηδεν
καταλαβες
μηδεν κι ειμαι
στη ριχνω φιλε
φατην
ετσι ειναι η ζωη
γλιστρας
μηδεν εσυ
μηδεν εγω
καταλαβες
μηδεν φιλε
η αφαιρεση
μοναχα
αργει
φιλε
.......
μπασταρδε
βαρα γερα
να κοψει
να σκισει
στα δυο
να τελειωσω
χαμηλα
σε κοιταει
σε τρυπαει μαυρο ματι
ριξε τωρα
που ειναι
αλλα αν
αλλα αν δεν
διστασες
τοτε αργα
τοτε σηκωνομαι
γελια με σαλια πανω σου
δες το ματι μου καρφι στο μυαλο σου
σε τρυπησε βγηκε απο την αλλη
κοιταει στο μηδεν
καταλαβες
μηδεν κι ειμαι
στη ριχνω φιλε
φατην
ετσι ειναι η ζωη
γλιστρας
μηδεν εσυ
μηδεν εγω
καταλαβες
μηδεν φιλε
η αφαιρεση
μοναχα
αργει
φιλε
.......
24/1/10
ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
Σ’ ένα θεό ετάχτηκα θυσία να του κάνω
Αργά αργά ξεκίνησα και μ’ έπιασε η νύχτα
Στο δρόμο όπου βρέθηκα μόνος να περπατήσω
Δεν έτυχε ποτέ ξανά μονάχος να περάσω
Κι έχει και κρύο κι ο αχός θολός θολός μου βγαίνει
Καχύποπτο το βήμα μου εχθροί είναι τριγύρω
Τρείς ύαινες μ’ ακολουθούν τα χνώτα μου μυρίζουν
Βαδίζω αδιάφορα τα μάτια τρεμοπαίζουν
Αριστερά και δεξιά
Δίχως του κεφαλιού να φαίνεται μια κίνηση
Αθόρυβα οι ύαινες κοντά μου πλησιάζουν
Στρέφομαι προς το μέρος τους για λίγο πίσω κάνουν
Ορμώ ορμώ και χύνομαι, την πρώτη αγκαλιάζω
Τα δόντια μου στη σάρκα της βαθιά μέσα βουλιάζω
Κρατώντας τα δυο πόδια της που παν να ξεγλιστρήσουν
Μα η ψυχή σιγά σιγά το μονοπάτι βρίσκει
Και βγαίνει από του θεριού, τη σάρκα μες στο αίμα
Τότε τα δύο πόδια της άλλο δεν την κρατούνε
Και το κορμί με θόρυβο πάνω στο χώμα πέφτει
Το τελευταίο βογγητό επιθανάτιος ρόγχος
Υπόκωφος
Σηκώνομαι, το χέρι μου αμέσως κοκκινίζει
Καθώς από τα χείλη μου θεριού ξερνώ το αίμα
Το φτύνω μες στη χούφτα μου κι όλο το πασαλείφω
Στο πρόσωπο και στα μαλλιά και στ’ ακροδάκτυλά μου
Κλείνω τα μάτια κι ήσυχα την προσευχή μου κάνω
Σ’ ένα θεό, φονιά θεό, που μ’ έχει τιμωρό του
Το χέρι μου είναι χέρι του το μίσος ειν’ δικό του
Ακούραστα την κυνηγώ τη δεύτερη στο δάσος
Πριν να βραδιάσει ήτανε η μισή μες στην κοιλιά μου
Και ύστερα ξαπόστασα κι έπιασα το τραγούδι
Καθώς πάνω μου μπλέχτηκε από ζώα δυο το αίμα
Κι από την ώρα την πολλή άρχισε να ξεραίνει
Στο δέρμα μου το πιο πολύ στο πρόσωπό μου απάνω
Εκεί τα μάτια έκλεισα ο ύπνος να με πάρει
Την άλλη μέρα το πρωί κινώ να βρω την τρίτη
Η μέρα ήταν πιο ζεστή μα οι φυλλωσιές των δέντρων
Εκάνανε το βήμα μου πιο εύκολο να γίνει
Βρίσκω την τρίτη ατάραχη στα μάτια με κοιτάει
Σε μια κουφάλα κάθεται κι αρχίζει και μιλεί μου
Τα λόγια καταλάβαινα τα λόγια της μου λέγαν
«Μάθε ποιος είσαι κι ύστερα διάλεξε τους εχθρούς σου»
Το βλέμμα μου επιθετικό τα χείλη μου σφιγμένα
Εκείνη ήταν ακίνητη ψυχρή και ξαπλωμένη
Τα μάτια της τα μάτια μου φαίνετ’ αναζητούσαν
Μα ούτε στιγμή δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου
Τα λόγια αυτά που άκουσα τι άραγε σημαίναν
Κι ακόμα πώς το μπόρεσα λόγια να καταλάβω
Ύαινας λόγια που θεριά δεν τα καταλαβαίνουν
Απάνω της εχίμηξα
Με τα δικά μου κοφτερά τα δόντια και τα νύχια
Την έσφαξα τα μούτρα μου έχωσα στην κοιλιά της
Εκεί λοιπόν που τ’ άψυχο το σώμα της κειτούσε
Πρώτη φορά το πρόσεξα τα νύχια της πως μοιάζουν
Τα νύχια της τα χρώματα με τα δικά μου μοιάζουν
Κι έτρεξα λίγο παρεκεί που ήταν ένα ρυάκι
Να δω ήθελα αν το πρόσωπο που ολ’ αυτά σας λέει
Αν ύαινας είναι πρόσωπο
Το ρυάκι όμως ήτανε καιρό πια στερεμένο
Γιατί μήνες δεν έβρεξε στο ξεχασμένο δάσος
Με προσευχές προς τους θεούς που λίγοι τις γνωρίζουν
Να ξεδιψάσουν τα θεριά, ζητούσα, απ’ το ρυάκι
Τρείς μέρες προσευχόμουνα την τέταρτη το χάραμα
Ακούστηκε ένας θόρυβος μ’ όρμητικό να μοιάζει
Νερό που με ταχύτητα τ’ αυλάκι κατεβαίνει
Νερό πολύ, ξεχείλισε το δάσος να το πνίξει
Λίγο σαν ήρθε στην αρχή πρόλαβα να κοιτάξω
Πριν έρθει το ορμητικό νερό για να με πνίξει
Θυσία να γίνω σε θεό φονιά και ξεχασμένο
Κι είδα πως ήμουν ύαινα όμοια με τις άλλες
Τότε μόνο κατάλαβα τα λόγια τι σημαίναν
.......
Αργά αργά ξεκίνησα και μ’ έπιασε η νύχτα
Στο δρόμο όπου βρέθηκα μόνος να περπατήσω
Δεν έτυχε ποτέ ξανά μονάχος να περάσω
Κι έχει και κρύο κι ο αχός θολός θολός μου βγαίνει
Καχύποπτο το βήμα μου εχθροί είναι τριγύρω
Τρείς ύαινες μ’ ακολουθούν τα χνώτα μου μυρίζουν
Βαδίζω αδιάφορα τα μάτια τρεμοπαίζουν
Αριστερά και δεξιά
Δίχως του κεφαλιού να φαίνεται μια κίνηση
Αθόρυβα οι ύαινες κοντά μου πλησιάζουν
Στρέφομαι προς το μέρος τους για λίγο πίσω κάνουν
Ορμώ ορμώ και χύνομαι, την πρώτη αγκαλιάζω
Τα δόντια μου στη σάρκα της βαθιά μέσα βουλιάζω
Κρατώντας τα δυο πόδια της που παν να ξεγλιστρήσουν
Μα η ψυχή σιγά σιγά το μονοπάτι βρίσκει
Και βγαίνει από του θεριού, τη σάρκα μες στο αίμα
Τότε τα δύο πόδια της άλλο δεν την κρατούνε
Και το κορμί με θόρυβο πάνω στο χώμα πέφτει
Το τελευταίο βογγητό επιθανάτιος ρόγχος
Υπόκωφος
Σηκώνομαι, το χέρι μου αμέσως κοκκινίζει
Καθώς από τα χείλη μου θεριού ξερνώ το αίμα
Το φτύνω μες στη χούφτα μου κι όλο το πασαλείφω
Στο πρόσωπο και στα μαλλιά και στ’ ακροδάκτυλά μου
Κλείνω τα μάτια κι ήσυχα την προσευχή μου κάνω
Σ’ ένα θεό, φονιά θεό, που μ’ έχει τιμωρό του
Το χέρι μου είναι χέρι του το μίσος ειν’ δικό του
Ακούραστα την κυνηγώ τη δεύτερη στο δάσος
Πριν να βραδιάσει ήτανε η μισή μες στην κοιλιά μου
Και ύστερα ξαπόστασα κι έπιασα το τραγούδι
Καθώς πάνω μου μπλέχτηκε από ζώα δυο το αίμα
Κι από την ώρα την πολλή άρχισε να ξεραίνει
Στο δέρμα μου το πιο πολύ στο πρόσωπό μου απάνω
Εκεί τα μάτια έκλεισα ο ύπνος να με πάρει
Την άλλη μέρα το πρωί κινώ να βρω την τρίτη
Η μέρα ήταν πιο ζεστή μα οι φυλλωσιές των δέντρων
Εκάνανε το βήμα μου πιο εύκολο να γίνει
Βρίσκω την τρίτη ατάραχη στα μάτια με κοιτάει
Σε μια κουφάλα κάθεται κι αρχίζει και μιλεί μου
Τα λόγια καταλάβαινα τα λόγια της μου λέγαν
«Μάθε ποιος είσαι κι ύστερα διάλεξε τους εχθρούς σου»
Το βλέμμα μου επιθετικό τα χείλη μου σφιγμένα
Εκείνη ήταν ακίνητη ψυχρή και ξαπλωμένη
Τα μάτια της τα μάτια μου φαίνετ’ αναζητούσαν
Μα ούτε στιγμή δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου
Τα λόγια αυτά που άκουσα τι άραγε σημαίναν
Κι ακόμα πώς το μπόρεσα λόγια να καταλάβω
Ύαινας λόγια που θεριά δεν τα καταλαβαίνουν
Απάνω της εχίμηξα
Με τα δικά μου κοφτερά τα δόντια και τα νύχια
Την έσφαξα τα μούτρα μου έχωσα στην κοιλιά της
Εκεί λοιπόν που τ’ άψυχο το σώμα της κειτούσε
Πρώτη φορά το πρόσεξα τα νύχια της πως μοιάζουν
Τα νύχια της τα χρώματα με τα δικά μου μοιάζουν
Κι έτρεξα λίγο παρεκεί που ήταν ένα ρυάκι
Να δω ήθελα αν το πρόσωπο που ολ’ αυτά σας λέει
Αν ύαινας είναι πρόσωπο
Το ρυάκι όμως ήτανε καιρό πια στερεμένο
Γιατί μήνες δεν έβρεξε στο ξεχασμένο δάσος
Με προσευχές προς τους θεούς που λίγοι τις γνωρίζουν
Να ξεδιψάσουν τα θεριά, ζητούσα, απ’ το ρυάκι
Τρείς μέρες προσευχόμουνα την τέταρτη το χάραμα
Ακούστηκε ένας θόρυβος μ’ όρμητικό να μοιάζει
Νερό που με ταχύτητα τ’ αυλάκι κατεβαίνει
Νερό πολύ, ξεχείλισε το δάσος να το πνίξει
Λίγο σαν ήρθε στην αρχή πρόλαβα να κοιτάξω
Πριν έρθει το ορμητικό νερό για να με πνίξει
Θυσία να γίνω σε θεό φονιά και ξεχασμένο
Κι είδα πως ήμουν ύαινα όμοια με τις άλλες
Τότε μόνο κατάλαβα τα λόγια τι σημαίναν
.......
21/1/10
Από την Αθήνα θα παν στο Βερολίνο.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Άμστερνταμ.
Από Ξάνθη, Δράμα, Αλεξανδρούπολη θα πάνε Θεσσαλονίκη.
Από το Βόλο θα παν στην Αθήνα.
Από το Καστέλι στα Χανιά.
Από τη Ζίτσα στα Γιάννενα.
Απ΄ το Χλωμό στην Κέρκυρα.
Απ΄το Παρθένι στην Τρίπολη.
Και οι ραχούλες μοναχές κι οι κρυοβρύσες μόνες
.......
Από τη Θεσσαλονίκη στο Άμστερνταμ.
Από Ξάνθη, Δράμα, Αλεξανδρούπολη θα πάνε Θεσσαλονίκη.
Από το Βόλο θα παν στην Αθήνα.
Από το Καστέλι στα Χανιά.
Από τη Ζίτσα στα Γιάννενα.
Απ΄ το Χλωμό στην Κέρκυρα.
Απ΄το Παρθένι στην Τρίπολη.
Και οι ραχούλες μοναχές κι οι κρυοβρύσες μόνες
.......
13/1/10
ΘΡΑΥΣΜΑ #1: [αιολική ενέργεια + άνθρωποι]
Στο βουνό
δήμαρχος από τ
ωριά, Μεσαύλια
θα καταστρέψουν
ως δασικ
που τους θεσπίζουν.
- δικές σας δράσεις;
έψει την Εταιρεία!
άνθρωποι μεγάλης ηλικ
φερα και γλίτωσα...
ορεινών όγκων,
ξέλεγκτα δρομους.
γιγάντια δέντ
για νότια
σιωπηλά τόσα χρόνια...
Στα χέρια μας έν
εριοχή ενώ ή και στη δύναμη
με τα μάτια μας!
«ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΖΩ ΚΑΙ ΔΕ ΣΑΣ
...Οι θεωρούν κ
κάθε άλλο παρθέν
γχουν την παραγωγή.
είχαν τοσ χωρίς
νομαρχία και να κλείσουν γι αυτ
ούς παράδες...
στη μεγαλύτερη πόλη τ
νεται το νερό, αύριο δεν θ
- ΜΑΚΑΡΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡ
(Το υλικό για το «θραύσμα #1» αντλήθηκε από εφημερίδα)
27/12/09
Από την Τορπίλα με αγάπη κι ευκές
Βγάλαμε βιβλιαράκι με τα κείμενά μας στολισμένο και με σκιτσάκια δικά μας. Από τις εκδόσεις Φωτοκόπια, που τις έχουμε και τις διαχειριζόμαστε εμείς. Μπορείτε να το προμηθευτείτε αν στείλετε στοιχεία διεύθυνσης στο tibanator@hotmail.com ή μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.
Κι αυτό επειδή εμείς στην Τορπίλα πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός δε σταματάει όταν κοπεί το Ίντερνετ (άλλωστε πρώτα ήρθαν οι εκδόσεις Φωτοκόπια και μετά το ιστολόγιο). Γιαυτό προτείνουμε να το κατεβάσετε και να το εκτυπώσετε να το έχετε και μελλοντικώς. Η τελευταία σελίδα του έτσι κι αλλιώς, θα σας πείσει.
Ως τώρα από τις εκδόσεις Φωτοκόπια έχουμε βγάλει άλλα δυο βιβλιαράκια, που μπορείτε να τα προμηθευτείτε κι αυτά ταχυδρομικά. Ψηφιακά τα δυο τελευταία, δεν υπάρχουν.
Καλή χρονιά λοιπόν και χρόνια πολλά όπως λένε...
χ.ζ. - c.c.
ΥΓ: Γράφτε σχόλια αν δε δουλεύει καλά το λινκ να ξέρουμε.
.......
Κι αυτό επειδή εμείς στην Τορπίλα πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός δε σταματάει όταν κοπεί το Ίντερνετ (άλλωστε πρώτα ήρθαν οι εκδόσεις Φωτοκόπια και μετά το ιστολόγιο). Γιαυτό προτείνουμε να το κατεβάσετε και να το εκτυπώσετε να το έχετε και μελλοντικώς. Η τελευταία σελίδα του έτσι κι αλλιώς, θα σας πείσει.
Ως τώρα από τις εκδόσεις Φωτοκόπια έχουμε βγάλει άλλα δυο βιβλιαράκια, που μπορείτε να τα προμηθευτείτε κι αυτά ταχυδρομικά. Ψηφιακά τα δυο τελευταία, δεν υπάρχουν.
Καλή χρονιά λοιπόν και χρόνια πολλά όπως λένε...
χ.ζ. - c.c.
ΥΓ: Γράφτε σχόλια αν δε δουλεύει καλά το λινκ να ξέρουμε.
17/12/09
Σαν σε όνειρο
Σαν σε όνειρο
τη φιλούσα
σαν σε όνειρο
χάιδευα το πρόσωπο
έλεγα λόγια
δάγκωνα τα χείλη
αυτή γέλαγε
μ΄άφηνε
φυσούσε πνοή ζεστή
οσμή βαθιά
μα γλιστρούσε
κι έφευγε
εγώ
έσφιγγα το στήθος
άγγιζα τον ώμο
κάποτε
κρατιόταν από πάνω μου
να στηριχτεί
-μα έφευγε έφευγε έφευγε
πόναγα απ΄αυτήν
λυπόμουν
την έσφιγγα
σαν σε όνειρο
με τα δυο μου χέρια
την έβλεπα να λάμπει
την έβλεπα να ανατέλλει
ήμουν
ένα μοναχικό
πλάσμα
ένα μικρό φτωχικό σκοτάδι
δίπλα της
ήμουν για λίγο
μέσα της
για λίγο
μέσα σαυτήν
στην καρδιά της.
.......
τη φιλούσα
σαν σε όνειρο
χάιδευα το πρόσωπο
έλεγα λόγια
δάγκωνα τα χείλη
αυτή γέλαγε
μ΄άφηνε
φυσούσε πνοή ζεστή
οσμή βαθιά
μα γλιστρούσε
κι έφευγε
εγώ
έσφιγγα το στήθος
άγγιζα τον ώμο
κάποτε
κρατιόταν από πάνω μου
να στηριχτεί
-μα έφευγε έφευγε έφευγε
πόναγα απ΄αυτήν
λυπόμουν
την έσφιγγα
σαν σε όνειρο
με τα δυο μου χέρια
την έβλεπα να λάμπει
την έβλεπα να ανατέλλει
ήμουν
ένα μοναχικό
πλάσμα
ένα μικρό φτωχικό σκοτάδι
δίπλα της
ήμουν για λίγο
μέσα της
για λίγο
μέσα σαυτήν
στην καρδιά της.
.......
11/12/09
Πλατεία Βενιζέλου
Σε μια μέθη ανάμεσα
τσικουδιά κρασί και κάτι ανεκπλήρωτο για πάντα
προχωράω στο δρομο
σε κοιτάω δυο ώρες
σφίγγω τις γροθιές
όμως δε θα χαλαρώσουν ποτέ
τρέχω γρήγορα γιατί
γύρω φυσάει νοτιάς
πρόβα λέει σε μιάμιση ώρα
(βαριέμαι λίγο)
στην πλατεία διάφοροι
ξένοι
ένας εδώ άλλος εκεί
στην άκρη οι μαύροι μόνοι τους
τους ντρέπομαι
δεν ξέρω τι να κάνω
ένας με βλέπει κατεβάζω το βλέμμα
με τον άλλο χαμογελάμε μαζί
τα δόντια του τεράστια
πεταγμένα
όπως οι άνθρωποι από τα κακοτράχαλα μέρη
τα ορεινά
έφτασε εδώ στη θάλασσα
θα κατεβώ προς την παραλία τώρα, στο ταβερνάκι
με περιμένουνε κάτι κορίτσια
από τη δουλειά
θα φάω απλά και ζεστά
όπως θα ήθελαν δηλαδή αυτοί στην πλατεία
να νιώσω τύψεις άραγε
σκέφτομαι τη μοίρα μου
μια ανατολίτικη σαφώς σκέψη
σκέφτομαι τη μοίρα αυτών
-έλα τώρα σοβαρέψου-
βαδίζω γρήγορα
γιατί ψηλά άρχισε να αστράφτει
δυστυχώς δε μπορώ να κάνω πολλά
αλληλεγγύη
βέβαια, ναι,
αλλά κι η πείνα πείνα
-να δώσεις λεφτά!-
καλά ηλίθιος είσαι;
να μιλήσω σε κάποιον
τουλάχιστον
ευγενικά, όχι σαν την κοπελιά
στην κούριερ:
«ΟΧΙ»
ανάγωγη και αυτόχθονη
δε γύρισε καν να τον κοιτάξει
ντράπηκα σαν
ας πούμε Έλληνας
που μιλάει τη γλώσσα αυτή
μετέφρασα ήρεμα
του είπα
κι έφυγα μετά
με το φουσκωμένο δέμα μου
να το ανοίξω σπίτι
να πάρω τα βιβλία και τα γλυκά
που μουστειλε από το σπίτι
η μάνα μου
γιατί φοβάται πάντοτε
ότι αλήθεια
περνάω πολύ δύσκολα
.......
τσικουδιά κρασί και κάτι ανεκπλήρωτο για πάντα
προχωράω στο δρομο
σε κοιτάω δυο ώρες
σφίγγω τις γροθιές
όμως δε θα χαλαρώσουν ποτέ
τρέχω γρήγορα γιατί
γύρω φυσάει νοτιάς
πρόβα λέει σε μιάμιση ώρα
(βαριέμαι λίγο)
στην πλατεία διάφοροι
ξένοι
ένας εδώ άλλος εκεί
στην άκρη οι μαύροι μόνοι τους
τους ντρέπομαι
δεν ξέρω τι να κάνω
ένας με βλέπει κατεβάζω το βλέμμα
με τον άλλο χαμογελάμε μαζί
τα δόντια του τεράστια
πεταγμένα
όπως οι άνθρωποι από τα κακοτράχαλα μέρη
τα ορεινά
έφτασε εδώ στη θάλασσα
θα κατεβώ προς την παραλία τώρα, στο ταβερνάκι
με περιμένουνε κάτι κορίτσια
από τη δουλειά
θα φάω απλά και ζεστά
όπως θα ήθελαν δηλαδή αυτοί στην πλατεία
να νιώσω τύψεις άραγε
σκέφτομαι τη μοίρα μου
μια ανατολίτικη σαφώς σκέψη
σκέφτομαι τη μοίρα αυτών
-έλα τώρα σοβαρέψου-
βαδίζω γρήγορα
γιατί ψηλά άρχισε να αστράφτει
δυστυχώς δε μπορώ να κάνω πολλά
αλληλεγγύη
βέβαια, ναι,
αλλά κι η πείνα πείνα
-να δώσεις λεφτά!-
καλά ηλίθιος είσαι;
να μιλήσω σε κάποιον
τουλάχιστον
ευγενικά, όχι σαν την κοπελιά
στην κούριερ:
«ΟΧΙ»
ανάγωγη και αυτόχθονη
δε γύρισε καν να τον κοιτάξει
ντράπηκα σαν
ας πούμε Έλληνας
που μιλάει τη γλώσσα αυτή
μετέφρασα ήρεμα
του είπα
κι έφυγα μετά
με το φουσκωμένο δέμα μου
να το ανοίξω σπίτι
να πάρω τα βιβλία και τα γλυκά
που μουστειλε από το σπίτι
η μάνα μου
γιατί φοβάται πάντοτε
ότι αλήθεια
περνάω πολύ δύσκολα
.......
28/11/09
Πάτρα - Κέρκυρα, με το πλοίο (2/8/08)
Όταν το βράδυ ξύπνησα στο κατάστρωμα μετά από δυο ώρες ύπνο, σε είδα να κοιμάσαι ήρεμα στο απέναντι παγκάκι χωμένη σ΄ένα σκούρο μπλε σλίπινγκ μπαγκ. Είχες έντονα βαμμένα μάτια και μπόλικα σκουλαρίκια, ενώ οι βυσσινί σου κάλτσες ξεχώριζαν κρεμασμένες έξω, προς το διάδρομο. Ήρθες και ξάπλωσες δίπλα μου την ώρα που εγώ κοιμόμουν, και για κάποιο λόγο σκέφτηκες πως η άδεια αυτή θέση πλάι μου σου έκανε, ανάμεσα σε πάρα πολλές άλλες. Άνοιξα τα μάτια και είδα κατευθείαν το πρόσωπό σου. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είχες τα χαρακτηριστικά όλα των κοριτσιών που με αγγίζουν αμέσως, οπότε ο νυσταγμένος μου ενθουσιασμός δε θα μπορούσε να μ΄αφήσει έτσι εύκολα αν δεν έκανα κάτι. Πήρα λοιπόν το τετράδιο κι άρχισα να γράφω.
Φορούσες ένα μαύρο μπλουζάκι κι ένα στενό σκούρο παντελόνι και τα μαλλιά σου μπερδεύονταν στο πρόσωπό σου χαρίζοντάς σου μια ομορφιά αθώα κι ανεπιτήδευτη. Είχες βάλει κι εσύ για προσκεφάλι μια τσάντα ακριβώς ίδια με τη δικιά μου, μόνο σε διαφορετικό χρώμα (ξεβαμμένο κόκκινο εγώ, χακί εσύ), παραγεμισμένη όπως κι η δικιά μου με λιγοστά ρούχα, που κοίταζε σαν τη δικιά μου ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση. Είχαμε επίσης το ίδιο ύψος.
Αυτή η σιωπηλή, σχεδόν στρατιωτική μας συμμετρία θα με έκανε αυθόρμητα πριν από 100 χρόνια να σε φωνάξω «συντρόφισσα», με όλη τη ζεστασιά που η λέξη αυτή μπορεί κάποτε να κουβαλούσε και να σε κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια (χε! σου άρεσε μάλλον το τελευταίο γιατί μόλις το έγραψα άλλαξες πλευρό δείχνοντάς μου το λαιμό σου). Σήμερα όμως θα σε αποκαλούσα απλώς με το όνομά σου, προσπαθώντας να μη βάλω στο βλέμμα μου τίποτα από τον ενθουσιασμό που ίσως ένιωθα για να κερδίσω πιο απλά και άμεσα την εμπιστοσύνη σου.
Κρίμα όμως που μια τέτοια στιγμή μεταξύ μας δεν πρόκειται να έρθει ποτέ. Δε μου αρέσει να κάνω πίσω, αλλά να, η μόνιμή μου η συντρόφισσα δε θα χαιρόταν και πολύ για μια τέτοια προοπτική, οπότε λέω τώρα μάλλον να ξανακοιμηθώ -και πού ξέρεις! ίσως σε λίγο να ξυπνήσεις εσύ, και να γράψεις λέει κι εσύ ένα παρόμοιο κείμενο πάνω απ΄ το δικό μου σώμα που θα ανασαίνει ρυθμικά δίπλα σου.
.......
Φορούσες ένα μαύρο μπλουζάκι κι ένα στενό σκούρο παντελόνι και τα μαλλιά σου μπερδεύονταν στο πρόσωπό σου χαρίζοντάς σου μια ομορφιά αθώα κι ανεπιτήδευτη. Είχες βάλει κι εσύ για προσκεφάλι μια τσάντα ακριβώς ίδια με τη δικιά μου, μόνο σε διαφορετικό χρώμα (ξεβαμμένο κόκκινο εγώ, χακί εσύ), παραγεμισμένη όπως κι η δικιά μου με λιγοστά ρούχα, που κοίταζε σαν τη δικιά μου ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση. Είχαμε επίσης το ίδιο ύψος.
Αυτή η σιωπηλή, σχεδόν στρατιωτική μας συμμετρία θα με έκανε αυθόρμητα πριν από 100 χρόνια να σε φωνάξω «συντρόφισσα», με όλη τη ζεστασιά που η λέξη αυτή μπορεί κάποτε να κουβαλούσε και να σε κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια (χε! σου άρεσε μάλλον το τελευταίο γιατί μόλις το έγραψα άλλαξες πλευρό δείχνοντάς μου το λαιμό σου). Σήμερα όμως θα σε αποκαλούσα απλώς με το όνομά σου, προσπαθώντας να μη βάλω στο βλέμμα μου τίποτα από τον ενθουσιασμό που ίσως ένιωθα για να κερδίσω πιο απλά και άμεσα την εμπιστοσύνη σου.
Κρίμα όμως που μια τέτοια στιγμή μεταξύ μας δεν πρόκειται να έρθει ποτέ. Δε μου αρέσει να κάνω πίσω, αλλά να, η μόνιμή μου η συντρόφισσα δε θα χαιρόταν και πολύ για μια τέτοια προοπτική, οπότε λέω τώρα μάλλον να ξανακοιμηθώ -και πού ξέρεις! ίσως σε λίγο να ξυπνήσεις εσύ, και να γράψεις λέει κι εσύ ένα παρόμοιο κείμενο πάνω απ΄ το δικό μου σώμα που θα ανασαίνει ρυθμικά δίπλα σου.
.......
21/11/09
ΓΟΛΓΟΘΑΣ
Η τεράστια χελώνα ανέβαινε τον λόφο με πολύ αργό βηματισμό. Ο λόφος ήταν περίφημος για το χαμηλό, ξερό αλλά και συνάμα επιβλητικό δέντρο που στεκόταν μόνο του στην κορφή. Το δέντρο ήθελε να φτάσει η χελώνα, κάτι που την είχε κάνει να περπατάει ασταμάτητα εδώ και βδομάδες ερχόμενη από τα συμπιεσμένα σύμπαντα και τις διαστρεβλωμένες ημέρες του μακρινού τόπου της. Το βάδισμά της τράνταζε την πλαγιά και ξύπνησε τα δαιμόνια που κοιμόντουσαν για αιώνες μέσα στο χώμα. Αιώνες είχε να πλησιάσει ζωντανό πλάσμα την περιοχή και κάποιοι περιπατητές του Μεσαίωνα όπως ο πατήρ Καντρόλιρχος κι ο Νεφομίρ Εσφάν, από μακριά μόνο, αντίκρυσαν τον λόφο. Δεν τόλμησαν ούτε να προσπαθήσουν να τον διασχίσουν ξέροντας τις ιστορίες για τα δαιμόνια. Μονάχα ο αέρας τον χαϊδεύει κι όταν πλησιάζει την κορφή προσέχει και σβήνει. Κι ο Θεός όταν το βλέμμα του σμίγει της γης, στο σημείο εκείνο χαμηλώνει τα μάθια του από ντροπή για τα έργα του.
Σιγά σιγά η χελώνα έφτασε στη μέση της διαδρομής κι εκεί σταμάτησε λίγο για να ξαποστάσει. Τα δαιμόνια την παρακολουθούσαν ανελλιπώς ανέκφραστα κι ακίνητα. Τίποτα δεν ακουγόταν παρ’ εκτός το λαχάνιασμά της. Σε λίγο σταμάτησε κι αυτό. Από καιρό σε καιρό κοιτούσε το δέντρο και σαν να έπαιρνε κουράγιο συνέχιζε την πορεία της με λιγότερες κάθε φορά δυνάμεις. Η συνεχής εναλλαγή κρύου και ζέστης, προνόμιο κι αυτό του λόφου, εξαθλίωνε τον τεράστιο αυτό περιπατητή. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κατέβει, άλλωστε η κατάβαση είναι πάντα πιο εύκολη. Σε κάποιον ετοιμοθάνατο ήλιο όταν συνάντησα τον Θεό κατατρεγμένος από τα άστρα,μου ψιθύρισε ότι κάποιο έγκλημα είχε κάνει κι ήθελε να αυτοτιμωρηθεί. Γι’ αυτό μάλλον δεν έφευγε σκέφτηκα, στον τελευταίο ρόγχο του νεκρού πια ήλιου. Συνέχισε λοιπόν το βάδισμά της με περισσότερα αυτή τη φορά διαλείμματα. Κοίταξε προς τα κάτω με κάποια περιφρόνηση σαν να είχε φτάσει σε κάποιο ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, ύστερα έσκυψε το βλέμμα της προς τα πόδια της. Πληγωμένα τα βρήκε και ξεθεωμένα κάτι το οποίο μέχρι τώρα δεν το είχε ξανασκεφτεί. Όση ώρα έμεινε ακίνητη τα πλάσματα του λόφου είχαν βγει από τις τρύπες τους κι από μακριά παρακολουθούσαν. Καθόταν και συζητούσαν χλευάζοντάς την κι όταν αυτή προχωρούσε από μακριά, κι αυτά ακολουθούσαν, πολλές φορές χειροκροτώντας ειρωνικά. Αυτή δεν έδινε σημασία σερνόμενη στην κορφή. Ο ήλιος από καυτός που ήταν το ένα δευτερόλεπτο έδινε τη θέση του στο ψύχος που μπορούσε να νεκρώσει τα πάντα. Η λάσπη και η βρώμα όσο πλησίαζε την κορφή γινόταν αφόρητες, κι εγώ γελούσα γιατί τα γουρούνια με δίδαξαν να καθαρίζομαι στις λάσπες.
Η χελώνα έφτασε στην κορφή κι ήθελε τρία βήματα για να φτάσει το δέντρο. Όμως ανήμπορη όπως ήταν έπεσε κάτω χωρίς να μπορέσει να ξαναπερπατήσει. Το κεφάλι της στην αρχή το έτριβε γρήγορα στο χώμα μπας και καταφέρει να ξυπνήσει τα ακίνητά της μέλη. Γρήγορα κι αυτό έμεινε ακίνητο. Ένας κόμπος στον λαιμό, δάκρυα στα μάθια στη θέα του ξερού μα επιβλητικού χαμηλού δέντρου, γέννημα λανθασμένων αστρικών υπολογισμών και μνησικακίας. Τα δαιμόνια στάθηκαν πάνω απ’ το κορμί που θα ικανοποιούσε την πείνα τους, χειροκροτώντας την, ξανά, ειρωνικά.
.......
Σιγά σιγά η χελώνα έφτασε στη μέση της διαδρομής κι εκεί σταμάτησε λίγο για να ξαποστάσει. Τα δαιμόνια την παρακολουθούσαν ανελλιπώς ανέκφραστα κι ακίνητα. Τίποτα δεν ακουγόταν παρ’ εκτός το λαχάνιασμά της. Σε λίγο σταμάτησε κι αυτό. Από καιρό σε καιρό κοιτούσε το δέντρο και σαν να έπαιρνε κουράγιο συνέχιζε την πορεία της με λιγότερες κάθε φορά δυνάμεις. Η συνεχής εναλλαγή κρύου και ζέστης, προνόμιο κι αυτό του λόφου, εξαθλίωνε τον τεράστιο αυτό περιπατητή. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κατέβει, άλλωστε η κατάβαση είναι πάντα πιο εύκολη. Σε κάποιον ετοιμοθάνατο ήλιο όταν συνάντησα τον Θεό κατατρεγμένος από τα άστρα,μου ψιθύρισε ότι κάποιο έγκλημα είχε κάνει κι ήθελε να αυτοτιμωρηθεί. Γι’ αυτό μάλλον δεν έφευγε σκέφτηκα, στον τελευταίο ρόγχο του νεκρού πια ήλιου. Συνέχισε λοιπόν το βάδισμά της με περισσότερα αυτή τη φορά διαλείμματα. Κοίταξε προς τα κάτω με κάποια περιφρόνηση σαν να είχε φτάσει σε κάποιο ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, ύστερα έσκυψε το βλέμμα της προς τα πόδια της. Πληγωμένα τα βρήκε και ξεθεωμένα κάτι το οποίο μέχρι τώρα δεν το είχε ξανασκεφτεί. Όση ώρα έμεινε ακίνητη τα πλάσματα του λόφου είχαν βγει από τις τρύπες τους κι από μακριά παρακολουθούσαν. Καθόταν και συζητούσαν χλευάζοντάς την κι όταν αυτή προχωρούσε από μακριά, κι αυτά ακολουθούσαν, πολλές φορές χειροκροτώντας ειρωνικά. Αυτή δεν έδινε σημασία σερνόμενη στην κορφή. Ο ήλιος από καυτός που ήταν το ένα δευτερόλεπτο έδινε τη θέση του στο ψύχος που μπορούσε να νεκρώσει τα πάντα. Η λάσπη και η βρώμα όσο πλησίαζε την κορφή γινόταν αφόρητες, κι εγώ γελούσα γιατί τα γουρούνια με δίδαξαν να καθαρίζομαι στις λάσπες.
Η χελώνα έφτασε στην κορφή κι ήθελε τρία βήματα για να φτάσει το δέντρο. Όμως ανήμπορη όπως ήταν έπεσε κάτω χωρίς να μπορέσει να ξαναπερπατήσει. Το κεφάλι της στην αρχή το έτριβε γρήγορα στο χώμα μπας και καταφέρει να ξυπνήσει τα ακίνητά της μέλη. Γρήγορα κι αυτό έμεινε ακίνητο. Ένας κόμπος στον λαιμό, δάκρυα στα μάθια στη θέα του ξερού μα επιβλητικού χαμηλού δέντρου, γέννημα λανθασμένων αστρικών υπολογισμών και μνησικακίας. Τα δαιμόνια στάθηκαν πάνω απ’ το κορμί που θα ικανοποιούσε την πείνα τους, χειροκροτώντας την, ξανά, ειρωνικά.
.......
19/11/09
Κάποτε στη Γη
Και ξαφνικά,
σαν ανέκφραστος οπλισμένος άγγελος απ΄το μέλλον
έφτασε στη Γη
η Εποχή της Πληροφορίας.
.......
σαν ανέκφραστος οπλισμένος άγγελος απ΄το μέλλον
έφτασε στη Γη
η Εποχή της Πληροφορίας.
.......
8/11/09
Εις Επαρχία
Aνηφορικός δρόμος
εις επαρχία.
Σπίτια κολλητά - διαστάσεις των ίσες -
πατζούρια καλουπωμένα.
Εις καθένα το χρώμα καφέ δεσπόζει ίσως κίτρινο
αυτό της ώχρας ή το χρώμα εδάφους εκείνου.
Λεν σε κάποιο ή σε μερικά κατοικούσαν αγνώστοι
μυστήριοι εργένηδες ιατροί ή άλλοι χρόνια διάφορα
χωρίς μη ένα επισκέπτην
- καιροί παρελθόντες. Μετά ανεχώρησαν -
πήραν ελάχιστα - δε θυμάμαι προς πούθε
μπορεί να τραβήξαν.
Εις προαύλια -αν δύνανται τέτοια- αγκάθια δεσπόζουν
πλατύ το σκαλί
περβάζι με άχυρα η πλάκα αποπάνω - ώρα να μπαίνουμε.
Σανίδες με μούχλα - διάδρομοι σκιεροί -
βελόνες μαγνητισμένες σκουριασμένα εξαρτήματα.
Βαλίτσα στο πάτωμα λιγοστά ποτήρια να μας σκοπεύουν,
οι ένοικοι ζούσαν λατρεύοντας ρέμβη ποθώντας ίσως τη μέθη.
Μετά έφυγαν -η ζωή των θα ήτο άλλη.
Μετά εταξίδεψαν -άνευ ανθρώπων, μα και σιμά τους.
Εις ύψος τρανόν όρος τέλεια δένει με τας ερήμους οικίας.
Οι οροφές των από εδώ φαντάζουνε κήποι φαντάζουν τοπία
αλλόκοτης φύσης - μα ώστε έτσι να είναι;
Ο ουρανός τριανταφυλλής με νέφη χορού το ζεστό
ετούτο απόγευμα
οι μύγες πετούν τα σπουργίτια γυρίζουν
οι σαύρες αργήσανε
και ο Χρόνος, ο Ίδιος,
εργάζεται εμπρός μας
για όλους
και για τον καθένα μας.
.......
εις επαρχία.
Σπίτια κολλητά - διαστάσεις των ίσες -
πατζούρια καλουπωμένα.
Εις καθένα το χρώμα καφέ δεσπόζει ίσως κίτρινο
αυτό της ώχρας ή το χρώμα εδάφους εκείνου.
Λεν σε κάποιο ή σε μερικά κατοικούσαν αγνώστοι
μυστήριοι εργένηδες ιατροί ή άλλοι χρόνια διάφορα
χωρίς μη ένα επισκέπτην
- καιροί παρελθόντες. Μετά ανεχώρησαν -
πήραν ελάχιστα - δε θυμάμαι προς πούθε
μπορεί να τραβήξαν.
Εις προαύλια -αν δύνανται τέτοια- αγκάθια δεσπόζουν
πλατύ το σκαλί
περβάζι με άχυρα η πλάκα αποπάνω - ώρα να μπαίνουμε.
Σανίδες με μούχλα - διάδρομοι σκιεροί -
βελόνες μαγνητισμένες σκουριασμένα εξαρτήματα.
Βαλίτσα στο πάτωμα λιγοστά ποτήρια να μας σκοπεύουν,
οι ένοικοι ζούσαν λατρεύοντας ρέμβη ποθώντας ίσως τη μέθη.
Μετά έφυγαν -η ζωή των θα ήτο άλλη.
Μετά εταξίδεψαν -άνευ ανθρώπων, μα και σιμά τους.
Εις ύψος τρανόν όρος τέλεια δένει με τας ερήμους οικίας.
Οι οροφές των από εδώ φαντάζουνε κήποι φαντάζουν τοπία
αλλόκοτης φύσης - μα ώστε έτσι να είναι;
Ο ουρανός τριανταφυλλής με νέφη χορού το ζεστό
ετούτο απόγευμα
οι μύγες πετούν τα σπουργίτια γυρίζουν
οι σαύρες αργήσανε
και ο Χρόνος, ο Ίδιος,
εργάζεται εμπρός μας
για όλους
και για τον καθένα μας.
.......
30/10/09
Το μήνυμα δεν εστάλη
Είμαι στον καναπέ
εδώ και μιάμιση ώρα
έξω αρμενίζουν συννεφάκια
έχω να σου στείλω μήνυμα
από χτες
το πρωί
θα γκρινιάζεις πάλι
αργώ βλέπεις να κλείσω και τα εισιτήρια
για Χριστούγεννα
όμως βαριέμαι πολύ τα ψαξίματα
στις αεροπορικές, τι να κάνω
οπότε φυσικά δικαιολογείσαι
όχι μόνο να γκρινιάξεις
αλλά να μου κλείσεις
ακόμα
και το τηλέφωνο.
.......
εδώ και μιάμιση ώρα
έξω αρμενίζουν συννεφάκια
έχω να σου στείλω μήνυμα
από χτες
το πρωί
θα γκρινιάζεις πάλι
αργώ βλέπεις να κλείσω και τα εισιτήρια
για Χριστούγεννα
όμως βαριέμαι πολύ τα ψαξίματα
στις αεροπορικές, τι να κάνω
οπότε φυσικά δικαιολογείσαι
όχι μόνο να γκρινιάξεις
αλλά να μου κλείσεις
ακόμα
και το τηλέφωνο.
.......
24/10/09
Γάζα
Επικεφαλής της μονάδας εγκαυμάτων του νοσοκομείου
Αλ Σίφα στη Γάζα, τόνισε ότι, αν και δεν έχει εξοικείωση
με το φώσφορο, πολλοί από τους τραυματίες φέρουν
«παράξενα εγκαύματα. Είναι πολύ βαθιά και δεν μοιάζουν
με εγκαύματα που έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε».
Ένας ψεύτικος ήλιος λάμπει σήμερα
ψηλά στον ουρανό.
Τα κομμάτια του πέφτουν
μπαίνουν κάτω από το χώμα και καίνε.
Οι σάρκες των ανθρώπων δεν είναι χώμα,
μαζί καίγονται.
Ένας εχθρικός παλλόμενος ήλιος λάμπει σήμερα
ψηλά πάνω στον ουρανό.
Καίει τα μαλλιά, τα μάτια και το δέρμα.
Φτιάχνει στάχτες.
Ετοιμάζομαι τώρα κι εγώ (όπως κι άλλοι)
για την ευθεία που κόβεται στα δυο
χωρίζεται με το ψαλίδι.
Ανεβαίνω στη διπλανή συνοικία
με τις άδειες γκρεμισμένες οικοδομές.
Βρίσκω το μονοπάτι μου - στο χέρι μου κοιμάται
μια παγωμένη πικρή ανατολή.
Βλέπω στο βάθος την καινούρια μέρα
που δε θα ΄ρθει, δεν ήρθε ποτέ.
Εντοπίζω από ψηλά δυο μαύρες κουκκίδες
να ψάχνουν τα σπίτια -
έχουν ασύρματο -
χαράζει.
Θα ξημερώσει γι΄ αυτούς
θα σκοτεινιάσει για μένα.
17/10/09
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Επιτρέψτε σήμερα να ξεφύγω από τις καθιερωμένες ιστορίες και τα χαϊκού και να γράψω την άποψή μου γι' αυτό το θέμα που παρουσιάζεται στον τίτλο. Γιατί άραγε η χώρα αυτή έχει παράδοση στους ποιητές;
Γιατί όχι τόσο στους λογοτέχνες και στους επιστήμονες; γιατί όχι τέτοια παράδοση στη ζωγραφική και στην γλυπτική; στα δοκίμια, στη φιλοσοφία (αναφέρομαι στους νεοέλληνες) και στον κινηματογράφο; γιατί δεν έχουμε βαριά βιομηχανία, καλό εκπαιδευτικό σύστημα, καλό ποδόσφαιρο, κράτος πρόνοιας; γιατί προσπαθούμε πάντα με κουτοπονηριά και λαμογιές να τη βγάλουμε καθαρή χωρίς να ιδρώσουμε καθόλου; γιατί όποιος είναι λίγο διαφορετικός και θέλει να κάνει σοβαρή δουλειά οι άλλοι τον σαμποτάρουν και για να βρεί την υγειά του αναγκάζεται να βγεί στο εξωτερικό; γιατί παρ' όλο που συμβαίνει αυτό έχουμε γεμίσει ψωνάρες που το μόνο στο οποίο βρίσκουν αξία είναι οι δημόσιες σχέσεις και τα κονέ; γιατί (ξαναγυρνώ στον τίτλο) οι μόνοι που τη γλυτώνουν είναι οι ποιητές;
Γιατί στην Ελλάδα έχει ΖΕΣΤΗ (ναι αυτό που ακούτε)
Η απάντηση ίσως σε σας να φαίνεται γελοία αλλά αφήστε με να σας εξηγήσω.
Το να θές να γράψεις ένα λογοτεχνικό έργο θέλει μεγάλη υπευθυνότητα και σοβαρή δουλειά για να κρατήσεις το νόημα του κειμένου συμπαγές, χωρίς κοιλιές και ακούσιες αλλαγές στην πορεία της ιστορίας. Οι χαρακτήρες πρέπει να παρουσιάζουν μια σταθερή προσωπικότητα όλες τις στιγμές που παρουσιάζονται στο έργο. Χρειάζεται στην αρχή ένα καλό σχεδιάγραμμα για να έχεις γερές βάσεις για την δομή του έργου που σημαίνει ότι δεν ακολουθάς τα δικά σου καθημερινά κέφια.
Αυτά που προανέφερα για την λογοτεχνία ισχύουν με αναγωγές και στις άλλες μορφές τέχνης. Δηλ. π.χ. Ο πιανίστας που μελετά ένα έργο απαιτητικό ή ο συνθέτης που θέλει να φτιάξει μια πρωτότυπη μουσική, δεν έχουν την πολυτέλεια να αφήσουνε για μεγάλο διάστημα την εργασία τους γιατί απλά “δεν αισθάνομαι καλά σήμερα μωρέ” και μετά να πλακώνονται στους φραπέδες.
Ο γλύπτης για την επαφή του με το έργο του παρατηρεί και διορθώνει συνεχώς τη μορφή και τις λεπτομέρειες της κατασκευής του. Ο φιλόσοφος πρέπει πρώτα να διαβάσει πολύ για να έχει σιγουριά για το περιεχόμενο αυτού που έχει να προτείνει, για το αν δηλ. είναι πρωτότυπο ή αν βοηθάει στην εμβάθυνση ή εκλαϊκεύση κάποιας έννοιας και δεν έχει ξαναειπωθεί.
Ποιός είναι ο μόνος που μπορεί να τελειώσει το έργο του σε μια ώρα; (άντε αν έχει οίστρο μπορεί να του φάει δύο μέρες σε χαλαρή κατάσταση). Μόνον ο ποιητής. Και ειδικά στην Ελλάδα βολεύει η ποίηση λόγω ζέστης.
ΕΙΔΗ ΠΟΙΗΤΩΝ
1) Ο Χαλαρός
Καλοκαίρι. Είσαι σε κάποιο νησί και αερίζεσαι δυο μήνες γιατί καταπιέστηκες στο σπίτι σου λες και δούλευες σε οικοδομή. Δεν έχεις τι να κάνεις αφού από το πολύ ξύσιμο έχουνε ματώσει και πιάνεις ένα απλό φύλλο χαρτί Α4 να γράψεις ένα ποίημα (και καλά). Γράφεις μια λέξη στην πρώτη γραμμή και μετά πας από κάτω (εσύ το πληρώνεις το χαρτί; ο Αμαζόνιος την πληρώνει που έχει ξεπατωθεί για σένα.) Χωρίς άγχος. Γράφεις μια λέξη στη δεύτερη γραμμή και ξαναπάς από κάτω κι αν σκεφτείς ότι το ηλεκτρονικό Α4 έχει 24 γραμμές άρα με 24 λέξεις έχεις το ποιηματάκι σου.
Μετά πας στο καφενείο στρίβεις το τσιγάρο σου (μιας κι έχεις ελεύθερο χρονο να σκεφτείς και τα κοάλα στην Αυστραλία) και ρουφάς τον καφέ σου κανα τρίωρο μέχρι να κολλήσει το καλαμάκι στο ποτήρι. Άνετος. Αν ξέρεις και κιθάρα τραβάς δυο συγχορδίες λές κι ένα τραγούδι βγάζεις και γκόμενα (όχι σαν τους άλλους τους αγροίκους που για να ρίξουνε γυναίκα βάζουνε τα σκυλάδικα στο τέρμα). Μετά την επόμενη μέρα κάτω από κανα δέντρο με κιθάρες μπάφους και ένα Α4 γράφεις κι άλλο ποίημα άμα λάχει. Γιατί να κουραστείς με τόση ζέστη;
2) Ο Κουλτουριάρης
Αν δεν είσαι αυτού του στυλ και μένεις Αθήνα Αύγουστο μήνα αλλά από την άλλη δεν την “παλεύεις”, τί πιο εύκολο από την ποίηση. Ασχολείσαι και με κάτι δημιουργικό. Περνά η ώρα βρε παιδάκι μου. Δεν καταλαβαίνεις τι γράφεις και ξέρεις ότι όσο περισσότερο δεν καταλαβαίνεις τόσο πιο κοντά στον στόχο είσαι. Γράφεις το μισό ποίημα κι ύστερα πας σε καμιά παρουσίαση βιβλίου για να βρεθείς με ομοίους σου. Το βραδάκι που έχει λιγότερη ζέστη γράφεις το υπόλοιπο μισό και ξεκινάς και δεύτερο (σαν ένα φίλο που μπορούσε να γράψει δυο όπερες κι ένα διπλό κοντσέρτο μέσα σ' ένα πρωϊνό) το οποίο το τελειώνεις όταν σου ξανάρθει η όρεξη.
3) Ο Δημοσιοσχεσίτης κι ο χάι κλάς κόσμος
Αν έχεις σχέση με τον καλό κόσμο τότε το 'βγαλες το ψωμάκι σου. Θα πουλιέσαι αφειδώς αφού η καλή κοινωνία προτιμά στα ράφια της να έχει ποιητές από λογοτέχνες για να αποφεύγει ενοχλητικές ερωτήσεις του τύπου “με τι θέμα πραγματεύεται αυτό το βιβλίο;” αν είναι δοκίμιο θ' αναγκαστείς ν' απαντήσεις ότι π.χ είναι ένα δοκίμιο για το τάδε θέμα. Ενώ αν είναι συλλογή ποιημάτων λες απλά “είναι μια συλλογή ποιημάτων του τάδε”. Και η απάντηση είναι η εξής “Α”. Κανείς δε θα ρωτήσει παραπάνω. Αν είναι δε κανείς που τον ξέρει, τον αφήνεις να μιλήσει μόνος του για τον ποιητή και προσπαθείς να κρατήσεις κάποιες πληροφορίες για να τις επαναλαμβάνεις.
4) Στιχουργοί
Πολλοί στιχουργοί τραγουδιών ως πονηροί δημοσιοσχεσίτες και αυτόκλητοι θεματοφύλακες της ποιότητος χρησιμοποιούνε την ίδια μέθοδο και ψαρώνει ο κόσμος. Στίχοι που σε πιο κρύες περιοχές της υφηλίου ούτε που θα εμφανίζονταν ποτέ, π.χ.
“ψυχή ψαριού
κορμί γατίσιο”
“είναι δειλός του σαββάτου ο πηλός”
Και άλλα εμετικά.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
(μπορεί και όχι)
Υ.Γ Άσχετο:
Είχανε πει κάποτε σ' ένα Νορβηγικό συγκρότημα Black metal μουσικής ότι υπάρχει ανάλογη σκηνή και στην Ελλάδα και η απάντησή τους ήταν η εξής «Μα εκεί έχει ζέστη.»
.......
Γιατί όχι τόσο στους λογοτέχνες και στους επιστήμονες; γιατί όχι τέτοια παράδοση στη ζωγραφική και στην γλυπτική; στα δοκίμια, στη φιλοσοφία (αναφέρομαι στους νεοέλληνες) και στον κινηματογράφο; γιατί δεν έχουμε βαριά βιομηχανία, καλό εκπαιδευτικό σύστημα, καλό ποδόσφαιρο, κράτος πρόνοιας; γιατί προσπαθούμε πάντα με κουτοπονηριά και λαμογιές να τη βγάλουμε καθαρή χωρίς να ιδρώσουμε καθόλου; γιατί όποιος είναι λίγο διαφορετικός και θέλει να κάνει σοβαρή δουλειά οι άλλοι τον σαμποτάρουν και για να βρεί την υγειά του αναγκάζεται να βγεί στο εξωτερικό; γιατί παρ' όλο που συμβαίνει αυτό έχουμε γεμίσει ψωνάρες που το μόνο στο οποίο βρίσκουν αξία είναι οι δημόσιες σχέσεις και τα κονέ; γιατί (ξαναγυρνώ στον τίτλο) οι μόνοι που τη γλυτώνουν είναι οι ποιητές;
Γιατί στην Ελλάδα έχει ΖΕΣΤΗ (ναι αυτό που ακούτε)
Η απάντηση ίσως σε σας να φαίνεται γελοία αλλά αφήστε με να σας εξηγήσω.
Το να θές να γράψεις ένα λογοτεχνικό έργο θέλει μεγάλη υπευθυνότητα και σοβαρή δουλειά για να κρατήσεις το νόημα του κειμένου συμπαγές, χωρίς κοιλιές και ακούσιες αλλαγές στην πορεία της ιστορίας. Οι χαρακτήρες πρέπει να παρουσιάζουν μια σταθερή προσωπικότητα όλες τις στιγμές που παρουσιάζονται στο έργο. Χρειάζεται στην αρχή ένα καλό σχεδιάγραμμα για να έχεις γερές βάσεις για την δομή του έργου που σημαίνει ότι δεν ακολουθάς τα δικά σου καθημερινά κέφια.
Αυτά που προανέφερα για την λογοτεχνία ισχύουν με αναγωγές και στις άλλες μορφές τέχνης. Δηλ. π.χ. Ο πιανίστας που μελετά ένα έργο απαιτητικό ή ο συνθέτης που θέλει να φτιάξει μια πρωτότυπη μουσική, δεν έχουν την πολυτέλεια να αφήσουνε για μεγάλο διάστημα την εργασία τους γιατί απλά “δεν αισθάνομαι καλά σήμερα μωρέ” και μετά να πλακώνονται στους φραπέδες.
Ο γλύπτης για την επαφή του με το έργο του παρατηρεί και διορθώνει συνεχώς τη μορφή και τις λεπτομέρειες της κατασκευής του. Ο φιλόσοφος πρέπει πρώτα να διαβάσει πολύ για να έχει σιγουριά για το περιεχόμενο αυτού που έχει να προτείνει, για το αν δηλ. είναι πρωτότυπο ή αν βοηθάει στην εμβάθυνση ή εκλαϊκεύση κάποιας έννοιας και δεν έχει ξαναειπωθεί.
Ποιός είναι ο μόνος που μπορεί να τελειώσει το έργο του σε μια ώρα; (άντε αν έχει οίστρο μπορεί να του φάει δύο μέρες σε χαλαρή κατάσταση). Μόνον ο ποιητής. Και ειδικά στην Ελλάδα βολεύει η ποίηση λόγω ζέστης.
ΕΙΔΗ ΠΟΙΗΤΩΝ
1) Ο Χαλαρός
Καλοκαίρι. Είσαι σε κάποιο νησί και αερίζεσαι δυο μήνες γιατί καταπιέστηκες στο σπίτι σου λες και δούλευες σε οικοδομή. Δεν έχεις τι να κάνεις αφού από το πολύ ξύσιμο έχουνε ματώσει και πιάνεις ένα απλό φύλλο χαρτί Α4 να γράψεις ένα ποίημα (και καλά). Γράφεις μια λέξη στην πρώτη γραμμή και μετά πας από κάτω (εσύ το πληρώνεις το χαρτί; ο Αμαζόνιος την πληρώνει που έχει ξεπατωθεί για σένα.) Χωρίς άγχος. Γράφεις μια λέξη στη δεύτερη γραμμή και ξαναπάς από κάτω κι αν σκεφτείς ότι το ηλεκτρονικό Α4 έχει 24 γραμμές άρα με 24 λέξεις έχεις το ποιηματάκι σου.
Μετά πας στο καφενείο στρίβεις το τσιγάρο σου (μιας κι έχεις ελεύθερο χρονο να σκεφτείς και τα κοάλα στην Αυστραλία) και ρουφάς τον καφέ σου κανα τρίωρο μέχρι να κολλήσει το καλαμάκι στο ποτήρι. Άνετος. Αν ξέρεις και κιθάρα τραβάς δυο συγχορδίες λές κι ένα τραγούδι βγάζεις και γκόμενα (όχι σαν τους άλλους τους αγροίκους που για να ρίξουνε γυναίκα βάζουνε τα σκυλάδικα στο τέρμα). Μετά την επόμενη μέρα κάτω από κανα δέντρο με κιθάρες μπάφους και ένα Α4 γράφεις κι άλλο ποίημα άμα λάχει. Γιατί να κουραστείς με τόση ζέστη;
2) Ο Κουλτουριάρης
Αν δεν είσαι αυτού του στυλ και μένεις Αθήνα Αύγουστο μήνα αλλά από την άλλη δεν την “παλεύεις”, τί πιο εύκολο από την ποίηση. Ασχολείσαι και με κάτι δημιουργικό. Περνά η ώρα βρε παιδάκι μου. Δεν καταλαβαίνεις τι γράφεις και ξέρεις ότι όσο περισσότερο δεν καταλαβαίνεις τόσο πιο κοντά στον στόχο είσαι. Γράφεις το μισό ποίημα κι ύστερα πας σε καμιά παρουσίαση βιβλίου για να βρεθείς με ομοίους σου. Το βραδάκι που έχει λιγότερη ζέστη γράφεις το υπόλοιπο μισό και ξεκινάς και δεύτερο (σαν ένα φίλο που μπορούσε να γράψει δυο όπερες κι ένα διπλό κοντσέρτο μέσα σ' ένα πρωϊνό) το οποίο το τελειώνεις όταν σου ξανάρθει η όρεξη.
3) Ο Δημοσιοσχεσίτης κι ο χάι κλάς κόσμος
Αν έχεις σχέση με τον καλό κόσμο τότε το 'βγαλες το ψωμάκι σου. Θα πουλιέσαι αφειδώς αφού η καλή κοινωνία προτιμά στα ράφια της να έχει ποιητές από λογοτέχνες για να αποφεύγει ενοχλητικές ερωτήσεις του τύπου “με τι θέμα πραγματεύεται αυτό το βιβλίο;” αν είναι δοκίμιο θ' αναγκαστείς ν' απαντήσεις ότι π.χ είναι ένα δοκίμιο για το τάδε θέμα. Ενώ αν είναι συλλογή ποιημάτων λες απλά “είναι μια συλλογή ποιημάτων του τάδε”. Και η απάντηση είναι η εξής “Α”. Κανείς δε θα ρωτήσει παραπάνω. Αν είναι δε κανείς που τον ξέρει, τον αφήνεις να μιλήσει μόνος του για τον ποιητή και προσπαθείς να κρατήσεις κάποιες πληροφορίες για να τις επαναλαμβάνεις.
4) Στιχουργοί
Πολλοί στιχουργοί τραγουδιών ως πονηροί δημοσιοσχεσίτες και αυτόκλητοι θεματοφύλακες της ποιότητος χρησιμοποιούνε την ίδια μέθοδο και ψαρώνει ο κόσμος. Στίχοι που σε πιο κρύες περιοχές της υφηλίου ούτε που θα εμφανίζονταν ποτέ, π.χ.
“ψυχή ψαριού
κορμί γατίσιο”
“είναι δειλός του σαββάτου ο πηλός”
Και άλλα εμετικά.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
(μπορεί και όχι)
Υ.Γ Άσχετο:
Είχανε πει κάποτε σ' ένα Νορβηγικό συγκρότημα Black metal μουσικής ότι υπάρχει ανάλογη σκηνή και στην Ελλάδα και η απάντησή τους ήταν η εξής «Μα εκεί έχει ζέστη.»
.......
6/10/09
ΒΡΟΧΗ
Κεραυνοί και βροντές χείμαρροι
πάνω σε τοίχους αυτοκίνητα χώματα.
Σημειώνω σκυφτός μαξιλάρι στο πάτωμα
με τριγύρω μου ντάνες χαρτόνια καλώδια
όργανα σπίτια ξεχασμένα αγροκτήματα.
Προσκυνώ κυνικά το μηδέν
με στραβό μου το βλέμμα στο ένα
καθώς πέφτω σε ρεύμα σε βάραθρo
σε βυθούς στροβιλίζομαι-
επιστρέφω ξανά στα χαρτιά.
Υγρασίες σπασίματα πρόσωπα
η ζωή έτσι περνάει έτσι έρχεται
χρόνια τώρα πολλά ξεχασμένη σαν ψάρι
που κοιμάται που ψοφάει σκοτεινά μες στη γυάλα του.
Στο μονότονο κρυφό εργαστήρι
λησμονάει να βρέξει λησμονεί να αγκαλιάσει
προτιμάει να σβήσει και σήμερα πάλι μού ήρθε
πάλι μου έφυγε
καθώς μου ΄πε προτιμάω τη νύχτα προτιμάω το θάνατο.
Προσκυνάμε το θάνατο
αγαπάμε το θάνατο
αγκαλιάζουμε θάνατο
όπως όλοι οι νεκροί που βαδίζουν
στο δρόμο που τρώνε που πίνουν νερό.
Η βροχή σταματάει εγώ συνεχίζω
σαν αυτή να ποτίζω να σκάβω το χώμα
να στοιβάζω τις λέξεις το στήθος να σκίζομαι
αιωνίως στο τίποτα να δίνω αράδες
να δίνω τα κύματα
να προσφέρω φτιαχτό μου το ψεύτικο πρόσωπο. .......
πάνω σε τοίχους αυτοκίνητα χώματα.
Σημειώνω σκυφτός μαξιλάρι στο πάτωμα
με τριγύρω μου ντάνες χαρτόνια καλώδια
όργανα σπίτια ξεχασμένα αγροκτήματα.
Προσκυνώ κυνικά το μηδέν
με στραβό μου το βλέμμα στο ένα
καθώς πέφτω σε ρεύμα σε βάραθρo
σε βυθούς στροβιλίζομαι-
επιστρέφω ξανά στα χαρτιά.
Υγρασίες σπασίματα πρόσωπα
η ζωή έτσι περνάει έτσι έρχεται
χρόνια τώρα πολλά ξεχασμένη σαν ψάρι
που κοιμάται που ψοφάει σκοτεινά μες στη γυάλα του.
Στο μονότονο κρυφό εργαστήρι
λησμονάει να βρέξει λησμονεί να αγκαλιάσει
προτιμάει να σβήσει και σήμερα πάλι μού ήρθε
πάλι μου έφυγε
καθώς μου ΄πε προτιμάω τη νύχτα προτιμάω το θάνατο.
Προσκυνάμε το θάνατο
αγαπάμε το θάνατο
αγκαλιάζουμε θάνατο
όπως όλοι οι νεκροί που βαδίζουν
στο δρόμο που τρώνε που πίνουν νερό.
Η βροχή σταματάει εγώ συνεχίζω
σαν αυτή να ποτίζω να σκάβω το χώμα
να στοιβάζω τις λέξεις το στήθος να σκίζομαι
αιωνίως στο τίποτα να δίνω αράδες
να δίνω τα κύματα
να προσφέρω φτιαχτό μου το ψεύτικο πρόσωπο. .......
28/9/09
ΣΤΟ ΧΩΜΑ
Σκάβω σκυφτός αυτό το χώμα
καθώς τα πουλιά αργοπετούν πάνω από το κεφάλι μου αμέριμνα
και τα χόρτα ορχιούνται στη συριστική μουσική του ανέμου
Ιδρώνω γυρισμένος προς τον εαυτό μου
καθώς αυτός, ο αέρας, μου χαϊδεύει αλαφριά την πλάτη και με προσπερνά
και ο σπόρος αναθρέφεται μες στη γης
Καρφώνομαι στο χώμα
καθώς ο χρόνος περνά, κουρασμένος πια κι αυτός,
ξαποστένοντας όλο και περισσότερο πάνω στο κορμί μου
Γυρνώ και επανέρχομαι στο έργο μου
συμπιέζοντας όλες τις άλλες ανάγκες μου καθώς το συνηθίζω
ενώ το κουρελιασμένο σκιάχτρο έχει γίνει ο περίγελος των κοτσυφών
Γίνομαι ένα με το χώμα
καθώς τα ρούχα μου ολοκληρωτικά έχει καλύψει
σφιχταγκαλιάζοντας με
Να ανασσάνω προσπαθώ
σαν να 'ταν η αναπνοή πανάκεια στην ανυπομονησία
της αμφισβητούμενης σοδειάς
Βουλιάζω στο χώμα
ενώ συνεχίζω απερίσπαστος με σφιγμένα χείλη
και πεισματώδη αισιοδοξία την προσπάθεια
ν' ανθίσω τα πάντα γύρω μου
.......
καθώς τα πουλιά αργοπετούν πάνω από το κεφάλι μου αμέριμνα
και τα χόρτα ορχιούνται στη συριστική μουσική του ανέμου
Ιδρώνω γυρισμένος προς τον εαυτό μου
καθώς αυτός, ο αέρας, μου χαϊδεύει αλαφριά την πλάτη και με προσπερνά
και ο σπόρος αναθρέφεται μες στη γης
Καρφώνομαι στο χώμα
καθώς ο χρόνος περνά, κουρασμένος πια κι αυτός,
ξαποστένοντας όλο και περισσότερο πάνω στο κορμί μου
Γυρνώ και επανέρχομαι στο έργο μου
συμπιέζοντας όλες τις άλλες ανάγκες μου καθώς το συνηθίζω
ενώ το κουρελιασμένο σκιάχτρο έχει γίνει ο περίγελος των κοτσυφών
Γίνομαι ένα με το χώμα
καθώς τα ρούχα μου ολοκληρωτικά έχει καλύψει
σφιχταγκαλιάζοντας με
Να ανασσάνω προσπαθώ
σαν να 'ταν η αναπνοή πανάκεια στην ανυπομονησία
της αμφισβητούμενης σοδειάς
Βουλιάζω στο χώμα
ενώ συνεχίζω απερίσπαστος με σφιγμένα χείλη
και πεισματώδη αισιοδοξία την προσπάθεια
ν' ανθίσω τα πάντα γύρω μου
.......
19/9/09
X
Φτύνω κατάμουτρα τον κόσμο που φτιάξαμε.
Έρχομαι εγώ, σήμερα, και του βάζω Χ φτύνοντάς τον στα μούτρα, κρατώντας απ’ το σβέρκο τη φίλη μου H.
Όλο έγραφαν κι έσβηναν οι προηγούμενοι κοιτάζοντας με δέος τους επόμενους.
Όλο έγραφαν κι έσβηναν και τώρα δε θα πίστευαν στα μάτια τους.
Δε θα τολμούσαν να πιστέψουν το μέγεθος του λάκκου που έχουμε πάλι ανοίξει.
Δε χρειάζεται να πω, ξέρουμε όλοι περί τίνος πρόκειται.
Περί ποιου λάκκου ανοιχτού που δεν κλείνει μιλάω.
Προσπάθησε να ελπίσεις. Κι εσύ!
Άδικος κόπος.
Όταν ακόμα και φωτεινοί άνθρωποι ενθουσιάζονται.
Όταν ριγούν με τα μεγάλα καταπληκτικά επιτεύγματά μας,
και με ανοιχτό το στόμα συνεχίζουν να θαυμάζουν.
Όταν ο πρώτος άνθρωπος με εμφυτευμένο τσιπάκι είναι πια γεγονός και κόβει βόλτες ανάμεσά μας.
Και λέει, κανένας χαλασμός κόσμου, όλα καλά,
μπορεί να συνδέεται με το Ίντερνετ κατευθείαν από τον εγκέφαλό του!
Μπορεί να κάνει υπολογισμούς με φοβερή ταχύτητα και να θυμάται ασύλληπτο όγκο πληροφοριών!
Μπορεί να κάνει και delete σε ότι δε θέλει να θυμάται.
Κι ο κόσμος;
Τα ίδια ο κόσμος. Και χειρότερα.
Καπνοί πάντα στο Αφγανιστάν - εκεί φυσάν ηρωίνη στα πρόσωπα
των παιδιών τους.
Για να ξεχαστούν ομαδικά, λογικό.
Μάλλον θα πέθαναν χτες καμιά χιλιάδα στην Αφρική, γενικώς.
Στην Ασία, δεξιά πάνω-πάνω, ζουν, πεθαίνουν, κανείς δεν ξέρει.
Βέβαια δεν υπάρχει και χρόνος.
Δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιες λεπτότητες.
Στη Δύση ελευθερία-ευημερία και βέβαια ισονομία.
Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι μπροστά στους νόμους.
Των εταιρειών.
Γι’ αυτό χόρεψε απόψε με το έξυπνο μπιτάκι πολλές φορές,
πάνω κάτω, πέρα δώθε, δεν είναι κι άσχημα.
Χόρεψε, αν δεν το κάνεις μπορεί και να σου στρίψει.
Πιες – μάλωσε - ρίξε ξύλο - φάε ξύλο πολλές φορές.
Τι να κάνεις-τι μπορείς να κάνεις!
Γαντζώσου σε ξένα μέλη πολλές φορές, ναι, σίγουρα, εκεί
είναι η σωτηρία σου.
Γεύσου λίγο σάλιο που ίσως αξίζεις, ίσως όχι,
όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο, όσο πιο γλυκό.....και μην σκέφτεσαι τα σύννεφα.
Τα γκρίζα σύννεφα, που θα τα σκοτώσουμε κι αυτά μαζί μας.
Αύριο άλλωστε χαράζει μια νέα μέρα.
Θα ξεκινήσουν όλα κανονικά.
Θα ξεχαστούν πάλι όλα, σαν μια ήρεμη βόλτα στην πλατεία, σαν μια όμορφη φωτογραφία υπολογιστή.
Σαν το τελευταίο κάδρο με όλους μας - κύριος, μη φεύγεις,
η φωτογραφία είναι για όλους εδώ.
Η χαρά είναι μεγαλύτερη όταν τη μοιράζονται όλοι.
.......
Έρχομαι εγώ, σήμερα, και του βάζω Χ φτύνοντάς τον στα μούτρα, κρατώντας απ’ το σβέρκο τη φίλη μου H.
Όλο έγραφαν κι έσβηναν οι προηγούμενοι κοιτάζοντας με δέος τους επόμενους.
Όλο έγραφαν κι έσβηναν και τώρα δε θα πίστευαν στα μάτια τους.
Δε θα τολμούσαν να πιστέψουν το μέγεθος του λάκκου που έχουμε πάλι ανοίξει.
Δε χρειάζεται να πω, ξέρουμε όλοι περί τίνος πρόκειται.
Περί ποιου λάκκου ανοιχτού που δεν κλείνει μιλάω.
Προσπάθησε να ελπίσεις. Κι εσύ!
Άδικος κόπος.
Όταν ακόμα και φωτεινοί άνθρωποι ενθουσιάζονται.
Όταν ριγούν με τα μεγάλα καταπληκτικά επιτεύγματά μας,
και με ανοιχτό το στόμα συνεχίζουν να θαυμάζουν.
Όταν ο πρώτος άνθρωπος με εμφυτευμένο τσιπάκι είναι πια γεγονός και κόβει βόλτες ανάμεσά μας.
Και λέει, κανένας χαλασμός κόσμου, όλα καλά,
μπορεί να συνδέεται με το Ίντερνετ κατευθείαν από τον εγκέφαλό του!
Μπορεί να κάνει υπολογισμούς με φοβερή ταχύτητα και να θυμάται ασύλληπτο όγκο πληροφοριών!
Μπορεί να κάνει και delete σε ότι δε θέλει να θυμάται.
Κι ο κόσμος;
Τα ίδια ο κόσμος. Και χειρότερα.
Καπνοί πάντα στο Αφγανιστάν - εκεί φυσάν ηρωίνη στα πρόσωπα
των παιδιών τους.
Για να ξεχαστούν ομαδικά, λογικό.
Μάλλον θα πέθαναν χτες καμιά χιλιάδα στην Αφρική, γενικώς.
Στην Ασία, δεξιά πάνω-πάνω, ζουν, πεθαίνουν, κανείς δεν ξέρει.
Βέβαια δεν υπάρχει και χρόνος.
Δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιες λεπτότητες.
Στη Δύση ελευθερία-ευημερία και βέβαια ισονομία.
Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι μπροστά στους νόμους.
Των εταιρειών.
Γι’ αυτό χόρεψε απόψε με το έξυπνο μπιτάκι πολλές φορές,
πάνω κάτω, πέρα δώθε, δεν είναι κι άσχημα.
Χόρεψε, αν δεν το κάνεις μπορεί και να σου στρίψει.
Πιες – μάλωσε - ρίξε ξύλο - φάε ξύλο πολλές φορές.
Τι να κάνεις-τι μπορείς να κάνεις!
Γαντζώσου σε ξένα μέλη πολλές φορές, ναι, σίγουρα, εκεί
είναι η σωτηρία σου.
Γεύσου λίγο σάλιο που ίσως αξίζεις, ίσως όχι,
όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο, όσο πιο γλυκό.....και μην σκέφτεσαι τα σύννεφα.
Τα γκρίζα σύννεφα, που θα τα σκοτώσουμε κι αυτά μαζί μας.
Αύριο άλλωστε χαράζει μια νέα μέρα.
Θα ξεκινήσουν όλα κανονικά.
Θα ξεχαστούν πάλι όλα, σαν μια ήρεμη βόλτα στην πλατεία, σαν μια όμορφη φωτογραφία υπολογιστή.
Σαν το τελευταίο κάδρο με όλους μας - κύριος, μη φεύγεις,
η φωτογραφία είναι για όλους εδώ.
Η χαρά είναι μεγαλύτερη όταν τη μοιράζονται όλοι.
.......
10/9/09
ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ(5η ΑΝΑΦΟΡΑ)
Αφού έφυγε και χάθηκε στη στροφή του δρόμου ο νους μου έκανε την αντίθετη διαδρομή και γύρισε πίσω στη λέξη «τρελός». Εγώ τρελός; Αν είναι δυνατόν. Μα αυτή είναι η τρελή της γειτονιάς, αυτή κάθεται μόνη της όλη μέρα στο σπίτι, αυτή ζωγραφίζει ηφαίστεια μέσα στο πράσινο, αυτή κινείται σαν το αερικό και εν τέλει αυτήν αποκαλούν τρελή οι γείτονες.
Εγώ απ' την άλλη, δουλεύω, έχω κοινωνική ζωή, κύρος μεταξύ των συναδέλφων μου και είμαι και αγαπητός στη γειτονιά μου. Άσε που πληρώνω τους φόρους μου και προσπαθώ να 'μαι τυπικός πάντα με όλους. Πώς ένα τετράγωνο μυαλό μπορεί να βρίσκεται εκτός πραγματικότητας. Πώς μπορεί να συγκριθεί αυτή μαζί μου. Μετά από πολύ διεργασία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κανείς τρελός δεν παραδέχεται την παθολογική του κατάσταση συνεπώς μπορεί να λέει ότι θέλει όπως θέλει. Αυτή η σκέψη με συνέφερε* κι έτσι αμέριμνος πήρα τον δρόμο για την κατοικία μου.
Καθώς προχωρούσα προβληματισμένος για το πώς θα καταφέρω να κάνω μια κανονική συνάντηση μαζί της αλλά και χαρούμενος που μου μίλησε μ' αυτόν τον τρόπο, έστω κι αν ήταν κάπως ειρωνική μαζί μου, περπατώντας εντελώς μηχανικά χωρίς να έχω προσέξει καν αν ήταν μέρα ή είχε νυχτώσει ένιωσα μια βαριά απωθητική μυρωδιά να με πλησιάζει.
Σήκωσε το κεφάλι κι έιδα έναν μεσήλικα να μ΄ έχει φτάσει σχεδόν. Ήταν καραφλός, απ' αυτούς που νομίζεις ότι η καράφλα τους είναι αποτέλεσμα αρρώστιας, μιας και ελάχιστα ταλαιπωρημένα μαλλιά βρίσκονταν ανάκατα στο κεφάλι του. Είχε μεγάλη μύτη, ήταν αλλοίθωρος, στραβοπόδης, φορούσε παντόφλες ώστε να φαίνονται τα παραμορφωμένα λιγδιασμένα δάχτυλά του, τα οποία ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει συνέχεια λόγω της καμπούρας του κι έβηχε σαν βαριά άρρωστος σκύλος. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος αφού έφτασε το γεμάτο αμηχανία κορμί μου, το οποίο διαπερνούταν κι από ελαφρές διαθέσεις φόβου, μ' ακούμπησε στον ώμο, γέλασε πνιχτά βγάζωντας έναν υψίσυχνο ήχο λέγοντάς μου:
«Ξέρω τί κάνεις, κι αν δεν κάνεις το ξέρω κι αυτό».
Εγώ ξεπερνώντας την αμηχανία και τον φόβο και διασκεδάζοντας με την κακομοίρικη και μίζερη εμφάνισή του τον ρώτησα.
«Τί κάνω δηλαδή;»
«Άμα σε διατάξουνε να κάνεις κάτι που δε θέλεις, νευριάζεις, κοκκινίζεις,σφίγγεις τις γροθιές σου, σκύβεις το κεφάλι και τελικά κάνεις αυτό που σου λένε.»
Μετά άρχισε να γελάει εκνευριστικά κι ασταμάτητα ταρακουνώντας ταυτόχρονα τον ώμο μου. Στην αρχή ήμουν ήρεμος. Σχεδόν αμέσως όμως νευρίασα τόσο πολύ που βγήκα εκτός εαυτού. Τότε, χίμηξα στον λαιμό του, τον άρπαξα βίαια, τον έβαλα σ' ένα στενάκι (ενώ αυτός δεν αντέδρασε καθόλου) και τον πέταξα πάνω σε κάτι σκουπίδια που ήταν σωρός στην γωνία. Κοίταξα γύρω μου αν είναι κανείς κι αφού βεβαιώθηκα πως όχι, έπιασα ένα δισκοπότηρο που βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια, κι όπως ήμουν αναψοκοκκινισμένος από την μανία μου άρχισα να του το κοπανάω αλύπητα στο κεφάλι του. Έβαλα τόση πίεση στα χέρια, πονούσα για πολύ καιρό από τότε, με αποτέλεσμα να του το σπάσω εντελώς. Στο τέλος τα κόκκαλα, το αίμα, τα σκουπίδια και το μίσος μου είχαν γίνει όλα μια άμορφη μάζα χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε συστατικό. Έστεκα ακίνητος παρακολουθώντας για ένα δεκάλεπτο περίπου το έργο μου. Στην αρχή, σαν μαστουρωμένος που απολαμβάνει την επήρεια του ναρκωτικού, έτσι κι εγώ απολάμβανα την καταστροφή. Όσο όμως περνουσαν τα λεπτα και το μίσος έδινε τη θέση του στις τύψεις άρχισα να αντιλαμβάνομαι την πράξη μου και φοβισμένος έφυγα τρέχοντας από το σημείο του φόνου.Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν ότι ο άνθρωπος αυτός φαινόταν πως ζούσε στον δρόμο και σίγουρα, έτσι σκέφτηκα, δεν θα τον έψαχνε κανείς. Οι τύψεις όμως ήταν πιο ανθεκτικες από το μίσος κι έτσι πολλά βράδυα έμενα άυπνος χωρίς να μπορώ να ηρεμήσω.
Το όγδοο βράδυ τελικά κατάφερα ν' αποκοιμηθώ κι ονειρεύτηκα ότι ο Δήμαρχος μου απέμεινε τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος των Ιπποτών, παρουσία της μασονικής κοινότητας της πόλης.Αφού φάγαμε με τον δήμαρχο τους υπαλλήλους του δήμου, μου πρόσφερε ένα δισκοπότηρο γεμάτο με αίμα γουρουνιού.
Το πρωί όταν ξύπνησα νέες τύψεις με κυνηγούσαν. Έπρεπε να βρω το εργαλείο του φόνου στο οποίο σίγουρα είχα αφήσει τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα. Ξεκίνησα λοιπόν την προσπάθειά μου προς αναζήτηση του δισκοπότηρου.
*(συνήλθε και σύμφερε. Και οι δύο έννοιες εννοούνται με το συνέφερε)
συνεχίζεται .......
Εγώ απ' την άλλη, δουλεύω, έχω κοινωνική ζωή, κύρος μεταξύ των συναδέλφων μου και είμαι και αγαπητός στη γειτονιά μου. Άσε που πληρώνω τους φόρους μου και προσπαθώ να 'μαι τυπικός πάντα με όλους. Πώς ένα τετράγωνο μυαλό μπορεί να βρίσκεται εκτός πραγματικότητας. Πώς μπορεί να συγκριθεί αυτή μαζί μου. Μετά από πολύ διεργασία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κανείς τρελός δεν παραδέχεται την παθολογική του κατάσταση συνεπώς μπορεί να λέει ότι θέλει όπως θέλει. Αυτή η σκέψη με συνέφερε* κι έτσι αμέριμνος πήρα τον δρόμο για την κατοικία μου.
Καθώς προχωρούσα προβληματισμένος για το πώς θα καταφέρω να κάνω μια κανονική συνάντηση μαζί της αλλά και χαρούμενος που μου μίλησε μ' αυτόν τον τρόπο, έστω κι αν ήταν κάπως ειρωνική μαζί μου, περπατώντας εντελώς μηχανικά χωρίς να έχω προσέξει καν αν ήταν μέρα ή είχε νυχτώσει ένιωσα μια βαριά απωθητική μυρωδιά να με πλησιάζει.
Σήκωσε το κεφάλι κι έιδα έναν μεσήλικα να μ΄ έχει φτάσει σχεδόν. Ήταν καραφλός, απ' αυτούς που νομίζεις ότι η καράφλα τους είναι αποτέλεσμα αρρώστιας, μιας και ελάχιστα ταλαιπωρημένα μαλλιά βρίσκονταν ανάκατα στο κεφάλι του. Είχε μεγάλη μύτη, ήταν αλλοίθωρος, στραβοπόδης, φορούσε παντόφλες ώστε να φαίνονται τα παραμορφωμένα λιγδιασμένα δάχτυλά του, τα οποία ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει συνέχεια λόγω της καμπούρας του κι έβηχε σαν βαριά άρρωστος σκύλος. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος αφού έφτασε το γεμάτο αμηχανία κορμί μου, το οποίο διαπερνούταν κι από ελαφρές διαθέσεις φόβου, μ' ακούμπησε στον ώμο, γέλασε πνιχτά βγάζωντας έναν υψίσυχνο ήχο λέγοντάς μου:
«Ξέρω τί κάνεις, κι αν δεν κάνεις το ξέρω κι αυτό».
Εγώ ξεπερνώντας την αμηχανία και τον φόβο και διασκεδάζοντας με την κακομοίρικη και μίζερη εμφάνισή του τον ρώτησα.
«Τί κάνω δηλαδή;»
«Άμα σε διατάξουνε να κάνεις κάτι που δε θέλεις, νευριάζεις, κοκκινίζεις,σφίγγεις τις γροθιές σου, σκύβεις το κεφάλι και τελικά κάνεις αυτό που σου λένε.»
Μετά άρχισε να γελάει εκνευριστικά κι ασταμάτητα ταρακουνώντας ταυτόχρονα τον ώμο μου. Στην αρχή ήμουν ήρεμος. Σχεδόν αμέσως όμως νευρίασα τόσο πολύ που βγήκα εκτός εαυτού. Τότε, χίμηξα στον λαιμό του, τον άρπαξα βίαια, τον έβαλα σ' ένα στενάκι (ενώ αυτός δεν αντέδρασε καθόλου) και τον πέταξα πάνω σε κάτι σκουπίδια που ήταν σωρός στην γωνία. Κοίταξα γύρω μου αν είναι κανείς κι αφού βεβαιώθηκα πως όχι, έπιασα ένα δισκοπότηρο που βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια, κι όπως ήμουν αναψοκοκκινισμένος από την μανία μου άρχισα να του το κοπανάω αλύπητα στο κεφάλι του. Έβαλα τόση πίεση στα χέρια, πονούσα για πολύ καιρό από τότε, με αποτέλεσμα να του το σπάσω εντελώς. Στο τέλος τα κόκκαλα, το αίμα, τα σκουπίδια και το μίσος μου είχαν γίνει όλα μια άμορφη μάζα χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε συστατικό. Έστεκα ακίνητος παρακολουθώντας για ένα δεκάλεπτο περίπου το έργο μου. Στην αρχή, σαν μαστουρωμένος που απολαμβάνει την επήρεια του ναρκωτικού, έτσι κι εγώ απολάμβανα την καταστροφή. Όσο όμως περνουσαν τα λεπτα και το μίσος έδινε τη θέση του στις τύψεις άρχισα να αντιλαμβάνομαι την πράξη μου και φοβισμένος έφυγα τρέχοντας από το σημείο του φόνου.Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν ότι ο άνθρωπος αυτός φαινόταν πως ζούσε στον δρόμο και σίγουρα, έτσι σκέφτηκα, δεν θα τον έψαχνε κανείς. Οι τύψεις όμως ήταν πιο ανθεκτικες από το μίσος κι έτσι πολλά βράδυα έμενα άυπνος χωρίς να μπορώ να ηρεμήσω.
Το όγδοο βράδυ τελικά κατάφερα ν' αποκοιμηθώ κι ονειρεύτηκα ότι ο Δήμαρχος μου απέμεινε τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος των Ιπποτών, παρουσία της μασονικής κοινότητας της πόλης.Αφού φάγαμε με τον δήμαρχο τους υπαλλήλους του δήμου, μου πρόσφερε ένα δισκοπότηρο γεμάτο με αίμα γουρουνιού.
Το πρωί όταν ξύπνησα νέες τύψεις με κυνηγούσαν. Έπρεπε να βρω το εργαλείο του φόνου στο οποίο σίγουρα είχα αφήσει τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα. Ξεκίνησα λοιπόν την προσπάθειά μου προς αναζήτηση του δισκοπότηρου.
*(συνήλθε και σύμφερε. Και οι δύο έννοιες εννοούνται με το συνέφερε)
συνεχίζεται .......
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)